Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

Δύο κείμενα για το ξυπνητό και απέθαντο όνειρο των Χριστουγέννων – του Αναστάσιου Θεοφιλογιαννάκου

«Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν᾽ ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα.» (Έρωτας στα Χιόνια, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ένα παιδί και πάλι μπροστά μας, ένας από εμάς, με την κληρονομιά –κληρονομιά για όλους μας– να είναι ο άγνωστος και προαιώνιος Θεός και τη μοίρα να αρχινά το ταξίδι το δικό μας, βήμα το βήμα, στιγμή τη στιγμή. Και να αγαπά ανερμήνευτα και χωρίς κρατούμενα τη ζωή, τη ζωή αυτή; Και να προχωρεί με απορία προς τον σταυρό;

Ένα παιδί και πάλι μπροστά μας, για να νηπιάσει, να βαδίσει, να τρέξει στη ζωή, με ανερμήνευτη και απτόητη όρεξη, σαν εμάς.

Ένα παιδί και πάλι μπροστά μας για να το ακολουθήσουμε και να τρέξουμε και εμείς μαζί του από την ανατολή έως τη δύση.

Ένα παιδί και πάλι μπροστά μας, για να μας φανερώσει ότι η αθωότητα είναι πιο βαθιά από την ενοχή. Είναι αβυσσαλέα και μπορεί όλα να σκεπάσει. Και η γιορτή και το χαμόγελο και η χαρά, είναι πράγματα τόσο πολύ πάντοτε επιθυμητά, και μάλλον τελικά τόσο πολύ πιο αληθινά από κάθε τραγική αφήγηση.

Είναι όμορφα τα Χριστούγεννα. Όσο και αν φαίνεται ότι ψευτίζουν με χίλιους μύριους τρόπους. Ίσως παραμένουν ανεξίτηλα όμορφα γιατί η γέννηση του Θεανθρώπου, στις πιο δύσκολες μάλιστα συνθήκες, φωτίζει και λαμπρύνει, επισημαίνει τη γέννηση του κάθε ανθρώπου, τη γέννηση και την ύπαρξη του καθενός από εμάς. Μεγαλύνει και διατρανώνει τη χαρά «ότι άνθρωπος γεννήθηκε στον κόσμο», και ίσως αυτό είναι εκείνο που διαμήνυσε συνταρακτικά το «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών». Μήπως η άδολη χαρά των Χριστουγέννων μας έχει πλησιάσει περισσότερο από ό,τι ορίζει η έννοια του πλησίον, περισσότερο δηλαδή και από το κοντινό στον υπερθετικό βαθμό, έχει αγγίξει τα βάθη της καρδιάς μας και πράγματι ήδη «εντός ημών εστίν»; Μήπως αυτός που γεννήθηκε από τα σπλάχνα της Θεοτόκου δεν είναι άλλος από το παιδί που βγαίνει τώρα στον κόσμο να περπατήσει, ενώ κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον με απορία; Ποιο είναι αυτό το μωρό; ρωτάμε. Το παιδί μας; Και για πού πήρε έτσι φόρα;

Είναι όμορφα, πράγματι όμορφα τα Χριστούγεννα. Και ας φαίνεται ότι για λόγους εθιμοτυπικούς επαναλαμβάνουμε τη γιορτή. Και ας φαίνεται ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ψευτίσουμε. Τη χαρά τους, την άδολη και αδιαπραγμάτευτη, την παράδοξη και απροϋπόθετη, να μην την αφήνουμε μουγκή στις σύντομες ζωές μας. Να κατεβαίνουμε από το τρένο της ιστορίας που μας εξαπατά ότι θα την βρούμε στο τέλος της διαδρομής –πολύς συνωστισμός σε αυτό το τρένο με τους τυφλούς οδηγούς του που δείχνουν σίγουροι ότι ξέρουν πού μας πηγαίνουν. Να μην επιτρέπουμε σε κανέναν να μας την υπόσχεται, υπό προϋποθέσεις, για αργότερα και ίσως στο τέλος των αιώνων.

27/12/2024

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=36806.]



Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Μνήμη Ε.Χ.

Από το 2007 συνομιλούμε. Χωρίς διακοπή. Από διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Από τον φετινό Οκτώβριο δεν λαμβάνει και δεν στέλνει μηνύματα. Προχθές δεν απάντησε στις εορταστικές ευχές που έστειλα στο μαίηλ. Έμαθα σήμερα ότι έφυγε από τη ζωή στο τέλος του Σεπτεμβρίου. Άνθρωπος 15 χρόνια νεώτερος. Λυπάμαι πολύ και αναρωτιέμαι τι έχει αλλάξει. Και γιατί άραγε δόθηκε σε μένα περισσότερος χρόνος και γιατί άραγε απομένει σε εμένα κι άλλος, ακόμα περισσότερος, χρόνος.

«Δεν δόθηκε σε εσένα περισσότερος χρόνος, ούτε σου απομένει κι άλλος, ακόμα περισσότερος χρόνος», μια φωνή λέει μέσα μου. «Τον χρόνο που απομένει τον έχετε αφήσει και οι δύο πίσω από την πλάτη σας. Η κάθε στιγμή είναι η ύστατη».


Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

«Βενετία, υποδειγματική περίπτωση μιας πόλης που ζει από αυτό που τη σκοτώνει» - του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 

Καθηγητά Agamben, πριν από λίγα χρόνια, στο σύντομο δοκίμιό σας με τίτλο «Περί της χρησιμότητας και των μειονεκτημάτων του να ζει κανείς ανάμεσα σε φαντάσματα», περιγράφατε τη Βενετία ως ένα είδος φαντάσματος, που περιφέρεται χωρίς να βρίσκει γαλήνη στις νύχτες της λιμνοθάλασσας, εμφανιζόμενο αναπάντεχα σε όσους εξακολουθούν να ζουν σε αυτή την πόλη. Είναι έτσι; Για εσάς, η Βενετία είναι πλέον μόνο το εκτόπλασμα του εαυτού της; Και εσείς, που επιλέξατε να ζείτε εδώ, αισθάνεστε άνετα μέσα σε αυτή τη φασματική διάσταση της Βενετίας;

