Θα ήθελα οι σκέψεις, που θα προσπαθήσω σήμερα να σας μεταφέρω, να ληφθούν υπόψη χωρίς να αποσπαστούν από το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν, που είναι εκείνο των αρχαιολογικών ερευνών με τις οποίες ασχολούμαι πλέον εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια. Όπως γνωρίζετε, η αρχαιολογία για την οποία μιλούμε εδώ, αν και είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία, δηλαδή με την υπομονετική, λεπτομερή ανασυγκρότηση γεγονότων και συμβάντων σε μια χρονολογική αλληλουχία, δεν ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την ιστορία, επειδή διατηρεί πάντοτε σχέση με εκείνο που ο Φουκώ ονόμαζε, με μια παράδοξη έκφραση βέβαια, ιστορικό a priori. Δηλαδή διατηρεί σχέση με μια αρχή, που, αν και δεν είναι μεταϊστορική, δεν μπορεί ωστόσο να τοποθετηθεί σε μια χρονολογία. Πρόκειται όχι απλώς για μια αρχή αλλά κυρίως για μια απόκλιση ανάμεσα στο σημείο ανάδυσης ενός φαινομένου και την παράδοση των πηγών που μας το μεταδίδουν. Το στοίχημα της αρχαιολογίας είναι ότι ακριβώς αυτή η απόκλιση, αυτή η υπεροχή του φαινομένου σε σχέση με την ιστορική του παράδοση, καθιστά το φαινόμενο κατανοητό πέρα από το πλαίσιο των αιτιών και των αποτελεσμάτων, στα οποία επικεντρώνεται η ιστοριογραφική έρευνα.
Και θα ήθελα, υπό αυτή την οπτική –που είναι κυρίως αρχαιολογική και όχι απλώς ιστοριογραφική– να δεχτείτε τις σύντομες και σίγουρα υπερβολικά συνοπτικές υποθέσεις μου σχετικά με το a priori της αρχιτεκτονικής, που θα σας παρουσιάσω. Ακόμα και η κρίσιμη, βέβαια, διάγνωση που θα προκύψει, αναφορικά με την κατάσταση της αρχιτεκτονικής στην εποχή μας, πρέπει να ιδωθεί σε αρχαιολογικό πλαίσιο. Και αυτό είναι ακόμα πιο αναγκαίο ενόψει της σημερινής συνάντησης, καθώς τίθεται σε αυτήν το ζήτημα της ταυτότητας της αρχιτεκτονικής, η οποία, στο ίδιο το όνομά της, φαίνεται να περιέχει μια ουσιαστική αναφορά στην αρχή.
2.
Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να σκεφτώ ποιο θα μπορούσε να είναι το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής (ας πούμε, από τα μέσα του 19ου αιώνα, δηλαδή από τότε που υπάρχουν οι σχολές αρχιτεκτονικής). Για να απαντήσουμε σε αυτήν την ερώτηση, θα πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ένα τέτοιο ιστορικό a priori για την αρχιτεκτονική γενικά. Νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι κάτι τέτοιο, όπως η αρχιτεκτονική, υφίσταται, επειδή ο άνθρωπος είναι ένα ον που κατοικεί. Η κατοικία –ή μάλλον ο σύνδεσμος μεταξύ οικοδομής και κατοικίας– είναι, δηλαδή, το a priori, η συνθήκη ύπαρξης της αρχιτεκτονικής. Η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη της οικοδόμησης, στο βαθμό που είναι, επίσης, η τέχνη της κατοίκησης.
