Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο - Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο - Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λόγια που ανοίγουν τη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν είναι πρωτίστως να γνωρίζουν. Αν αποκαταστήσουμε στην αλήθεια την ετυμολογική της σημασία ως μη-απόκρυψη (ἀ-λήθεια), τότε πράγματι το ζητούμενο σε αυτήν δεν είναι η γνώση, αλλά η γνωσιμότητα, το άνοιγμα με αφετηρία το οποίο και μόνο κάτι, όπως μια γνώση, καθίσταται δυνατό. Αν ονομάσουμε «πρόσωπο» το εκδήλως είναι, το δίδεσθαι και το εμφαίνεσθαι κάθε πράγματος, τότε η αλήθεια εδράζεται σε αυτό το πρωταρχικό άνοιγμα· είναι μνήμη των προσώπων των πραγμάτων και όχι η αναγωγή τους σε αντικείμενα γνώσης και επιστήμης. Και επειδή εμείς αισθανόμαστε ευχαρίστηση και ερωτευόμαστε τις όψεις και τα πρόσωπα, μια γνώση που αξιώνει να τα παρακάμψει δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συμβάλει στην ευτυχία μας. Αν η τέχνη και η φιλοσοφία μας ενδιαφέρουν ακόμα, είναι επειδή έχουν να κάνουν όχι με τη γνώση, αλλά με τη γνωσιμότητα των πραγμάτων και των προσώπων. Ένας πολιτισμός όπως αυτός στον οποίο ζούμε, που λησμονεί τα πρόσωπα και επιδιώκει με κάθε τίμημα τη γνώση, δεν μπορεί, επομένως, παρά να καταλήξει –όπως είναι σήμερα έκδηλο– στην τυφλή και καταστροφική κυριαρχία πάνω στον κόσμο από μέρους μιας επιστήμης μεταμορφωμένης στην πιο μισαλλόδοξη από όλες τις θρησκείες.

[Αναρτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Μια γενική απο‐κινητοποίηση — του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το 1932 ο Ernst Jünger δημοσιεύει το Der Arbeiter, Ο Εργαζόμενος (ή, όπως ίσως θα έπρεπε να μεταφραστεί ακριβέστερα, Ο Εργάτης – Arbeiterklasse στον Marx είναι «η εργατική τάξη»), στο οποίο αυτή η νέα μορφή ανθρώπου σηματοδοτούσε τη νέα τάξη του κόσμου. Στην κεντρική θέση της εργασίας αντιστοιχεί η κυριαρχία της τεχνικής. Αναπτύσσοντας έννοιες που, δύο χρόνια νωρίτερα, είχε διατυπώσει στο βιβλίο του Η ολική κινητοποίηση, ο Jünger γράφει: «η τεχνική είναι ο τρόπος με τον οποίο η μορφή του εργάτη κινητοποιεί τον κόσμο». Η διάγνωση αυτή, η οποία επανέφερε, από μια εντελώς διαφορετική οπτική, τις αναλύσεις του Marx, άσκησε σημαντική επιρροή τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πολιτική παράταξη.

Προκαλεί, λοιπόν, ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η καθοριστική μορφή μιας ολόκληρης εποχής έχει πλέον εξαφανιστεί εδώ και μερικές δεκαετίες. Η τεχνική εξακολουθεί να κυβερνά τον κόσμο και βέβαια έχει αυξήσει παντού τη δύναμή της, αλλά δεν είναι πλέον «ο τρόπος με τον οποίο η μορφή του εργάτη κινητοποιεί τον κόσμο». Αντιθέτως, με τη μορφή της τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται μάλλον να συνεπάγεται το ηλιοβασίλεμα της κεντρικότητας της εργασίας που είχε κατά νου ο Jünger. Στη θέση της δουλείας που συνδεόταν με την εκμετάλλευση και την κινητοποίηση, η τεχνική, καθιστώντας ολοένα πιο αχνές τις ταυτότητες των κοινωνικών στρωμάτων και των τάξεων, φαίνεται σήμερα να αποβλέπει σε μια πρωτόγνωρη υποδούλωση μέσω ενός είδους γενικής απο‐κινητοποίησης.