«Το φάντασμα, για μένα, δεν είναι μια αρνητική κατηγορία ούτε, όπως λέτε, ένα "εκτόπλασμα". Το φάντασμα – αρκεί να αναλογιστούμε κάποια διηγήματα του Χένρι Τζέιμς – είναι μια μορφή ζωής πιο αληθινή από την ψεύτικη ζωή με την οποία προφασίζονται ότι ζωντανεύουν τις πόλεις μας. Σίγουρα πιο αληθινή από τις μάζες των τουριστών ή τα πλήθη των συχνά απελπισμένων νέων που μεθούν τη νύχτα στο Campo Santa Margherita στη Βενετία ή στην Piazza Trilussa στη Ρώμη, με την ευμενή συνενοχή των αρχών. Και επίσης πιο αληθινή από τις κούφιες Μπιενάλε, που είναι πράγματι "εκτοπλάσματα" με την ετυμολογική έννοια του όρου, δηλαδή άμορφες ουσίες που προκύπτουν από το τίποτα. Στο κείμενό μου που αναφέρεστε, έκανα τη διάκριση μεταξύ των προνυμφών, που είναι πτώματα, τα οποία φαίνονται σαν να ζουν ή διατηρούνται τεχνητά στη ζωή (αυτή είναι η κατάσταση σχεδόν όλων των θεσμών μας), και του αληθινού φαντάσματος, που μπορεί να εμφανιστεί και να μας εκπλήξει, επειδή αυτό καθεαυτό διατηρεί κάτι ζωντανό και, κάποτε μάλιστα, χαρμόσυνο. Ίσως, μέσα στη χρεοκοπία του δυτικού πολιτισμού, οι πόλεις και οι γλώσσες της Ευρώπης επιβιώνουν μόνο ως φαντάσματα, τα οποία όμως εξακολουθούν να μιλούν σε όσους ξέρουν να ακούσουν τη φωνή τους. Και μόνο ακούγοντας αυτή τη φωνή, η εποχή μας, που έχει χάσει κάθε επίγνωση της ιστορικής της κατάστασης, θα μπορέσει να ξαναβρεί μια ζωτική σχέση με το παρελθόν και το παρόν της».

Και η Βενετία, τι είδους φάντασμα είναι για εσάς; Ποιες ζωτικές ενέργειες είναι ακόμα ικανή να μεταδώσει; Και ποιες είναι αυτές που έχουν πλέον ανεπανόρθωτα χαθεί;

«Νομίζω ότι έχω ήδη πει ξεκάθαρα γιατί το φάντασμα της Βενετίας είναι πιο ζωντανό και πραγματικό από την ψεύτικη ζωή που προσπαθούν να της επιβάλουν. Βλέπετε, η Βενετία είναι η υποδειγματική περίπτωση μιας πόλης που ζει από αυτό που τη σκοτώνει. Όταν μια πόλη ή μια ολόκληρη κοινωνία, όπως δυστυχώς συμβαίνει όλο και πιο συχνά σήμερα, φτάνουν στο σημείο να τρέφονται από αυτό που τις δηλητηριάζει και τις θανατώνει, οι ευθύνες των κυβερνώντων είναι πολύ πιο σοβαρές και η ανάληψή τους θα απαιτούσε πολύ περισσότερο θάρρος και φαντασία. Στην περίπτωση της Βενετίας, ο τουρισμός, από τον οποίο θα ήθελαν να ζει αποκλειστικά, είναι ιδιαίτερα θανατηφόρος, επειδή καταστρέφει σταδιακά τις κοινωνικές σχέσεις που όριζαν τον τρόπο ζωής των κατοίκων της. Και όμως, συνεχίζουν χωρίς κανέναν ενδοιασμό να μετατρέπουν την πόλη σε ένα απέραντο εστιατόριο, εναλλασσόμενο με καταστήματα μασκών, χωρίς να σκέφτονται εκείνους που κατοικούν και θα ήθελαν να ζήσουν σε εκείνες τις calli (τα βενετσιάνικα σοκάκια) και εκείνα τα campi (τις πλατείες της Βενετίας). Εγώ ζω κοντά στο Campo San Giacomo dell’Orio, μια από τις τελευταίες μεγάλες πλατείες της Βενετίας, όπου είναι ακόμα δυνατές αυθόρμητες μορφές ζωής, όπου τα απογεύματα τα παιδιά παίζουν κυνηγητό και οι κάτοικοι εξακολουθούν να τελούν το καλοκαίρι μιαν όμορφη γιορτή. Αλλά πρώτα η μετατροπή του πανεπιστημιακού κτηρίου σε ξενοδοχείο και τώρα η πώληση του Θεάτρου της Ανατομίας σε κάποιον εστιάτορα από την Περιφέρεια, που μια ομάδα νέων είχε μετατρέψει σε κέντρο πολιτισμού και δραστηριοτήτων για τα παιδιά των κατοίκων της περιοχής, θα εξαλείψει οριστικά αυτή τη δυνατότητα και ο χώρος όπου έπαιζαν τα παιδιά θα καταληφθεί μόνο από τα τραπέζια των τουριστών. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί, αν εκείνοι που τη διοικούν δεν αποφασίσουν, όπως έχει επανειλημμένα συστήσει η UNESCO, να θέσουν όρια στον τουρισμό, η Βενετία θα συνεχίσει να παραμένει μόνο φάντασμα».

Μπορώ να σας ρωτήσω, δεδομένου ότι είστε τόσο δικαιολογημένα επικριτικός για τον αστικό εκφυλισμό της Βενετίας, γιατί επιλέξατε να έρθετε να ζήσετε σε αυτήν την πόλη και να παραμείνετε εδώ; Τι είναι αυτό που σας κρατάει;

«Ενδιαφέρομαι για την αρχαιολογία με την ευρύτερη έννοια του όρου, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι η αρχαιολογία είναι σήμερα ο μόνος δρόμος για να κατανοήσουμε το παρόν. Ζούμε σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός, που κατά τη γέννησή του συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη των πόλεων, φαίνεται να τις έχει εγκαταλείψει σε μια αδυσώπητη παρακμή. Αυτές που κάποτε ήταν πόλεις μετατρέπονται σε "ιστορικά κέντρα", λίγο πολύ ακατοίκητα, των οποίων ο προορισμός είναι να μουσειοποιηθούν, σαν "ιστορικό" να σημαίνει "διατηρητέο για τουριστική κατανάλωση". Η Βενετία δεν αποτελεί εξαίρεση από αυτή την άποψη. Στα είκοσι arrondissements (δημοτικά διαμερίσματα) του "ιστορικού" Παρισιού, κατοικεί σήμερα το ένα τρίτο του πληθυσμού που ζούσε στα τέλη του 19ου αιώνα. Γύρω από αυτά τα κέντρα, αναπτύσσονται πυκνοκατοικημένες περιφέρειες, στις οποίες η μνήμη της πόλης έχει απολεσθεί εντελώς.

