Αλεξάνδρεια, 25 Απριλίου 2013
Κουφή εβδομάδα διάλεξα να ταξιδέψω, πάνω σε κούφια θάλασσα, σε κούφιο σκαρί, με λαμνοκόπους φαντάσματα, μένοντας πάντοτε ... στον ίδιο τόπο. Και όμως καθώς κατεβαίνω πάλι, 40 και πλέον χρόνια πίσω, τη σκάλα του ξενοδοχείου «Ανακτορικόν» στην Τρίπολη, όπου η γιαγιά μου η Αναστασία – είναι απορίας άξιον το γιατί – είχε επιλέξει να κρατά με ενοίκιο ξεχωριστό δωμάτιο από τον παππού μου, μένοντας κατά κάποιον τρόπο φυσικώς κοντά του, μολονότι βρίσκονταν σε διάσταση σχεδόν από τις πρώτες ημέρες του γάμου τους, καθώς κατεβαίνω λοιπόν πάλι, 40 και πλέον χρόνια πίσω, εξέρχομαι απότομα για να τρυπώσω αμέσως στο παράπλευρο, δεξιόθεν του ξενοδοχείου, καφενείο – ζαχαροπλαστείο, όπου σερβίρονταν σε πλαστικά κεσεδάκια εκλεκτά θεσπέσια ρυζόγαλα με μπόλικη κανέλα.
Αν τώρα επιστρέφοντας επιμείνω να προσπεράσω το κατώφλι του «Ανακτορικού», θα αντικρίσω στο εξ αριστερών παρακείμενο ισόγειο φωτογραφείο, κρεμασμένη ψηλά στον εσωτερικό τοίχο, πίσω από το μοναδικό γραφείο του καταστήματος, αντικριστά στη βιτρίνα, πλαισιωμένη σε μεγάλη επίχρυση κορνίζα, τρόπον τινά δεσπόζουσα, την αλλοτινή φωτογραφία μου, με το αθώο χαμόγελο, με το σπινθήρισμα των παιδικών ματιών και τη λευκάζουσα – από τη λάμψη του φωτογραφικού φλας – κορυφή της κεφαλής, που καλημέριζε τακτικά σε εκείνο το πρόσκαιρο απάγκιο του χρόνου – όταν πρόσφερε στον εαυτό της την πολυτέλεια της εξόδου – η μονήρης γιαγιά μου Αναστασία. Η γιαγιά μου η δασκάλα, της οποίας τα μαλλιά σαν ήταν νέα άγγιζαν, λένε, όταν λύνονταν, το έδαφος, πράγμα που μαρτυρεί παλαιά – μέχρι σήμερα κρεμασμένη σε τοίχο του πατρικού σπιτιού – φωτογραφία της. Ήμουν μαθητής της πρώτης Δημοτικού όταν επιθύμησα να την κάνω αποδέκτη του πρώτου γράμματός μου. Είχα αντιγράψει από το βιβλίο του Αναγνωστικού το υπόδειγμα μιας σύντομης επιστολής καλού εγγονού προς τη γιαγιά του και της το είχα – ναι – αποστείλει αυτούσιο, πλην όμως ιδιοχείρως, σαν να ήταν δικό μου. Εκείνη συγκινημένη, έμαθα, ανεμίζοντας γυμνή και τετραχηλισμένη τη φτωχική και μοναχική σελίδα μου, κατηφόρισε τη σκάλα και την επιδείκνυε στους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, που είχαν επίσης παιδί στην ίδια τάξη, συνομήλικό μου, φωνάζοντας ενθουσιασμένη «ιδέστε τι ωραίο γράμμα μού έγραψε ο εγγονός μου!» για να εννοήσει αμέσως μετά, με φανερή απογοήτευση, ότι ο εγγονός της δεν ήταν παρά ένας κοινός απατεώνας.