[Αναρτήθηκε την 1η Οκτωβρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Η αποτυχία της ανθρωπότητας– του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Για όποιον αναρωτιέται σήμερα για τις τύχες της ανθρωπότητας, είναι χρήσιμο να αναλογιστεί τη νομική έννοια της πτώχευσης*. Η αίτηση για την κήρυξη της πτώχευσης εκ μέρους ενός επιχειρηματία που βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα χρέη του αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία των πιστωτών, αλλά, ταυτόχρονα, και στον περιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη, εξαιρώντας από την πτώχευση τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του. Σημαντική είναι η μορφή του συνδίκου (ή των συνδίκων), που διορίζεται από τον δικαστή για να διαχειριστεί την πτωχευτική περιουσία και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την ικανοποίηση των συμφερόντων των πιστωτών και την προστασία του πτωχεύσαντος οφειλέτη. Οι πιστωτές, από την πλευρά τους, συγκροτούν επιτροπή, η οποία συνεργάζεται με τον σύνδικο κατά τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών. 

Είναι δυνατόν να παρομοιάσουμε τη σημερινή κατάσταση της ανθρωπότητας με εκείνη ενός επιχειρηματία που είναι υποχρεωμένος να κηρύξει την πτώχευσή του. Διότι είναι βέβαιο ότι δεν είναι πλέον σε θέση να αντεπεξέλθει στα χρέη που έχει προοδευτικά αναλάβει και σωρεύσει απέναντι στη γη στην οποία ζει (περιλαμβάνοντας σε αυτήν και την ατμόσφαιρα, όχι λιγότερο μολυσμένη από το έδαφος). Η επιτροπή των πιστωτών θα περιελάμβανε, εκτός από τους εκπροσώπους της γης και του αέρα σε όλες τις εκφάνσεις τους, και εκείνους των έμβιων ειδών που έχουν εξαφανιστεί ή απειλούνται με εξαφάνιση. Όσο για τους συνδίκους, θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια επιτροπή, στην οποία θα μετείχαν σοφοί διορισμένοι από κάθε έθνος, με σκοπό την ικανοποίηση των συμφερόντων των πιστωτών, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να εξασφαλίσουν την επιβίωση της χρεοκοπημένης και αποτυχημένης ανθρωπότητας. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν αυτή η διαδικασία θα κατόρθωνε να επιτύχει τους σκοπούς που θα έθετε, αλλά είναι βέβαιο ότι αποτελεί τη μόνη απτή δυνατότητα σωτηρίας για μια ανθρωπότητα σε κατάσταση πλήρους πνευματικής κατάρρευσης (η οποία, όπως πάντα, μεταφράζεται σε κατάρρευση σε κάθε τομέα της ζωής της). 

Το να πιστεύει κανείς, όπως σήμερα συχνά προσποιούνται ότι πιστεύουν, ότι τα επιμέρους κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να συμβιβάσουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα με την ίδια τους την επιβίωση, χωρίς να αποκτήσουν ριζική επίγνωση της κατάστασης πτώχευσης και αφερεγγυότητάς τους απέναντι στη γη στην οποία ζουν, είναι μια ψευδαίσθηση, που συχνά συντηρείται κακόπιστα.


* Στο ιταλικό πρωτότυπο, ο όρος fallimento, που αποδίδεται στον τίτλο ως «αποτυχία», έχει συγχρόνως, στη νομική ορολογία, τη σημασία της «πτώχευσης – χρεοκοπίας». Στη δισημία αυτή του ίδιου όρου στηρίζεται η συλλογιστική του κειμένου.

[Αναρτήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]




Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Δώσε μας σήμερα το καθημερινό μας τίποτα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία τον Οκτώβριο του 1844 από τον εκδότη Wigand κάνει την εμφάνισή του ένας τύπος ανθρώπου έως τότε εντελώς άγνωστος, που στους συγκαιρινούς του φάνηκε απαράδεκτος και πρωτάκουστος, αλλά που στο μεταξύ μάς έχει γίνει απολύτως οικείος: ο άνθρωπος ο οποίος, όπως διαβάζουμε στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα, «έχει στηρίξει την υπόθεσή του στο τίποτα», δηλαδή ένα ον στο οποίο η διάλυση κάθε πίστης και κάθε αξίας έχει φτάσει στην ακραία της μορφή, ασφαλώς ο πρώτος και αξεπέραστος μηδενιστής, υπό τον όρο όμως να διευκρινίσουμε ότι ο μηδενισμός για τον οποίο γίνεται εδώ λόγος έχει γίνει σήμερα η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας. Το βιβλίο έχει τίτλο Ο Μοναδικός και η ιδιοκτησία του και συγγραφέας του είναι ο Μαξ Στίρνερ.