Όποιος ενδιαφέρεται για την ιστορία των πόλεων, γνωρίζει ότι η Βενετία, μέσω της πολεοδομίας της, μαρτυρεί με ιδιαίτερο τρόπο εκείνο που ήταν αρχικά η ζωή και η μορφή μιας πόλης. Γι' αυτό ακριβώς, ίσως, ορμώμενοι από τη Βενετία, είναι εφικτό να φανταστούμε τι θα μπορούσε ακόμα να είναι μια πόλη –δίχως τα αυτοκίνητα, που κάνουν τη ζωή τόσο δυσάρεστη στη Ρώμη, και με τη δυνατότητα να ενσωματωθεί, αφενός μεν, μια τοπική οικονομία της λιμνοθάλασσας στην αγορά, αφετέρου δε, μια "ντόπια" γλώσσα και ένας εγγενής "ντόπιος" πολιτισμός (χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο, με την έννοια που του προσδίδει ο Ιβάν Ίλιτς, ως συνώνυμο του απελευθερωμένου από τις συνθήκες της αγοράς) στην εθνική γλώσσα και κουλτούρα. Για όλους αυτούς τους λόγους βρίσκω, σε πείσμα της σημερινής κατάστασης, εποικοδομητικό το να ζω στη Βενετία».

Οι τουρίστες φαίνεται να έχουν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη Βενετία από τους Βενετσιάνους, σχεδόν σαν να μην την αναγνωρίζουν πια ως πόλη. Δεν βλέπουν πια τις γέφυρες ως δομές διέλευσης, αλλά ως θέσεις με καλή θέα για να πάρουν φωτογραφίες ή να ξαποστάσουν. Συνωστίζονται στις εισόδους των βαπορέτων, σα να πιστεύουν ότι όλοι πρέπει να κατεβούν μόνο στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, σαν να πρόκειται για «λεωφορειάκια» ενός θεματικού πάρκου και όχι για μέσα αστικής μεταφοράς. Κατά τη γνώμη σας, αυτό συμβαίνει λόγω κάποιας μορφής «άγνοιας» ή γιατί η Βενετία δεν γίνεται πλέον αντιληπτή εξωτερικά ως πόλη;

«Δεν είναι μόνο οι τουρίστες που δεν βλέπουν πια τη Βενετία ως πόλη, αλλά και οι κάτοικοι -που την έχουν εγκαταλείψει για να μεταφερθούν στη στεριά- και, προπάντων, εκείνοι που τη διοικούν. Άλλωστε, δεν είναι εύκολο να πούμε τι είναι σήμερα μια πόλη και ποιο υπόδειγμα πρέπει να έχουμε κατά νου για να συνεχίσουν οι πόλεις να είναι βιώσιμες. Σίγουρα, υπόδειγμα δεν είναι οι άμορφες μεγαλουπόλεις του τρίτου κόσμου των είκοσι εκατομμυρίων κατοίκων, όπου οι παράγκες και οι πρόχειροι οικισμοί εναλλάσσονται με ουρανοξύστες. Ούτε η μητρόπολη που είχε κατά νου το δημοτικό συμβούλιο του Κατσιάρι, όταν θεωρούσε ως ενιαίο αστικό ιστό την περιοχή από τη Βενετία μέχρι την Πάδοβα, ξεχνώντας ότι ο όρος "μητρόπολη" παραπέμπει ιστορικά σε ένα σύστημα αποικιών.

Από αυτή την σκοπιά, ήταν μάλλον λάθος που διατηρήθηκε η Βενετία και το Μέστρε στον ίδιο Δήμο. Μια πόλη ορίζεται βέβαια από ένα οικονομικό σύστημα, αλλά πρωτίστως από μια συγκεκριμένη ποιότητα ζωής, από μια συγκεκριμένη μορφή ζωής. Όταν οι τεράστιες μεγαλουπόλεις πεθάνουν, θα πρέπει να σκεφτούμε έναν νέο κοινοτικό πολιτισμό, που θα ορίζεται από την ισορροπία ανάμεσα στην τοπική και την παγκόσμια οικονομία. Η ιστορία και η φυσική πραγματικότητα της Βενετίας θα μπορούσαν τότε να παράσχουν κάποιες υποδείξεις. Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι μια πόλη, που έχει σχεδιαστεί περισσότερο για τα αυτοκίνητα παρά για τους κατοίκους της, αποτελεί ένα παρωχημένο μοντέλο, και η Βενετία, από αυτή την άποψη, είναι μια πόλη του μέλλοντος. Η εναλλακτική είναι μια σταδιακή επιστροφή στην ύπαιθρο, τα πρώτα σημάδια της οποίας ήδη διαφαίνονται».

Είναι απτή η αίσθηση μιας μορφής συγκαλυμμένης δυσανεξίας που οι Βενετσιάνοι φαίνεται να αναπτύσσουν προς τους τουρίστες, αν και η πόλη ζει σχεδόν αποκλειστικά χάρη στην παρουσία τους. Πώς το κρίνετε αυτό;

«Η δυσανεξία δεν είναι συγκαλυμμένη, αρχίζει να γίνεται εμφανής ακόμη και σε όσους ζουν από τον τουρισμό, πόσω μάλλον στους άλλους, που αποτελούν την πλειονότητα και είναι απλώς θύματά του. Αργά ή γρήγορα θα έλθουν σε ένα είδος σύγκρουσης. Και δεν είναι αλήθεια ότι η πλειονότητα των κατοίκων ζει από τον τουρισμό: σε σχέση με το συνολικό αριθμό των κατοίκων, οι εργαζόμενοι στον κλάδο του τουρισμού είναι οπωσδήποτε μειονότητα».