Ο Εμίλ Μπενβενίστε, ο συγγραφέας του Λεξικού των ινδοευρωπαϊκών θεσμών, χωρίς το οποίο είναι μάλλον αδύνατο να κατανοήσουμε την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, παρατήρησε κάποτε ότι, στις ινδοευρωπαϊκές λέξεις που ορίζουν το «σπίτι», φαίνεται να αλληλοεπικαλύπτονται δύο διακριτές έννοιες: από τη μια, το σπίτι-κατοικία, που εκφράζει κάποια κοινωνική ένταξη και ταυτότητα, ότι ανήκουμε κοινωνικά κάπου (το οποίο ονομάζεται στα λατινικά domus: ο τόπος της οικογένειας και της γενεάς), και από την άλλη, το σπίτι-κτήριο (το οποίο ονομάζεται στα λατινικά aedes). Σύμφωνα με τον Μπενβενίστε, αυτές οι έννοιες, τις οποίες τείνουμε να συγχέουμε στην κοινή ρίζα *dem της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, πρέπει να παραμένουν διακριτές: το σπίτι-κατοικία και το σπίτι-κτήριο, αν και τουλάχιστον εν μέρει μπορεί να συμπίπτουν στον χώρο, εκφράζουν δύο πραγματικότητες που έχουν ελάχιστα να μοιραστούν μεταξύ τους. Το domi, το να είμαστε στο σπίτι, δεν σημαίνει «να βρισκόμαστε σε ένα συγκεκριμένο κτήριο», αλλά να ανήκουμε σε ένα συγκεκριμένο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο (τη domus-familia), εντός του οποίου είμαστε και νιώθουμε «στο σπίτι μας», όχι μόνο επειδή βρισκόμαστε με τους δικούς μας, αλλά και επειδή, όπως δείχνει η αντίθεση domi bellique («στην ειρήνη και στον πόλεμο»), στο «σπίτι» είναι δυνατές ορισμένες σχέσεις και αποκλείονται άλλες, όπως εκείνες που έχουμε με έναν hostis, έναν κοινό εχθρό.
Αν οι παρατηρήσεις του Μπενβενίστε είναι όντως σωστές, αυτό σημαίνει ότι η σχέση μεταξύ οικοδόμησης και κατοίκησης, πόρρω απέχοντας από το να είναι αυτονόητη, όπως θα μπορούσε κανείς να πιστέψει, είναι τουλάχιστον προβληματική, και σε αυτήν τη σχέση θα ήθελα να σας προσκαλέσω να εστιάσετε τη σκέψη σας.
Το Λεξικό του Μπενβενίστε, που περιέχει αυτήν την ανάλυση της ρίζας *dem, εκδόθηκε το 1969. Το 1951, ο Χάιντεγκερ είχε δώσει στο Ντάρμστατ μια διάλεξη με τίτλο Οικοδομώ, κατοικώ, σκέπτομαι, όπου υποστηριζόταν η αντίθετη θέση: το «οικοδομώ» (bauen) σημαίνει αρχικά «κατοικώ» (buan, wohnen) και μόνο το «να κατοικώ» δίνει νόημα στο «να οικοδομώ». Ο άνθρωπος είναι ένα ον που οικοδομεί γιατί κατοικεί, αλλά αυτή η ενιαία ύπαρξη του ανθρώπου απειλείται από μια ουσιαστική απο-οικειοποίηση, η οποία θέτει κάθε φορά σε κίνδυνο την ενότητα του οικοδομώ και του κατοικώ.
Σε αυτή την προοπτική, η αρχιτεκτονική θα μπορούσε να οριστεί ως η προσπάθεια να κρατηθούν ενωμένες οι δύο σημασίες της ινδοευρωπαϊκής ρίζας *dem, οικοδομώ και κατοικώ. Το να οικοδομούμε σημαίνει να επαληθεύουμε ή να πραγματοποιούμε μια κοινωνική ένταξη, μια ύπαρξη στο σπίτι, και, αντίστροφα, το να είμαστε κοινωνικά ενταγμένοι, να ανήκουμε κοινωνικά κάπου, να είμαστε στο σπίτι, να κατοικούμε σημαίνει να οικοδομούμε. Αλλά είναι πραγματικά έτσι;
Αν επανέλθουμε τώρα στο ερώτημά μας σχετικά με το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, η υπόθεση που θα ήθελα να σας προτείνω είναι ότι η –ήδη αυτή καθεαυτήν προβληματική– ενότητα του κατοικώ και του οικοδομώ διασπάστηκε κάποια στιγμή (για λόγους που δεν μπορούμε να διερευνήσουμε σε αυτή την περίσταση). Το ιστορικό a priori της σύγχρονης αρχιτεκτονικής θα μπορούσε να είναι λοιπόν σήμερα ακριβώς η αδυναμία ή η ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να κατοικήσει και, για τους αρχιτέκτονες, η συνεπαγόμενη ρήξη της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη της οικοδόμησης και την τέχνη της κατοίκησης.