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο περιοδικό «Ο Ρώσος Αγγελιαφόρος», ο Τουργκένιεφ δημοσιεύει το μυθιστόρημα στο οποίο ο τύπος του μηδενιστή (η λέξη κάνει εδώ την εμφάνισή της), που ενσαρκώνεται στον πρωταγωνιστή Μπαζάροφ, ορίζεται ως εξής: «Μηδενιστής είναι ένας άνθρωπος που δεν υποκλίνεται μπροστά σε καμία αυθεντία, που δεν έχει πεποίθηση σε καμία αρχή, όσος σεβασμός κι αν περιβάλλει αυτή την αρχή».

Στους Δαιμονισμένους, που κυκλοφορούν σε τόμο το 1873, ο Ντοστογιέφσκι αποφασίζει να αναμετρηθεί με το –σημαδιακό της εποχής– πρόβλημα του μηδενισμού, ιδίως μέσα από τη μορφή του Κυρίλοβ. Από τη μηδενιστική άρνηση της ύπαρξης του Θεού ο Κυρίλοβ συνάγει μια ριζική συνέπεια, η οποία απολυτοποιεί και συγκλονίζει συνάμα το ίδιο του το εγώ. «Αν δεν υπάρχει Θεός – δηλώνει – εγώ είμαι Θεός. […] Αν υπάρχει Θεός, όλη η θέληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τη θέλησή του. Αν δεν υπάρχει, όλη η θέληση είναι δική μου και είμαι αναγκασμένος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη βούλησή μου… Είμαι υποχρεωμένος να αυτοπυροβοληθώ, γιατί η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να σκοτώσω τον εαυτό μου… Για μένα δεν υπάρχει υψηλότερη ιδέα από την ιδέα ότι ο Θεός δεν υπάρχει… ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επινοήσει τον Θεό για να ζει χωρίς να αυτοκτονεί, και αυτό είναι το νόημα ολόκληρης της ιστορίας του κόσμου μέχρι σήμερα. Εγώ μόνος, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δεν θέλησα να επινοήσω τον Θεό».

Στοχαζόμενος πάνω σε αυτές τις σελίδες, ο Νίτσε σκέφτεται τον θάνατο του Θεού ως το θεμελιώδες γεγονός της νεωτερικότητας: «Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός –ότι “ο Θεός είναι νεκρός”, ότι η πίστη στον χριστιανικό Θεό δεν γίνεται πλέον αποδεκτή– αρχίζει ήδη να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη. […] Αλλά, στην ουσία, μπορεί να λεχθεί ότι το ίδιο το γεγονός είναι υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά μακρινό, υπερβολικά ξένο προς την ικανότητα κατανόησης των πολλών, ώστε να είναι δυνατό να ισχυριστεί κανείς ότι έχει ήδη φτάσει έστω και η είδησή του».

Τόσο για τον Νίτσε όσο και για τον Ντοστογιέφσκι, ο θάνατος του Θεού και η έλευση του μηδενισμού σήμαιναν κάτι τόσο τρομερό, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να το αποδεχθούν χωρίς να θέσουν υπό αμφισβήτηση, εκ βάθρων, την ίδια τους την ύπαρξη. Για μία φορά, ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι δεν υπήρξαν καλοί προφήτες. Ο μηδενισμός έχει γίνει η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας, αλλά, σε αντίθεση με τον Κυρίλοβ, ο κοινός άνθρωπος φαίνεται σήμερα να συμβιώνει με τον θάνατο του Θεού και τον μηδενισμό χωρίς να υποφέρει ούτε να σκοτίζεται γι’ αυτό, κυριολεκτικά σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Με αυτόν τον επίπεδο και αδιάφορο μηδενισμό έχουμε να κάνουμε· γι’ αυτό το κανονικό και καθημερινό τίποτα οφείλουμε να δώσουμε λόγο. Και αν, όπως υπαινισσόταν ο ίδιος ο Νίτσε, ο ολοκληρωμένος μηδενισμός, όταν συλληφθεί ως τέτοιος, αποτελεί τη μεγάλη ευκαιρία της ανθρωπότητας να εξέλθει από το ολέθριο πεπρωμένο της, αν δηλαδή, όπως σκεφτόταν ο Μπένγιαμιν, ο μηδενισμός μπορεί να γίνει η μέθοδος μιας νέας πολιτικής, τότε το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας είναι: «γιατί δεν αξιοποιήθηκε αυτή η ευκαιρία, τι μας εμπόδισε να στηρίξουμε πραγματικά την υπόθεσή μας στο τίποτα και, αντί να το κάνουμε κανονική μας κατάσταση, να βρούμε μέσα σε αυτό μια διέξοδο από τις τύχες της Δύσης;».