Σχετικά με όσους ζητούν τον περιορισμό των τουριστικών ροών, την επιβολή εισιτηρίου εισόδου ή ακόμη και έναν κλειστό αριθμό τουριστών στη Βενετία, ποια είναι η γνώμη σας;

«Το πρόβλημα του τουρισμού μπορεί να βρει λύση μόνο αν βασιστούμε σε συγκεκριμένα δεδομένα. Το πρώτο από αυτά είναι ότι στη Βενετία το 25% των τουριστών αποφέρει το 75% του εισοδήματος. Αυτό είναι ένα στοιχείο που μου δόθηκε από τον Δήμο και δεν έχω λόγο να το αμφισβητήσω. Επομένως, θα μπορούσε να έχει νόημα ένας συνετός περιορισμός του τουρισμού, ο οποίος όχι μόνο δεν θα συνεπαγόταν απώλεια εισοδήματος, αλλά, αντίθετα, θα το αύξανε, καθώς εκείνο το 75% που δεν αποφέρει τίποτα, κοστίζει υπερβολικά όσον αφορά στα έξοδα για τα απόβλητα κ.λπ. Επί δημαρχίας Κατσιάρι είχε εξεταστεί από το δημοτικό συμβούλιο η δυνατότητα περιορισμού των γκρουπ τουριστών, που προκαλούν τη μεγαλύτερη ενόχληση και αποφέρουν το λιγότερο εισόδημα, και είχε διαπιστωθεί ότι η λύση ήταν εύκολη, επειδή τα γκρουπ οργανώνονται από ταξιδιωτικά πρακτορεία, των οποίων ο έλεγχος είναι εφικτός, όπως επίσης και η πραγματοποίηση συμφωνιών μαζί τους. Αν δεν έγινε τίποτα, αυτό οφείλεται απλά στην έλλειψη θάρρους».

Η Βενετία είναι επίσης μια φοιτητούπολη, με τα πανεπιστήμια Ca’ Foscari και Iuav, την Ακαδημία, το Ωδείο, κ.λπ. Ωστόσο, φαίνεται ότι ακόμη και οι φοιτητές είναι μόλις ανεκτοί και εν μέρει περιθωριοποιημένοι από τον αστικό ιστό. Εσείς, που έχετε διατελέσει επί μακρόν καθηγητής στο Iuav, τι πιστεύετε εν προκειμένω;

«Η κατάσταση των νέων στην Ιταλία είναι ντροπιαστική σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αποτελούν ένα είδος ευμετάβλητου εργατικού δυναμικού που μπορεί να εκμεταλλεύεται κανείς χωρίς όρια με επισφαλείς θέσεις εργασίας. Και το λίγο εισόδημα που κερδίζουν, απορροφάται από το ενοίκιο όχι κατοικιών αλλά κλινών, όπως συμβαίνει μαζικά και ανεξέλεγκτα στη Βενετία. Είναι πραγματικά ένα πρωτοφανές θέαμα στην ιστορία, μια γενιά ενηλίκων να εκμεταλλεύεται και να κρατά σε ταπεινωτική θέση τα ίδια της τα παιδιά. Και αυτό δεν είναι απλά μια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ένα νομοθετικό καθεστώς. Στη μεθοδική διάλυση της εκπαίδευσης, που επιτελούν εδώ και χρόνια οι κυβερνήσεις, συμβάλλει και μια παράλογη νομοθεσία που υποχρεώνει τους φοιτητές να περνούν σημαντικό αριθμό ωρών δουλεύοντας δωρεάν με το πρόσχημα της πρακτικής άσκησης (stages), που δεν έχει σε καμία περίπτωση εκπαιδευτικό και επιμορφωτικό χαρακτήρα. Όσο λιγοστεύουν οι επαγγελματικές ευκαιρίες, τόσο περισσότερο τέτοιες μορφές απασχόλησης προβάλλονται στους νέους ως οι μόνες εφικτές. 

Αν μιλήσετε με μερικούς καθηγητές, θα αντιληφθείτε ότι η σωστή ολοκλήρωση του προγράμματος σπουδών καθίσταται κατ' αυτόν τον τρόπο αδύνατη. Παρ’ όλα αυτά, από τους νέους -όπως εκείνους της ομάδας La Vida, που έδωσαν πάλι ζωή στο Θέατρο της Ανατομίας στο Campo San Giacomo dell’Orio- προέρχονται οι λιγοστές πρωτοβουλίες για τη ζωή της πόλης. Έχω παραστεί, στις μισοσκότεινες αίθουσες εκείνου του θεάτρου, του οποίου η Περιφέρεια έκοψε το ηλεκτρικό ρεύμα, σε κάποιες συναυλίες -όπως εκείνη της ρεμπέτικης μουσικής του βενετσιάνικου συγκροτήματος Neochori- που ήταν απείρως αυθεντικότερες και σημαντικότερες πολιτιστικά από ό,τι βλέπει κανείς σε άλλες αίθουσες που λειτουργούν με επιχορηγήσεις».

Τι θα θέλατε να αλλάξει σε αυτή την πόλη, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται σήμερα;

«Θα σας απαντήσω με μια παραβολή από την εβραϊκή παράδοση: “Για να εγκαθιδρυθεί η βασιλεία του Θεού στη γη, έλεγε ένας ραβίνος, δεν είναι απαραίτητο να αλλάξουν όλα και να ξεκινήσει ένας εντελώς νέος κόσμος: αρκεί να μετακινηθεί λίγο αυτή η κούπα, αυτή η πέτρα ή αυτό το μικρό δεντράκι και ούτω καθεξής. Αλλά αυτό το λίγο, είναι τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, που οι άνθρωποι δεν το καταφέρνουν και είναι απαραίτητο να έρθει ο Μεσσίας”.

Αυτό σημαίνει, μου φαίνεται, ότι ακριβώς για αυτή τη μικρή μετακίνηση απαιτείται περισσότερη φαντασία και θάρρος από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να διαθέτει η πολιτική μας τάξη».

* Το κείμενο προέρχεται από συνέντευξη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν στον δημοσιογράφο Ενρίκο Ταντούτσι, η οποία δημοσιεύτηκε στις 31/12/2017 στην εφημερίδα Il mattino di Padova.


Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Μεταξύ ηθοποιών και μαριονετών – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το θέατρο και η πολιτική, όπως γνώριζαν οι αρχαίοι, είναι στενά συνδεδεμένα και είναι απίθανο η θεατρική σκηνή να παραμένει ζωντανή, όταν η αντίστοιχη πολιτική πεθαίνει ή εκλείπει. Ωστόσο, σε μια χώρα όπου η άσκηση της πολιτικής φαίνεται να γίνεται μόνο από μούμιες, που υποκρίνονται ότι διευθύνουν την εκταφή τους ή, με άλλα λόγια, τη νεκρανάστασή τους, τις τελευταίες μέρες ήταν δυνατόν να παρακολουθήσουμε, σε ένα μικρό θέατρο της Βενετίας, μια παράσταση τόσο γεμάτη ζωή και ευφυΐα, που οι θεατές –όπως θα έπρεπε πάντα να συμβαίνει στο θέατρο– εξήλθαν από αυτή πιο συνειδητοποιημένοι και σχεδόν σωματικά αναγεννημμένοι. Ένα τέτοιο θαύμα δεν συνέβη τυχαία. Ο Πιερμάριο Βέσκοβο, με την εμβληματική του γνώση της ιστορίας του θεάτρου, ανέτρεξε με οξυδέρκεια σε μια παράδοση που φαινομενικά είναι ελάσσων, αλλά στην πραγματικότητα, προπαντός στην Ιταλία, είναι οπωσδήποτε μείζων, αυτή των μαριονετών. Όμως το έκανε –και εδώ έγκειται η καινοτομία– συνδυάζοντας την παρουσία του σώματος έξι γυναικών ηθοποιών με εκείνη των μαριονετών, που αυτές οι ηθοποιοί κρατούν στα χέρια τους και κινούν, έτσι ώστε μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών, μεταξύ των επιβλητικών σωμάτων των ηθοποιών που παίζουν και αυτών των μικροσκοπικών και αφανών – αλλά εξίσου παρόντων– μαριονετών, συντελείται μια μη μετρήσιμη ανταλλαγή, όπου η ζωή μεταδίδεται εκατέρωθεν, αδιάκοπα και αμφίδρομα, και δεν είναι ξεκάθαρο στο τέλος αν είναι οι ηθοποιοί εκείνοι που κινούν τις μαριονέτες ή οι μαριονέτες που ταρακουνούν και εμψυχώνουν τις ηθοποιούς. Ο Νούτσιο Τζαπέλα, ένας από τους τελευταίους μεγάλους ναπολιτάνους κουκλοπαίκτες, όταν παρουσίασε τον μικρό, και φθαρμένο πλέον, Πουλτσινέλα του, είπε κάποτε: «Είναι ο πατέρας μου!» Δεν θα μπορούσε ίσως να περιγραφεί πιο αποτελεσματικά το μυστήριο που συντελείται μεταξύ της κούκλας-ανδρείκελου και του κουκλοπαίχτη. Αλλά ο Βέσκοβο, μπολιάζοντας ιδιοφυώς το ιαπωνικό μπουνράκου στην παράδοση της ιταλικής κωμωδίας, έκανε κάτι περισσότερο: μετέτρεψε ένα έλασσον κείμενο του Γκολντόνι (το έργο Η Ανώνυμη – που δεν είχε ξαναπαιχτεί μετά τον θάνατο του συγγραφέα) σε κάτι προκλητικό και σφοδρά επίκαιρο.

Το δίδαγμα που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτό είναι ότι η διάλυση κάθε θεσμού, όχι μόνο πολιτικού, που ζούμε στις μέρες μας, δεν μας καθιστά κατ’ ανάγκην ανίσχυρους: είναι πάντοτε δυνατό να βρούμε στο παρελθόν και να διατηρήσουμε, ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, υπνώττοντα τον εαρινό σπόρο που, με συνέπεια, την κατάλληλη στιγμή θα βγει βλασταίνοντας στο φως.


[Αναρτήθηκε στις 19.11.2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=36728]

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Κατοικώ και οικοδομώ – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Θα ήθελα οι σκέψεις, που θα προσπαθήσω σήμερα να σας μεταφέρω, να ληφθούν υπόψη χωρίς να αποσπαστούν από το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν, που είναι εκείνο των αρχαιολογικών ερευνών με τις οποίες ασχολούμαι πλέον εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια. Όπως γνωρίζετε, η αρχαιολογία για την οποία μιλούμε εδώ, αν και είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία, δηλαδή με την υπομονετική, λεπτομερή ανασυγκρότηση γεγονότων και συμβάντων σε μια χρονολογική αλληλουχία, δεν ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την ιστορία, επειδή διατηρεί πάντοτε σχέση με εκείνο που ο Φουκώ ονόμαζε, με μια παράδοξη έκφραση βέβαια, ιστορικό a priori. Δηλαδή διατηρεί σχέση με μια αρχή, που, αν και δεν είναι μεταϊστορική, δεν μπορεί ωστόσο να τοποθετηθεί σε μια χρονολογία. Πρόκειται όχι απλώς για μια αρχή αλλά κυρίως για μια απόκλιση ανάμεσα στο σημείο ανάδυσης ενός φαινομένου και την παράδοση των πηγών που μας το μεταδίδουν. Το στοίχημα της αρχαιολογίας είναι ότι ακριβώς αυτή η απόκλιση, αυτή η υπεροχή του φαινομένου σε σχέση με την ιστορική του παράδοση, καθιστά το φαινόμενο κατανοητό πέρα από το πλαίσιο των αιτιών και των αποτελεσμάτων, στα οποία επικεντρώνεται η ιστοριογραφική έρευνα.

Και θα ήθελα, υπό αυτή την οπτική –που είναι κυρίως αρχαιολογική και όχι απλώς ιστοριογραφική– να δεχτείτε τις σύντομες και σίγουρα υπερβολικά συνοπτικές υποθέσεις μου σχετικά με το a priori της αρχιτεκτονικής, που θα σας παρουσιάσω. Ακόμα και η κρίσιμη, βέβαια, διάγνωση που θα προκύψει, αναφορικά με την κατάσταση της αρχιτεκτονικής στην εποχή μας, πρέπει να ιδωθεί σε αρχαιολογικό πλαίσιο. Και αυτό είναι ακόμα πιο αναγκαίο ενόψει της σημερινής συνάντησης, καθώς τίθεται σε αυτήν το ζήτημα της ταυτότητας της αρχιτεκτονικής, η οποία, στο ίδιο το όνομά της, φαίνεται να περιέχει μια ουσιαστική αναφορά στην αρχή.

2.

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να σκεφτώ ποιο θα μπορούσε να είναι το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής (ας πούμε, από τα μέσα του 19ου αιώνα, δηλαδή από τότε που υπάρχουν οι σχολές αρχιτεκτονικής). Για να απαντήσουμε σε αυτήν την ερώτηση, θα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ένα τέτοιο ιστορικό a priori για την αρχιτεκτονική γενικά. Νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι κάτι τέτοιο, όπως η αρχιτεκτονική, υφίσταται, επειδή ο άνθρωπος είναι ένα ον που κατοικεί. Η κατοικία –ή μάλλον ο σύνδεσμος μεταξύ οικοδομής και κατοικίας– είναι, δηλαδή, το a priori, η συνθήκη ύπαρξης της αρχιτεκτονικής. Η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη της οικοδόμησης, στο βαθμό που είναι, επίσης, η τέχνη της κατοίκησης.