Άντε λοιπόν, ας ξαναπάρω πάλι το τρένο, ας ταξιδέψω στην παλαιά σιδηροδρομική γραμμή Πειραιώς – Αθηνών – Κεντρικής και Νότιας Πελοποννήσου πριν το 1974, (που έφερε ακόμα νωπή τη σφραγίδα του Τρικούπη, ένας αιώνας δεν είχε κλείσει το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», την κρίση της σταφίδας), διερχόμενος από τη γέφυρα της διώρυγας του Ισθμού, συνεχίζοντας μέσα από τις απότομες και ιλιγγιώδεις στροφές της υψομετρικής κοιλάδας του Αχλαδόκαμπου, την πολύωρη ανηφορική αργόσυρτη διαδρομή μέχρι το οροπέδιο της Τρίπολης, ανάμεσα σε ελαιόδεντρα, αγριοβελανιδιές, πουρνάρια, σφένδαμους, αιωνόβιους πλάτανους, αποχαιρετώντας μικρά λίθινα γεφύρια και υδατόπυργους, κοπάδια αιγοπροβάτων, μυρωδιές ρίγανης, περήφανους εξ ύψους βιγλάτορες αετούς και γεράκια.
Ας φτάσω στην Τρίπολη, ναι, άιντε. Κάρα ζωήλατα. Σπίτια δίπατα με χαγιάτια. Φωλιές χελιδονιών, σπαθωτά φτερουγίσματα, σε ταπεινά υπόστεγα. Αν χαλάσεις τις φωλιές τους, δεν ξανάρχονται. Ελάτε να απαγγείλουμε μαζί στίχους λαϊκού χελιδονίσματος που τραγουδούσαν τα παιδιά στη Ρόδο, όπως ο Αθήναιος (ο Ναυκρατίτης;) τους διέσωσε γύρω στο 200 μ.Χ.:
Ἦλθ', ἦλθε χελιδὼν,
καλὰς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτοὺς,
ἐπὶ γαστέρα λευκὰ,
ἐπὶ νῶτα μέλαινα.
Παλάθαν οὐ προκυκλεῖς
ἐκ πίονος οἴκου,
οἴνου τε δέπαστρον,
τυροῦ τε κάνιστρον
καὶ πυρῶν;
ἁ χελιδὼν καὶ λεκιθίταν
οὐκ ἀπωθεῖται. Πότερ' ἀπίωμες, ἢ λαβώμεθα;
εἰ μέν τι δώσεις· εἰ δὲ μὴ, οὐκ ἐάσομες·
ἢ τὰν θύραν φέρωμες, ἢ θὑπέρθυρον,
ἢ τὰν γυναῖκα τὰν ἔσω καθημέναν·
μικρὰ μέν ἐστι, ῥᾳδίως μὶν οἴσομες.
Ἐὰν φέρῃς δέ τι, μέγα δή τι καὶ φέροις.
Ἄνοιγ' ἄνοιγε τὰν θύραν χελιδόνι·
οὐ γὰρ γέροντές ἐσμεν, ἀλλὰ παιδία.
Και τώρα, και τώρα, ας ξεχωρίσω από την αρμαθιά των κλειδιών των αναμνήσεων το τρίκλινο δωμάτιο του ξενοδοχείου «Ανακτορικόν», κοντά στην πλατεία Άρεως, του οποίου διατελούσαμε κατ’ έτος, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό μου, παροδικοί – για λίγες ημέρες – ένοικοι, κατά τη σύντομη επίσκεψή μας στην Τρίπολη, στη γιαγιά και στον παππού, ο οποίος δεν είχε παύσει ακόμα να εργάζεται στο εμπορικό του κατάστημα, ξετυλίγοντας και αναδιπλώνοντας πολύχρωμα τόπια υφασμάτων, που κείτονταν με τάξη τοποθετημένα σε μιαν εκτεταμένη σειρά, σε ύψος και πλάτος, ξύλινων ραφιών. Εκεί με τον αδελφό μου το Δημήτρη, όνομα ποτισμένο στο χαμόγελο και στο μύρο, περιεργαστήκαμε την υπόγεια μυστική καταπακτή, την έντεχνα σκεπασμένη κάτω από ένα χαλί απλωμένο σε ανυποψίαστο τμήμα του φθαρμένου σανιδώματος, καθώς και την παλαιά επαγγελματική μπρούτζινη ζυγαριά με τα βαρίδια.