[Αναρτήθηκε στις 27 Αυγούστου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

 

 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Σκέψη και φαντασία. Και πάλι για την τεχνητή νοημοσύνη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης, για το οποίο συζητούν σήμερα όχι πάντοτε με φυσική νοημοσύνη, είχε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας –όπως είχαμε ήδη εδώ την ευκαιρία να δείξουμε– έναν πρόδρομο: τον ενιαίο και χωριστό νου του λατινικού αβερροϊσμού. Η αναλογία παρουσιάζει τέτοιαν ακρίβεια και εγγύτητα –ένας ενιαίος και χωριστός νους που σκέπτεται έξω από τα επιμέρους άτομα– ώστε μπορεί ακόμη και να συμπίπτει στα αρχικά που την εκφράζουν: Intelligenza Artificiale ‐ Intelletto Agente (Τεχνητή Νοημοσύνη ‐ Ποιητικός Νους), όπως αποκαλούσαν οι αβερροϊστές τον χωριστό νου. Για τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους, οι οποίοι ως προς αυτό ήταν οξυδερκέστεροι από τους συγχρόνους μας, το κρίσιμο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ενιαίος και χωριστός νους ενώνεται (copulatur) με τους επιμέρους ανθρώπους, ώστε η σκέψη να καθίσταται εφικτή (adeptus) στο άτομο και να μπορεί να ειπωθεί hic homo intelligit: «αυτός ο άνθρωπος νοεί». Το μέσον που καθιστούσε δυνατή αυτή την ένωση ήταν, για τον Αβερρόη, η φαντασία, την οποία, αντιθέτως, οι σύγχρονοί μας φαίνεται να στερούνται παντελώς. Στην τεχνητή νοημοσύνη, πράγματι, hic homo non intellegit, «αυτός ο άνθρωπος δεν νοεί»: ο επιμέρους άνθρωπος παραιτείται από το να σκέπτεται και αναθέτει την πολυτιμότερη από τις ικανότητές του σε μια μηχανή, η οποία θα έπρεπε να σκέπτεται στη θέση του και καλύτερα από αυτόν. Για να ακολουθήσει τις οδηγίες αυτού του αδυσώπητου δασκάλου, η φαντασία δεν του χρησιμεύει σε τίποτε (μολονότι ακόμη και για την εφαρμογή ενός κανόνα κάποια μορφή φαντασίας θα ήταν αναγκαία). Ίσως το πραγματικό πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι κατέστη δυνατή από μια γενικευμένη απώλεια της ικανότητας της φαντασίας, σαν να είχε προηγηθεί της έλευσής της η εγκαθίδρυση μιας πανταχού διεισδύσασας τεχνητής φαντασίας. Μια ανθρωπότητα που είχε χάσει τη φαντασία ήταν έτοιμη να στερηθεί και τη σκέψη (η οποία, άλλωστε, όπως ήδη δίδασκε ο Αριστοτέλης, χωρίς τη φαντασία απλώς δεν είναι δυνατή). 

Το πρώτο πράγμα που πρέπει, επομένως, να κάνουμε για να αντισταθούμε στην κυριαρχία της ΤΝ είναι μια υπομονετική, εξονυχιστική και μεθοδική αναζήτηση της χαμένης φαντασίας. Και επειδή η σκέψη δεν είναι παρά η ολοκληρωμένη μορφή της φαντασίας, τότε δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για τεχνητή νοημοσύνη.


[Αναρτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]




Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Κράτος και ανομία II – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Αν αναφερθούμε στη διδασκαλία που περιέχεται στη δεύτερη επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς, μπορούμε τότε να πούμε, όπως έχουμε ήδη κάνει σε αυτή τη στήλη, ότι ο κατέχων, η δύναμη που συγκρατεί και καθυστερεί το τέλος, την οποία οι Πατέρες ταύτιζαν με τους θεσμούς (τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την ίδια την Εκκλησία), βρίσκεται σήμερα παντού σε κρίση και, ως εκ τούτου, παριστάμεθα στην έλευση του ανόμου, μιας εξουσίας χωρίς νόμο, που επιφέρει την καταστροφή και διακηρύσσει ότι είναι Θεός (γι’ αυτό και οι Πατέρες τον ταύτιζαν με τον Αντίχριστο).