Ο Εμίλ Μπενβενίστε, ο συγγραφέας του Λεξικού των ινδοευρωπαϊκών θεσμών, χωρίς το οποίο είναι μάλλον αδύνατο να κατανοήσουμε την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, παρατήρησε κάποτε ότι, στις ινδοευρωπαϊκές λέξεις που ορίζουν το «σπίτι», φαίνεται να αλληλοεπικαλύπτονται δύο διακριτές έννοιες: από τη μια, το σπίτι-κατοικία, που εκφράζει κάποια κοινωνική ένταξη και ταυτότητα, ότι ανήκουμε κοινωνικά κάπου (το οποίο ονομάζεται στα λατινικά domus: ο τόπος της οικογένειας και της γενεάς), και από την άλλη, το σπίτι-κτήριο (το οποίο ονομάζεται στα λατινικά aedes). Σύμφωνα με τον Μπενβενίστε, αυτές οι έννοιες, τις οποίες τείνουμε να συγχέουμε στην κοινή ρίζα *dem της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, πρέπει να παραμένουν διακριτές: το σπίτι-κατοικία και το σπίτι-κτήριο, αν και τουλάχιστον εν μέρει μπορεί να συμπίπτουν στον χώρο, εκφράζουν δύο πραγματικότητες που έχουν ελάχιστα να μοιραστούν μεταξύ τους. Το domi, το να είμαστε στο σπίτι, δεν σημαίνει «να βρισκόμαστε σε ένα συγκεκριμένο κτήριο», αλλά να ανήκουμε σε ένα συγκεκριμένο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο (τη domus-familia), εντός του οποίου είμαστε και νιώθουμε «στο σπίτι μας», όχι μόνο επειδή βρισκόμαστε με τους δικούς μας, αλλά και επειδή, όπως δείχνει η αντίθεση domi bellique («στην ειρήνη και στον πόλεμο»), στο «σπίτι» είναι δυνατές ορισμένες σχέσεις και αποκλείονται άλλες, όπως εκείνες που έχουμε με έναν hostis, έναν κοινό εχθρό.

Αν οι παρατηρήσεις του Μπενβενίστε είναι όντως σωστές, αυτό σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ οικοδόμησης και κατοίκησης, πόρρω απέχοντας από το να είναι αυτονόητη, όπως θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, είναι τουλάχιστον προβληματική, και σε αυτήν τη σχέση θα ήθελα να σας προσκαλέσω να εστιάσετε τη σκέψη σας.

Το Λεξικό του Μπενβενίστε, που περιέχει αυτήν την ανάλυση της ρίζας *dem, εκδόθηκε το 1969. Το 1951, ο Χάιντεγκερ είχε δώσει στο Ντάρμστατ μια διάλεξη με τίτλο Οικοδομώ, κατοικώ, σκέπτομαι, όπου υποστηριζόταν η αντίθετη θέση: το «οικοδομώ» (bauen) σημαίνει αρχικά «κατοικώ» (buan, wohnen) και μόνο το «να κατοικώ» δίνει νόημα στο «να οικοδομώ». Ο άνθρωπος είναι ένα ον που οικοδομεί γιατί κατοικεί, αλλά αυτή η ενιαία ύπαρξη του ανθρώπου απειλείται από μια ουσιαστική απο-οικειοποίηση, η οποία θέτει κάθε φορά σε κίνδυνο την ενότητα του οικοδομώ και του κατοικώ.

Σε αυτή την προοπτική, η αρχιτεκτονική θα μπορούσε να οριστεί ως η προσπάθεια να κρατηθούν ενωμένες οι δύο σημασίες της ινδοευρωπαϊκής ρίζας *dem, οικοδομώ και κατοικώ. Το να οικοδομούμε σημαίνει να επαληθεύουμε ή να πραγματοποιούμε μια κοινωνική ένταξη, μια ύπαρξη στο σπίτι, και, αντίστροφα, το να είμαστε κοινωνικά ενταγμένοι, να ανήκουμε κοινωνικά κάπου, να είμαστε στο σπίτι, να κατοικούμε σημαίνει να οικοδομούμε. Αλλά είναι πραγματικά έτσι;

Αν επανέλθουμε τώρα στο ερώτημά μας σχετικά με το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, η υπόθεση που θα ήθελα να σας προτείνω είναι ότι η –ήδη αυτή καθεαυτήν προβληματική– ενότητα του κατοικώ και του οικοδομώ διασπάστηκε κάποια στιγμή (για λόγους που δεν μπορούμε να διερευνήσουμε σε αυτή την περίσταση). Το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής θα μπορούσε να είναι λοιπόν σήμερα ακριβώς η αδυναμία ή η ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να κατοικήσει και, για τους αρχιτέκτονες, η συνεπαγόμενη ρήξη της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη της οικοδόμησης και την τέχνη της κατοίκησης.

Αυτό μας επιτρέπει να εξηγήσουμε το εξής παράδοξο φαινόμενο: την ίδια στιγμή που ιδρύονται οι σχολές αρχιτεκτονικής, οι άνθρωποι, οι οποίοι ήταν ικανοί να οικοδομούν και να κατοικούν τα σπίτια τους, χάνουν αυτή τη δεξιότητα και συνάμα την ικανότητα να αισθάνονται πραγματικά «στο σπίτι τους», σαν η αρχιτεκτονική να λειτουργεί ως ένα από εκείνα που ο Ιβάν Ίλιτς έχει ονομάσει «επαγγέλματα που προκαλούν ανικανότητα και αναπηρία» (αναφερόμενος σε μία υπερτροφία των επαγγελμάτων στην εποχή μας, κατά την οποία επαγγελματοποιούνται όλα όσα κάποτε έκαναν οι άνθρωποι αυθόρμητα). Όμως αυτό επιτρέπει κυρίως να εξηγήσουμε εκείνο το οποίο πιστεύω ότι οι φοιτητές αρχιτεκτονικής δεν πρέπει ποτέ να πάψουν να στοχάζονται, και συγκεκριμένα εννοώ το γεγονός ότι, όπως γνωρίζετε, το στρατόπεδο του Άουσβιτς σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από έναν αρχιτέκτονα, τον Φριτς Έρλ, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Σχολή Μπαουχάους [Bauhaus: προέρχεται από τις λέξεις "bauen" (οικοδομώ) και "haus" (σπίτι)]. Από μία ευτυχή – ή ίσως ατυχή – σύμπτωση, το σχέδιο του στρατοπέδου, υπογεγραμμένο από κοινού με έναν άλλο αρχιτέκτονα, τον Βάλτερ Ντεγιάκο, έχει διασωθεί. Οι δύο αρχιτέκτονες δικάστηκαν στη Βιέννη το 1972 και αθωώθηκαν. Αλλά το ερώτημα που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι: πώς είναι δυνατόν αρχιτέκτονες, για τη σοβαρότητα των οποίων δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε, να σχεδίασαν κτήριο, στο οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν να αισθανθεί κανείς οικεία, «σαν στο σπίτι του», δηλαδή να κατοικήσει; Τι μπορεί να είναι μία αρχιτεκτονική που βασίζεται στη μη δυνατότητα κατοίκησης; Αυτή είναι η ερώτηση που ήρθα να σας θέσω.