Επιστρέφω στις δύσκολες ώρες του καταναγκαστικού μεσημεριάτικου ύπνου. Πρώτη μου γνωριμία με το πρασινωπό αλογάκι της Παναγίας, καθώς κινείται λοξά κατά μήκος του παραθύρου, με το τριγωνικό κεφάλι του στηριγμένο σε έναν μακρύ θώρακα, πίσω από τα υπερμεγέθη εμπρόσθια πόδια του. Το κοχεύω με θαυμασμό και φρίκη ανασηκωμένος στο κρεβάτι μου.
Ορισμένες νύχτες, πλην την κατάκλιση, είναι απαραίτητες οι εισπνοές βιξ ή οι εντριβές με ευκάλυπτο.
Τα πρωϊνά πάντως μέχρι την πρώτη περίπου ώρα του μεσημεριού, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον είχαν τα ποδήλατα, που νοικιάζαμε από τα προσκείμενα στην πλατεία –δύο ή τρία– ποδηλατάδικα. Πολύωρες ποδηλατοδρομίες στη μεγάλη πλατεία, γύρω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη και στους δρομίσκους του γειτνιάζοντος πάρκου, με τραγικές – δυστυχώς συχνότατες – αιφνίδιες πτώσεις που είχαν ενίοτε ως επακόλουθο ελαφριούς τραυματισμούς. Το πιο σοβαρό επεισόδιο ποδηλατικής πτώσης καταγράφηκε στην μνήμη μου, όταν το τετράκυκλο ποδήλατο με την μπλε τέντα, στο οποίο επιβαίναμε τέσσερις, ανατράπηκε λόγω υπερβολικού ζήλου και επιτάχυνσης σε μια στροφή. Παραμείναμε, ωστόσο, ευτυχώς, σώοι και αβλαβείς.
Δε θα ξεχάσω επίσης τις έκτακτες εκδρομές μας στο κοντινό άλσος του Αγίου Γεωργίου. Εκεί, δίπλα στο ομώνυμο εκκλησάκι και το αναψυκτήριο, βρισκόταν ο επικλινής γλιστερός βράχος, πάνω στον οποίο επιχειρήσαμε τις πιο επικίνδυνες και γοητευτικές τσουλήθρες. Εκεί, κάτω από την πυκνή συστάδα των κουκουναριών μαζέψαμε κουκουναρόσπορους.
Στην Τρίπολη παρακολουθήσαμε ακόμα τις πρώτες παραστάσεις Καραγκιόζη. Τις βραδινές ώρες της προχωρημένης άνοιξης ή του θέρους βολτάραμε αργόσχολοι με ζακέτα στην πλατεία, αναμεμιγμένοι με πλήθος κόσμου, ανάμεσα σε λεπτές σιλουέτες και ζωηρά βλέμματα εφηβικών ή νεανικών άδηλων βασάνων.
Δύο από αυτά τα «βασανάκια», όπως θα έλεγε ο κυρ Αλέξανδρος, με πείραξαν και εμένα, όλως αναπάντεχα, ένα σύνηθες απόγευμα. Με πλησίασαν, καθώς στεκόμουν στο συντριβάνι της δυτικής παρά την πλατεία καφετέριας, με σαγηνευτική αβρότητα και μου ψιθύρισαν τρυφερά στο αυτί ότι οι γονείς μου δεν ήταν πραγματικοί. Δεν άργησα να βυθιστώ σε μελαγχολία, κοιτάζοντας ενεός τα χρυσόψαρα του συντριβανιού. Αλήθεια, τι μπορεί να σου κάνει ο πειρασμός όταν του δώσεις σημασία!
Στην Τρίπολη, ναι. Σαράντα και πλέον χρόνια πίσω. Μεγάλη Πέμπτη. Στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Βασιλείου διαβάζονται τα δώδεκα ευαγγέλια. Στον πεζόδρομο δύο άμαξες με γυαλιστερά μαύρα δερμάτινα καθίσματα, ζευγμένες σε αγέρωχα ευγενικά άλογα έτοιμα να μεταφέρουν με αργό λικνιστικό βάδισμα τους επιβάτες τους, αναμένουν.
---------------------------------
Αναμένουμε και εμείς εδώ στην Αλεξάνδρεια τον ερχομό της Μεγάλης Εβδομάδας….
Καλό Πάσχα!