Αυτό είναι έκδηλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι θεσμοί δεν φαίνεται πλέον να λειτουργούν και όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου που μιλά και ενεργεί χωρίς πλέον κανέναν νόμο (το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το Ισραήλ) και μεταμφιέζεται σε Θεό. Αξίζει να αναλογιστούμε αυτή την κοσμοϊστορική εποχή, η οποία αφορά ολόκληρη τη Δύση. Από τη στιγμή που οι θεσμοί (το Κράτος και οι ιστορικές του συναρθρώσεις) έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία, είναι μάταιο να θεμελιώνουμε σε αυτούς την εξουσία που συγκρατεί το εσχατολογικό γεγονός. Και αυτό αληθεύει ακόμη περισσότερο, καθόσον ο άνομος, αυτός που δεν γνωρίζει νόμο, δεν είναι μια εξωτερική αρχή, αλλά η μορφή που προσλαμβάνει ο ίδιος ο θεσμός κατά την αποσύνθεσή του. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου δεν έρχονται απ’ έξω: είναι το ίδιο το Κράτος, η εξουσία που θα έπρεπε να συγκρατεί και να καθυστερεί το τέλος, που μετατρέπεται στη δρώσα δύναμη που το επισπεύδει και κατακρημνίζεται στις πλέον ολέθριες μορφές του.

[Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όπως μου γράφει ένας φίλος επιστήμονας που έχει έξη στον στοχασμό, το θεμελιώδες γεγονός στην ιστορία του έμβιου κόσμου υπήρξε η εμφάνιση ενός μικροοργανισμού ικανού να αισθάνεται πόνο. Αυτή η θέση χρειάζεται βεβαίως να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, προτάσσοντας — ή προσθέτοντας — στη λέξη «πόνος» τη λέξη «ηδονή». Αν συσχετίσουμε αυτή τη θεμελιώδη ικανότητα του ζώντος οργανισμού με όσα γράφει ο Αριστοτέλης αναφορικά με την αντίληψη της αίσθησης του να υπάρχουμε («να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι από μόνο του γλυκό, γιατί η ζωή είναι αγαθό και είναι γλυκό να αισθανόμαστε ότι ένα τέτοιο αγαθό μάς ανήκει»)*, μπορούμε τότε να πούμε ότι η αρχέγονη μορφή της ικανότητας να αισθανόμαστε ηδονή ή πόνο αφορά στο ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας, στο αίσθημα ότι ζούμε. Στην αίσθηση της ηδύτητας του ζην αντιστοιχεί, πράγματι, η συμμετρικά αντίθετή της, κατά την οποία, για κάποιο λόγο –ή ακόμη και χωρίς καμία εμφανή αιτία– το να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι οδυνηρό.

Η φράση του Αριστοτέλη που παραθέσαμε αποτελεί μέρος της πραγματείας για τη φιλία, η οποία καταλαμβάνει το όγδοο και το ένατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων. Αφού ορίσει την ηδύτητα της αίσθησης του ζην, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι την ίδια ηδύτητα αισθανόμαστε και για την ύπαρξη του φίλου και ότι η φιλία είναι ακριβώς αυτή η αποδοχή και συν–αίσθηση (το συναισθάνεσθαι) της ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται «έτερος εαυτός» (ἕτερος αὐτός)**. Δεν υπάρχει μόνο μια αίσθηση της ύπαρξης, μια αίσθηση ότι ζούμε, αλλά αυτή η αίσθηση είναι ήδη από την αρχή αίσθηση συμμερισμού· είναι  εξαρχής και πάντοτε συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου· και η φιλία είναι η έκφανση αυτής της συν–αίσθησης της ύπαρξης του φίλου μέσα στην ίδια την αίσθηση της δικής μας ύπαρξης.