Ωστόσο, αν οι μέχρι τώρα συλλογισμοί μας είναι ορθοί, το συμπέρασμα που απορρέει είναι ότι η αρχιτεκτονική βρίσκεται σήμερα στην ιστορική θέση να πρέπει να οικοδομεί το μη κατοικίσιμο.

Μπορεί η αρχιτεκτονική να οικοδομήσει το μη κατοικίσιμο; Κι όμως, δεν είναι αυτό που κάνουν σήμερα χωρίς δισταγμό διάσημοι αρχιτέκτονες, όταν προτιμούν να κατασκευάζουν εμπορικά κέντρα, αεροδρόμια και άλλους χώρους (ίσως και τα μουσεία θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε αυτήν την κατηγορία), οικοδομικές δηλαδή κατασκευές για τις οποίες ο λόγος περί κατοίκησης δεν φαίνεται ειλικρινά δυνατός;

Λίγα λόγια σχετικά με τον τρόπο που θα ήθελα να γίνει αντιληπτή η υπόθεση που μόλις διατύπωσα. Αυτή η υπόθεση επ’ ουδενί δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια αποκαλυπτική διάγνωση που διεκδικεί ιστορική εγκυρότητα, δηλαδή ως ένας ισχυρισμός ότι σε μια συγκεκριμένη, χρονικά προσδιορίσιμη στιγμή, οι άνθρωποι απώλεσαν τη σύνδεση ανάμεσα στην οικοδομή και την κατοίκηση. Το γεγονός ότι ο Αλμπέρτι, ο Φιλάρετος και ο Βαζάρι ο Νεώτερος αναφέρονται στο πρόβλημα της αρχιτεκτονικής των φυλακών, δείχνει ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στη διατύπωση υποθέσεων, όπως αυτή που προτείνεται εδώ, σύμφωνα με την οποία η αρχιτεκτονική βρίσκεται σήμερα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το πρόβλημα της οικοδόμησης του μη κατοικίσιμου. Πρόκειται μάλλον, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, για υποθέσεις και παραδείγματα που αποσκοπούν στο να καταστήσουν κατανοητή μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση και όχι για μια αποκαλυπτική διάγνωση μεταμφιεσμένη σε ιστορική έρευνα. Πριν από πολλά χρόνια, όταν, στην αρχή της έρευνάς μου για τον Homo sacer, είχα γράψει ότι το στρατόπεδο και όχι η πόλη αποτελεί σήμερα το πολιτικό παράδειγμα, το πολιτικό πρότυπο της Δύσης, η συγκεκριμένη διατύπωση είχε προκαλέσει σκάνδαλο και πολεμικές αντιδράσεις. Σήμερα, αυτή η θέση, αποκατεστημένη στη φύση της ως φιλοσοφικό παράδειγμα και όχι ως ιστοριογραφική θέση για αδιάκριτες γενικεύσεις, γίνεται αποδεκτή από όλους σχεδόν τους μελετητές της πολιτικής, που δεν είναι αφελείς απολογητές του συστήματος.

Δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε επίσης ότι ακόμα και ένα αρχαιολογικο-φιλοσοφικό παράδειγμα μπορεί να έχει ηθικές επιπτώσεις και σε ιστορικό επίπεδο, με την έννοια ότι, αν το πρόβλημα της κατοίκησης δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνο της οικοδόμησης, δηλώσεις όπως αυτή που μπορεί κανείς να διαβάσει σε μια ιστορία της αρχιτεκτονικής των φυλακών, σύμφωνα με την οποία η φυλακή δεν έχει βρει ακόμα τον «ποιητή» της, είναι τουλάχιστον επιπόλαιες, γιατί ίσως δεν μπορεί ούτε πρέπει να τον βρει (εκτός εάν, κάτι μάλλον απίθανο κατά την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, ο αρχιτέκτονας προτίθεται να προβεί σε μια επαναστατική –με τη στενή έννοια του όρου– πράξη εναντίον του κρατικού μηχανισμού).

Ωστόσο, σήμερα αναγκαζόμαστε να ακούμε, σε αυτόν τον τομέα, λόγια που είναι τουλάχιστον ανεύθυνα. Πριν από μερικές μέρες, ένας πρώην δήμαρχος της Βενετίας, που δίδαξε για δεκαετίες σε μια Σχολή Αρχιτεκτονικής, δήλωσε ότι το να πιστεύει κανείς πως σήμερα μπορεί να φέρει, αντί για τους τουρίστες, τους κατοίκους πάλι στις πόλεις τους είναι λόγος «ρομαντικών και ονειροπόλων ψυχών». Πιθανόν προσπαθεί, με τη συγκεκριμένη δήλωση, απλώς να καλύψει τις ευθύνες του για την παρακμή της πόλης, που έπρεπε να διοικήσει, αλλά το γεγονός ότι, με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έννοια της κατοίκησης θεωρείται και δηλώνεται ως παρωχημένη, είναι σίγουρα αξιοσημείωτο.

Αλλά τι σημαίνει κατοικώ;

Το λατινικό ρήμα habitare, από το οποίο προέρχεται ο όρος μας «κατοικία», είναι ένας ρηματικός τύπος που υποδηλώνει συχνότητα ή επανάληψη, ο οποίος προέρχεται από το λατινικό ρήμα habeo, που σημαίνει «έχω». Εμείς χρησιμοποιούμε το ρήμα «έχω» –όπως άλλωστε και το ρήμα «είμαι»– σαν να είναι η σημασία του αυτονόητη. Όμως δεν είναι έτσι. Έχουμε στη διάθεσή μας ακόμα ένα πολύτιμο δοκίμιο του Εμίλ Μπενβενίστε με τίτλο «Το Είναι και το Έχειν στις γλωσσικές τους λειτουργίες», που δείχνει ότι όχι μόνο η σημασία αυτών των δύο ρημάτων είναι εξαιρετικά προβληματική, αλλά και ότι συνδέονται μεταξύ τους με μια πολύπλοκη σχέση. Ανακαλύπτουμε έτσι ότι το ρήμα «έχω» –όπως και το ρήμα «είμαι»– απουσιάζει από τις περισσότερες γλώσσες. Σε πολλές γλώσσες, όπως στα αραβικά και τις αλταϊκές γλώσσες, αντικαθίσταται από εκφράσεις του τύπου «είναι σε» ή «είναι του». Από αυτό είναι εύκολο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το «εγώ έχω» δεν είναι τίποτα άλλο από το αντίστροφο του «είναι σε εμένα», που αποτελεί την κανονική έκφραση. Το mihi est pecunia (σε εμένα είναι χρήματα) μετατρέπεται σε ego habeo pecuniam (εγώ έχω χρήματα): αυτό που ήταν υποκείμενο στην πρώτη διατύπωση μετατρέπεται σε αντικείμενο στη δεύτερη.