Αυτό μας επιτρέπει να εξηγήσουμε το εξής παράδοξο φαινόμενο: την ίδια στιγμή που ιδρύονται οι σχολές αρχιτεκτονικής, οι άνθρωποι, οι οποίοι ήταν ικανοί να οικοδομούν και να κατοικούν τα σπίτια τους, χάνουν αυτή τη δεξιότητα και συνάμα την ικανότητα να αισθάνονται πραγματικά «στο σπίτι τους», σαν η αρχιτεκτονική να λειτουργεί ως ένα από εκείνα που ο Ιβάν Ίλιτς έχει ονομάσει «επαγγέλματα που προκαλούν ανικανότητα και αναπηρία» (αναφερόμενος σε μία υπερτροφία των επαγγελμάτων στην εποχή μας, κατά την οποία επαγγελματοποιούνται όλα όσα κάποτε έκαναν οι άνθρωποι αυθόρμητα). Όμως αυτό επιτρέπει κυρίως να εξηγήσουμε εκείνο το οποίο πιστεύω ότι οι φοιτητές αρχιτεκτονικής δεν πρέπει ποτέ να πάψουν να στοχάζονται, και συγκεκριμένα εννοώ το γεγονός ότι, όπως γνωρίζετε, το στρατόπεδο του Άουσβιτς σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από έναν αρχιτέκτονα, τον Φριτς Έρλ, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Σχολή Μπαουχάους [Bauhaus: προέρχεται από τις λέξεις "bauen" (οικοδομώ) και "haus" (σπίτι)]. Από μία ευτυχή – ή ίσως ατυχή – σύμπτωση, το σχέδιο του στρατοπέδου, υπογεγραμμένο από κοινού με έναν άλλο αρχιτέκτονα, τον Βάλτερ Ντεγιάκο, έχει διασωθεί. Οι δύο αρχιτέκτονες δικάστηκαν στη Βιέννη το 1972 και αθωώθηκαν. Αλλά το ερώτημα που προκύπτει σε αυτό το σημείο είναι: πώς είναι δυνατόν αρχιτέκτονες, για τη σοβαρότητα των οποίων δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε, να σχεδίασαν κτήριο, στο οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν να αισθανθεί κανείς οικεία, «σαν στο σπίτι του», δηλαδή να κατοικήσει; Τι μπορεί να είναι μία αρχιτεκτονική που βασίζεται στη μη δυνατότητα κατοίκησης; Αυτή είναι η ερώτηση που ήρθα να σας θέσω.
Ωστόσο, αν οι μέχρι τώρα συλλογισμοί μας είναι ορθοί, το συμπέρασμα που απορρέει είναι ότι η αρχιτεκτονική βρίσκεται σήμερα στην ιστορική θέση να πρέπει να οικοδομεί το μη κατοικίσιμο.