Θα είναι λοιπόν δυνατό να αναπτύξουμε αυτή τη θέση σε σχέση με τον άλλο πόλο της αίσθησης της ύπαρξης, όπου αυτή δεν εμφανίζεται πλέον ως χαροποιός, αλλά ως οδυνηρή. Στη συν–αίσθηση της ύπαρξης του φίλου αντιστοιχεί τώρα η συν–αίσθηση της ύπαρξης του εχθρού. Και αν το ζεύγος φίλος–εχθρός ορίζει, κατά τον Schmitt***, την πολιτική, τότε στο θεμέλιο της πολιτικής βρίσκονται η ηδονή και ο πόνος, που καθορίζουν την ανθρώπινη αίσθηση της ύπαρξης, καθώς και την αποδοχή και συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου, η οποία είναι σύμφυτη με αυτήν. Φιλία και έχθρα, αγάπη και μίσος, το φιλείν του φίλος και το εχθαίρειν του εχθρός δεν παραπέμπουν σε μια θεωρία των παθών, αλλά αποτελούν πρωτίστως δύο θεμελιώδεις οντολογικοπολιτικές κατηγορίες. Αν βιώνουμε την αίσθηση του ζην ως ηδεία, τότε βρισκόμαστε στη φιλία και στην ειρήνη· αν, αντίθετα, τη βιώνουμε ως μισητή, περιπίπτουμε στον πόλεμο και στην έχθρα. Για μία ακόμη φορά, στη βάση της σχέσης μας με τους άλλους βρίσκεται η σχέση μας με τον εαυτό μας· ο τρόπος με τον οποίο αποδεχόμαστε και συν–αισθανόμαστε την ύπαρξή μας καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε μέσα στον κόσμο. Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός είμαστε εμείς οι ίδιοι.


* Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 9, 1170b3–5: «τὸ δ᾽ αἰσθάνεσθαι ὅτι ζῇ, τῶν ἡδέων καθ᾽ αὑτό· φύσει γὰρ ἀγαθὸν ζωή, τὸ δ᾽ ἀγαθὸν ὑπάρχον ἐν ἑαυτῷ αἰσθάνεσθαι ἡδύ.»

** Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 4, 1166a31–32: «ἕτερος γὰρ αὐτὸς ὁ φίλος ἐστίν.»

*** Carl Schmitt, Η έννοια του πολιτικού (Der Begriff des Politischen, 1932)


Σχόλιο του μεταφραστή: Στο κείμενο διακρίνεται μια αντιστροφή της συνήθους προβληματικής περί ανθρωπογένεσης, η οποία εστιάζει στο ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα όντα. Η δυνατότητα της ηδονής και του πόνου παρουσιάζεται, αντιθέτως, ως θεμελιώδες γεγονός της ιστορίας του έμβιου τουλάχιστον κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε και το παύλειο χωρίο «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. 8,22).


[Αναρτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Η αλήθεια και η γνώμη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το αρχαίο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη, που έχει ήδη διατυπωθεί στις απαρχές της δυτικής φιλοσοφίας στο ποίημα του Παρμενίδη, αποκτά σήμερα μια νέα επικαιρότητα. Είναι, πράγματι, φανερό ότι η σαφής διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές γνώσης, η οποία για τους αρχαίους ήταν αυτονόητη, έχει σήμερα πλήρως απαλειφθεί. Υπάρχουν μόνο γνώμες, οι οποίες αξιώνουν ότι είναι αληθείς. Καθίσταται, λοιπόν, ακόμη πιο επείγον να θυμηθούμε ότι η αλήθεια και οι γνώμες τίθενται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η αλήθεια – με τη σημασία της ελληνικής λέξης ἀλήθεια, τουτέστιν μη απόκρυψη, άνοιγμα – αφορά το είναι, δηλαδή την εμπειρία ότι κάτι είναι, ότι υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα. Η γνώμη (την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν –και ακόμη σήμερα ονομάζουμε– δόξα) αφορά τα όντα, δηλαδή τη γνώση ότι τα πράγματα υπάρχουν με έναν ορισμένο τρόπο μάλλον παρά με κάποιον άλλον. Η πρώτη, δηλαδή η αλήθεια, λέει ο Παρμενίδης, είναι ακίνητη (ἀτρεμής, δηλαδή δεν τρέμει, ά-τρομη)*, στρογγυλή και έξω από τον χρόνο· η δεύτερη μπορεί να είναι ορθή ή λανθασμένη και, ως εκ τούτου, είναι μεταβλητή και αβέβαιη.