Το συμπέρασμα του Μπενβενίστε είναι ότι τόσο το ρήμα «είμαι» όσο και το ρήμα «έχω» είναι ρήματα κατάστασης. Ωστόσο, παρόλο που είναι κοντινά, διαφέρουν, διότι το «είμαι» εκφράζει την κατάσταση του όντος, εκείνου που είναι κάτι, ενώ το «έχω» εκφράζει την κατάσταση του έχοντος, εκείνου που έχει ή κατέχει κάτι. Το «είμαι» δημιουργεί μια ενδογενή σχέση ταυτότητας μεταξύ των δύο όρων, ενώ το «έχω» δημιουργεί μια εξωγενή σχέση κατοχής.

Αλλά είναι πραγματικά έτσι; Ορισμένα από τα παραδείγματα που παραθέτει ο γλωσσολόγος Μπενβενίστε αφήνουν να εννοηθεί ότι η σημασία των δύο ρημάτων είναι ακόμα πιο κοντινή από ό,τι ο ίδιος θα ήθελε να υποδείξει.

Από το habeo («έχω») προέρχονται

το habilis, που αρχικά σημαίνει «πράγμα εύκολο να το αποκτήσεις ή να το χειριστείς, κατάλληλο για χρήση» και αργότερα «πρόσωπο ικανό, επιδέξιο να κατορθώσει κάτι»·

το habitus που υποδηλώνει «τρόπο ύπαρξης, εγκράτεια, στάση ή εξωτερική περιβολή και εμφάνιση» –επομένως «ικανότητα, σταθερή διάθεση, έξη ή εξοικείωση, ένδυμα και διαμορφωμένη συμπεριφορά»: για παράδειγμα, «ο αρχιτέκτονας έχει την απαραίτητη τεχνική εξοικείωση για να οικοδομεί»·

το habitudo που υποδηλώνει «τρόπο αυτοσυγκράτησης ή διατήρησης σταθερής συμπεριφοράς», «σωματική κατάσταση και ευεξία» –και, αργότερα, «συνήθεια»·

το habena που σημαίνει «λουρί, χαλινάρι, αυτό από το οποίο κάτι συγκρατείται»·

και τέλος, το επιτατικό ρήμα μας habitare, που δεν σημαίνει μόνο «είμαι ή μένω συνήθως, διαμένω», αλλά προπαντός «έχω σταθερά ή καθ' έξη σχέση με κάτι, έχω το habitus («την καθ’ έξη συνήθεια ή ικανότητα») ή την εξοικείωση με κάτι»: ας σταθούμε στην παράξενη έκφραση, που απαντάται, για παράδειγμα, στον Γρηγόριο τον Μέγα και στο μοναστηριακό λεξιλόγιο, secum habitare («να κατοικείς με τον εαυτό σου»), δηλαδή: να έχεις μια ιδιαίτερη εξοικείωση με τον εαυτό σου, έναν συγκεκριμένο τρόπο χρήσης του εαυτού σου, να είσαι και να ζεις σε σχέση πάντοτε με τον εαυτό σου.

Διαφωτιστική είναι επίσης η κοινή διατύπωση bene habet («έχει καλώς», «είναι εντάξει»), ή se bene habere, με την οποία δηλώνεται ότι κάποιος «είναι καλά».

Όπως υποδηλώνεται από αυτές τις λέξεις, οι σημασίες του «έχω» και του «είμαι» αλληλοκαθορίζονται, σχεδόν σαν το «έχω» να σημαίνει πρωτίστως «να έχω έναν ιδιαίτερο τρόπο να είμαι, να υπάρχω», να είμαι διατεθειμένος με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η κατοικία, με αυτή την έννοια, γίνεται μια οντολογική κατηγορία. Να κατοικείς –αυτός είναι ο ορισμός που θα ήθελα προσωρινά να προτείνω– σημαίνει να δημιουργείς, να διατηρείς και να εντείνεις έξεις και συνήθειες, δηλαδή τρόπους ύπαρξης.

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που «κατοικεί», γιατί υπάρχει με τον τρόπο του «έχω» – δηλαδή, με την έννοια που είδαμε, της ικανότητας, της έξης και της συνήθειας. Ο άνθρωπος είναι, δηλαδή, ένας ζωντανός οργανισμός που μετατρέπει το «είναι» σε «έχω». Υπάρχει μια αμοιβαιότητα και συνεχής ανταλλαγή μεταξύ του «είναι» και του «έχω». Και αυτή η αμοιβαιότητα είναι επίσης ένας καλός ορισμός της ηθικής, εφόσον δεν ξεχνάμε ότι η λέξη «έθος» - «ήθος» έχει σχέση με τον τρόπο που «είμαστε» και «ζούμε» με τους άλλους και προπάντων με τον εαυτό μας, δηλαδή ότι η ηθική είναι πρωτίστως ένα secum habitare. Για αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος χρειάζεται όχι μόνο ένα κρησφύγετο ή μια φωλιά, αλλά κυρίως ένα σπίτι, δηλαδή έναν τόπο για να κατοικεί, να δημιουργεί, να γνωρίζει, να καλλιεργεί εντατικά τις «έξεις» του. Το να δημιουργούμε, που είναι το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής, προϋποθέτει ή σχετίζεται εγγενώς με το να κατοικούμε, με την ικανότητά μας να κατοικούμε. Η διακοπή της σχέσης μεταξύ της οικοδομής και της κατοικίας συνεπάγεται λοιπόν μια ριζική κρίση για την αρχιτεκτονική, με την οποία όσοι ασκούν σοβαρά αυτή την τέχνη δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν να αναμετρηθούν.

*Αναρτήθηκε στις 9/07/2019 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Το κείμενο προέρχεται από μια διάλεξη που δόθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου La Sapienza της Ρώμης στις 7 Δεκεμβρίου 2018.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...