Μπορεί η αρχιτεκτονική να οικοδομήσει το μη κατοικίσιμο; Κι όμως, δεν είναι αυτό που κάνουν σήμερα χωρίς δισταγμό διάσημοι αρχιτέκτονες, όταν προτιμούν να κατασκευάζουν εμπορικά κέντρα, αεροδρόμια και άλλους χώρους (ίσως και τα μουσεία θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε αυτήν την κατηγορία), οικοδομικές δηλαδή κατασκευές για τις οποίες ο λόγος περί κατοίκησης δεν φαίνεται ειλικρινά δυνατός;
Λίγα λόγια σχετικά με τον τρόπο που θα ήθελα να γίνει αντιληπτή η υπόθεση που μόλις διατύπωσα. Αυτή η υπόθεση επ’ ουδενί δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια αποκαλυπτική διάγνωση που διεκδικεί ιστορική εγκυρότητα, δηλαδή ως ένας ισχυρισμός ότι σε μια συγκεκριμένη, χρονικά προσδιορίσιμη στιγμή, οι άνθρωποι απώλεσαν τη σύνδεση ανάμεσα στην οικοδομή και την κατοίκηση. Το γεγονός ότι ο Αλμπέρτι, ο Φιλάρετος και ο Βαζάρι ο Νεώτερος αναφέρονται στο πρόβλημα της αρχιτεκτονικής των φυλακών, δείχνει ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στη διατύπωση υποθέσεων, όπως αυτή που προτείνεται εδώ, σύμφωνα με την οποία η αρχιτεκτονική βρίσκεται σήμερα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το πρόβλημα της οικοδόμησης του μη κατοικίσιμου. Πρόκειται μάλλον, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, για υποθέσεις και παραδείγματα που αποσκοπούν στο να καταστήσουν κατανοητή μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση και όχι για μια αποκαλυπτική διάγνωση μεταμφιεσμένη σε ιστορική έρευνα. Πριν από πολλά χρόνια, όταν, στην αρχή της έρευνάς μου για τον Homo sacer, είχα γράψει ότι το στρατόπεδο και όχι η πόλη αποτελεί σήμερα το πολιτικό παράδειγμα, το πολιτικό πρότυπο της Δύσης, η συγκεκριμένη διατύπωση είχε προκαλέσει σκάνδαλο και πολεμικές αντιδράσεις. Σήμερα, αυτή η θέση, αποκατεστημένη στη φύση της ως φιλοσοφικό παράδειγμα και όχι ως ιστοριογραφική θέση για αδιάκριτες γενικεύσεις, γίνεται αποδεκτή από όλους σχεδόν τους μελετητές της πολιτικής, που δεν είναι αφελείς απολογητές του συστήματος.
Δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε επίσης ότι ακόμα και ένα αρχαιολογικο-φιλοσοφικό παράδειγμα μπορεί να έχει ηθικές επιπτώσεις και σε ιστορικό επίπεδο, με την έννοια ότι, αν το πρόβλημα της κατοίκησης δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνο της οικοδόμησης, δηλώσεις όπως αυτή που μπορεί κανείς να διαβάσει σε μια ιστορία της αρχιτεκτονικής των φυλακών, σύμφωνα με την οποία η φυλακή δεν έχει βρει ακόμα τον «ποιητή» της, είναι τουλάχιστον επιπόλαιες, γιατί ίσως δεν μπορεί ούτε πρέπει να τον βρει (εκτός εάν, κάτι μάλλον απίθανο κατά την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, ο αρχιτέκτονας προτίθεται να προβεί σε μια επαναστατική –με τη στενή έννοια του όρου– πράξη εναντίον του κρατικού μηχανισμού).
Ωστόσο, σήμερα αναγκαζόμαστε να ακούμε, σε αυτόν τον τομέα, λόγια που είναι τουλάχιστον ανεύθυνα. Πριν από μερικές μέρες, ένας πρώην δήμαρχος της Βενετίας, που δίδαξε για δεκαετίες σε μια Σχολή Αρχιτεκτονικής, δήλωσε ότι το να πιστεύει κανείς πως σήμερα μπορεί να φέρει, αντί για τους τουρίστες, τους κατοίκους πάλι στις πόλεις τους είναι λόγος «ρομαντικών και ονειροπόλων ψυχών». Πιθανόν προσπαθεί, με τη συγκεκριμένη δήλωση, απλώς να καλύψει τις ευθύνες του για την παρακμή της πόλης, που έπρεπε να διοικήσει, αλλά το γεγονός ότι, με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έννοια της κατοίκησης θεωρείται και δηλώνεται ως παρωχημένη, είναι σίγουρα αξιοσημείωτο.