Αποφασιστικής σημασίας, ωστόσο, είναι να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές της ανθρώπινης γνώσης. Η πρώτη δεν εγγυάται με κανέναν τρόπο την ορθότητα των γνωμών, αλλά μας παρέχει έναν τόπο από τον οποίο μπορούμε να τις εξετάσουμε, μέσα στον οποίο μπορούμε να αναρωτηθούμε αν είναι ορθές ή εσφαλμένες. Όποιος παραμένει μόνο στη γνώμη θα τείνει, αντίθετα, μοιραία να τη θεωρεί ορθή. Ενώ η αλήθεια διανοίγει τη δυνατότητα τόσο της αληθούς όσο και της λανθασμένης γνώμης, η γνώμη μπορεί μόνο να υποστηρίζει τη δική της αλήθεια. Όθεν το φαινομενικό παράδοξο ότι η αλήθεια ορίζεται μέσω της δυνατότητας του λάθους, το οποίο η γνώμη οφείλει πάση θυσία να αποκλείσει.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ένας πολιτισμός που έχει απολέσει τη διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη παρήγαγε την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή μια δόξα που ισχυρίζεται τη δική της αλήθεια χωρίς να μπορεί να έχει την εμπειρία της. Το πού αυτή η δόξα, η οποία είναι κλειστή απέναντι στη δυνατότητα του λάθους,  θα οδηγήσει τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη χρησιμοποιούν, είναι ένα ερώτημα που δεν θα έπρεπε να πάψουμε να θέτουμε στον εαυτό μας.

* Μεταφραστική σημείωση: Στο πρωτότυπο ο Αγκάμπεν χρησιμοποιεί τη λατινική μεταγραφή atremes του ουδέτερου ελληνικού τύπου ἀτρεμές, παραπέμποντας στο χωρίο του Παρμενίδη «Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ» (Απόσπ. 1, στ. 29, έκδ. Diels–Kranz), όπου το επίθετο ἀτρεμές προσδιορίζει το ἦτορ Ἀληθείης, δηλαδή την καρδιά της Αλήθειας.

 

[Αναρτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μια διέξοδος – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Συχνά, μέσα στη γενικευμένη συνείδηση ότι ζούμε το τέλος ενός πολιτισμού, προβάλλει η ανάγκη – ή η ελπίδα – για μια νέα αρχή· δηλαδή ότι, μετά την κατάρρευση μιας μακράς παράδοσης, μια νέα και πιο ζωντανή θα έλθει, αργά ή γρήγορα, στην ύπαρξη.
Απέναντι σε αυτή την αφελή προσδοκία, πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια νέα αρχή, αλλά από μια διέξοδο.
Ακόμα και αν μια νέα αρχή ήταν δυνατή, όλα θα ξανάρχιζαν όπως πριν, ίσως με διαφορετικές ιδέες και σχέδια, αλλά πάντοτε μέσα στην αύλακα μιας ιστορικής εποχής και μιας παράδοσης που, κατά κάποιον τρόπο, θα παρέμεναν ομοιογενείς με την προηγούμενη.
Μετά τη  χρεοκοπία της ιστορίας της Δύσης, το τελευταίο που μπορούμε να επιθυμούμε είναι μια νέα ιστορική εποχή. Αντίθετα, θέλουμε να τελειώνουμε με τις ίδιες τις εποχές, να εξέλθουμε μια για πάντα και όχι απλώς να ξαναρχίσουμε.
Να εξέλθουμε προς τα πού;
Δεν μπορούμε να το πούμε, και αυτό είναι καλό. Η σιωπή μας είναι πολυτιμότερη από τις φλυαρίες για τα χαρακτηριστικά ενός απίθανου μέλλοντος, οι οποίες προδίδουν τη συγγένειά τους με το παρελθόν επαναλαμβάνοντας άνευρες διατυπώσεις, όπως «νέος ανθρωπισμός», «μετανθρωπισμός» ή «διανθρωπισμός».
Όπως λέει ο πίθηκος στην «Αναφορά σε μια Ακαδημία»*, έχοντας πλέον  γίνει κάτι ριζικά διαφορετικό: «Δεν ήθελα την ελευθερία· μόνο μια διέξοδο.»

 

* Πρόκειται για το διήγημα του Φραντς Κάφκα «Αναφορά σε μια Ακαδημία».