Αλλά τι σημαίνει κατοικώ;
Το λατινικό ρήμα habitare, από το οποίο προέρχεται ο όρος μας «κατοικία», είναι ένας ρηματικός τύπος που υποδηλώνει συχνότητα ή επανάληψη, ο οποίος προέρχεται από το λατινικό ρήμα habeo, που σημαίνει «έχω». Εμείς χρησιμοποιούμε το ρήμα «έχω» –όπως άλλωστε και το ρήμα «είμαι»– σαν να είναι η σημασία του αυτονόητη. Όμως δεν είναι έτσι. Έχουμε στη διάθεσή μας ακόμα ένα πολύτιμο δοκίμιο του Εμίλ Μπενβενίστε με τίτλο «Το Είναι και το Έχειν στις γλωσσικές τους λειτουργίες», που δείχνει ότι όχι μόνο η σημασία αυτών των δύο ρημάτων είναι εξαιρετικά προβληματική, αλλά και ότι συνδέονται μεταξύ τους με μια πολύπλοκη σχέση. Ανακαλύπτουμε έτσι ότι το ρήμα «έχω» –όπως και το ρήμα «είμαι»– απουσιάζει από τις περισσότερες γλώσσες. Σε πολλές γλώσσες, όπως στα αραβικά και τις αλταϊκές γλώσσες, αντικαθίσταται από εκφράσεις του τύπου «είναι σε» ή «είναι του». Από αυτό είναι εύκολο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το «εγώ έχω» δεν είναι τίποτα άλλο από το αντίστροφο του «είναι σε εμένα», που αποτελεί την κανονική έκφραση. Το mihi est pecunia (σε εμένα είναι χρήματα) μετατρέπεται σε ego habeo pecuniam (εγώ έχω χρήματα): αυτό που ήταν υποκείμενο στην πρώτη διατύπωση μετατρέπεται σε αντικείμενο στη δεύτερη.
Το συμπέρασμα του Μπενβενίστε είναι ότι τόσο το ρήμα «είμαι» όσο και το ρήμα «έχω» είναι ρήματα κατάστασης. Ωστόσο, παρόλο που είναι κοντινά, διαφέρουν, διότι το «είμαι» εκφράζει την κατάσταση του όντος, εκείνου που είναι κάτι, ενώ το «έχω» εκφράζει την κατάσταση του έχοντος, εκείνου που έχει ή κατέχει κάτι. Το «είμαι» δημιουργεί μια ενδογενή σχέση ταυτότητας μεταξύ των δύο όρων, ενώ το «έχω» δημιουργεί μια εξωγενή σχέση κατοχής.
Αλλά είναι πραγματικά έτσι; Ορισμένα από τα παραδείγματα που παραθέτει ο γλωσσολόγος Μπενβενίστε αφήνουν να εννοηθεί ότι η σημασία των δύο ρημάτων είναι ακόμα πιο κοντινή από ό,τι ο ίδιος θα ήθελε να υποδείξει.
Από το habeo («έχω») προέρχονται
το habilis, που αρχικά σημαίνει «πράγμα εύκολο να το αποκτήσεις ή να το χειριστείς, κατάλληλο για χρήση» και αργότερα «πρόσωπο ικανό, επιδέξιο να κατορθώσει κάτι»·
το habitus που υποδηλώνει «τρόπο ύπαρξης, εγκράτεια, στάση ή εξωτερική περιβολή και εμφάνιση» –επομένως «ικανότητα, σταθερή διάθεση, έξη ή εξοικείωση, ένδυμα και διαμορφωμένη συμπεριφορά»: για παράδειγμα, «ο αρχιτέκτονας έχει την απαραίτητη τεχνική εξοικείωση για να οικοδομεί»·
το habitudo που υποδηλώνει «τρόπο αυτοσυγκράτησης ή διατήρησης σταθερής συμπεριφοράς», «σωματική κατάσταση και ευεξία» –και, αργότερα, «συνήθεια»·
το habena που σημαίνει «λουρί, χαλινάρι, αυτό από το οποίο κάτι συγκρατείται»·
και τέλος, το επιτατικό ρήμα μας habitare, που δεν σημαίνει μόνο «είμαι ή μένω συνήθως, διαμένω», αλλά προπαντός «έχω σταθερά ή καθ' έξη σχέση με κάτι, έχω το habitus («την καθ’ έξη συνήθεια ή ικανότητα») ή την εξοικείωση με κάτι»: ας σταθούμε στην παράξενη έκφραση, που απαντάται, για παράδειγμα, στον Γρηγόριο τον Μέγα και στο μοναστηριακό λεξιλόγιο, secum habitare («να κατοικείς με τον εαυτό σου»), δηλαδή: να έχεις μια ιδιαίτερη εξοικείωση με τον εαυτό σου, έναν συγκεκριμένο τρόπο χρήσης του εαυτού σου, να είσαι και να ζεις σε σχέση πάντοτε με τον εαυτό σου.
Διαφωτιστική είναι επίσης η κοινή διατύπωση bene habet («έχει καλώς», «είναι εντάξει»), ή se bene habere, με την οποία δηλώνεται ότι κάποιος «είναι καλά».
Όπως υποδηλώνεται από αυτές τις λέξεις, οι σημασίες του «έχω» και του «είμαι» αλληλοκαθορίζονται, σχεδόν σαν το «έχω» να σημαίνει πρωτίστως «να έχω έναν ιδιαίτερο τρόπο να είμαι, να υπάρχω», να είμαι διατεθειμένος με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η κατοικία, με αυτή την έννοια, γίνεται μια οντολογική κατηγορία. Να κατοικείς –αυτός είναι ο ορισμός που θα ήθελα προσωρινά να προτείνω– σημαίνει να δημιουργείς, να διατηρείς και να εντείνεις έξεις και συνήθειες, δηλαδή τρόπους ύπαρξης.
Ο άνθρωπος είναι ένα ον που «κατοικεί», γιατί υπάρχει με τον τρόπο του «έχω» – δηλαδή, με την έννοια που είδαμε, της ικανότητας, της έξης και της συνήθειας. Ο άνθρωπος είναι, δηλαδή, ένας ζωντανός οργανισμός που μετατρέπει το «είναι» σε «έχω». Υπάρχει μια αμοιβαιότητα και συνεχής ανταλλαγή μεταξύ του «είναι» και του «έχω». Και αυτή η αμοιβαιότητα είναι επίσης ένας καλός ορισμός της ηθικής, εφόσον δεν ξεχνάμε ότι η λέξη «έθος» - «ήθος» έχει σχέση με τον τρόπο που «είμαστε» και «ζούμε» με τους άλλους και προπάντων με τον εαυτό μας, δηλαδή ότι η ηθική είναι πρωτίστως ένα secum habitare. Για αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος χρειάζεται όχι μόνο ένα κρησφύγετο ή μια φωλιά, αλλά κυρίως ένα σπίτι, δηλαδή έναν τόπο για να κατοικεί, να δημιουργεί, να γνωρίζει, να καλλιεργεί εντατικά τις «έξεις» του. Το να δημιουργούμε, που είναι το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής, προϋποθέτει ή σχετίζεται εγγενώς με το να κατοικούμε, με την ικανότητά μας να κατοικούμε. Η διακοπή της σχέσης μεταξύ της οικοδομής και της κατοικίας συνεπάγεται λοιπόν μια ριζική κρίση για την αρχιτεκτονική, με την οποία όσοι ασκούν σοβαρά αυτή την τέχνη δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν να αναμετρηθούν.
*Αναρτήθηκε στις 9/07/2019 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Το κείμενο προέρχεται από μια διάλεξη που δόθηκε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου La Sapienza της Ρώμης στις 7 Δεκεμβρίου 2018.