 

[Αναρτήθηκε στις 6 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Πού βρίσκονται οι δίκαιοι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ποιοι είναι οι δίκαιοι; Τι σημαίνει να είναι κανείς δίκαιος; Ασφαλώς δεν πρόκειται για ποιότητα ενός υποκειμένου ούτε για ιδιότητα που αποδίδεται σ’ αυτόν ή εκείνον τον άνδρα, σ’ αυτήν ή εκείνη τη γυναίκα. Η δικαιοσύνη –έχει γράψει ο Μπένγιαμιν– είναι μια κατάσταση του κόσμου, είναι μια διάσταση του είναι και όχι της βούλησης ή της πρόθεσης. Δίκαια είναι τα πράγματα, έλεγε ο Σπινόζα, όταν τα βλέπεις όχι μέσα σε έναν ορισμένο χρόνο ή σε έναν ορισμένο τόπο, αλλά όταν τα βλέπεις μέσα στον Θεό. Γι’ αυτό η δικαιοσύνη είναι κάτι που δεν μπορείς ποτέ να έχεις, αλλά μόνο να ενατενίζεις. Κι όμως, όταν βλέπεις τα πράγματα όπως είναι μέσα στον Θεό, το να είναι άνθος εκείνου του άνθους, το να είναι χαμόγελο εκείνου του χαμόγελου, το να είναι αθώος –εκείνος ο αθώος–, τότε αισθάνεσαι μιαν αξίωση, την οποία δεν μπορείς να παραβλέψεις, μιαν αξίωση που ούτε σου ζητεί ούτε σου επιτάσσει τίποτε, αλλά ενεργεί μέσα σου πέρα από κάθε βούληση ή πρόθεση· καθώς έτσι είναι, και δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια κάποιας κοπέλας που ανήκε σε οργάνωση της αντίστασης σε μια χώρα υπό ναζιστική κατοχή. Είχε συλληφθεί και βασανιστεί και δεν είχε μιλήσει. Όταν απελευθερώθηκε, οι σύντροφοί της ήθελαν να την τιμήσουν πανηγυρικά ως ηρωίδα· της έλεγαν ότι, αν είχε κατορθώσει να αντέξει τα βασανιστήρια, αυτό οφειλόταν στη δύναμη των πολιτικών της πεποιθήσεων, στην αφοσίωσή της στην υπόθεση και σε παρόμοιες ανοησίες. Εκείνη όμως κουνούσε το κεφάλι και έλεγε μόνο: «Όχι, το έκανα γιατί έτσι μου άρεσε, από καπρίτσιο». Είχε δει τη δικαιοσύνη, είχε αισθανθεί μιαν αξίωση που την υπερέβαινε πανταχόθεν, αλλά δεν είχε σκεφτεί ούτε για μια στιγμή ότι ήταν η ίδια δίκαιη, ότι η δικαιοσύνη μπορούσε να αποτελεί κτήμα της. Αν είχε απλώς πιστέψει στη δίκαιη υπόθεση, αλλά δεν είχε δει τη δικαιοσύνη, θα είχε λυγίσει στα βασανιστήρια, θα είχε μιλήσει.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, οι δίκαιοι, οι τσαντικίμ, είναι κρυμμένοι μέσα στον κόσμο, κρυμμένοι προπάντων από τον ίδιο τους τον εαυτό. Και υπό το πρίσμα αυτό υπάρχει κάτι το παράδοξο στο να θέλει κανείς να ανταμείψει τους δικαίους, σαν να επρόκειτο για την άλλη όψη εκείνης της δικαιοσύνης που συνίσταται στην τιμωρία των ενόχων. Όπως η ποινή δεν μπορεί ποτέ να προέρχεται από τη δικαιοσύνη, αλλά μόνο από το δίκαιο, έτσι ούτε η ανταμοιβή ούτε η αναγνώριση ανήκουν στη δικαιοσύνη. Ο δίκαιος που αναγνωρίζεται και ανταμείβεται, ο τσαντίκ που δεν είναι πλέον κρυμμένος, δεν είναι πλέον δίκαιος.

Το μυστήριο του δικαίου, δηλαδή το μυστήριο της ενοχής και της ποινής, δεν πρέπει να συγχέεται με το μυστήριο της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό, ίσως, είναι σωστό να τιμωρούνται οι ένοχοι, δεν είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι οι δίκαιοι πρέπει να ανταμείβονται. Περιδιαβαίνουν τον κόσμο χωρίς να αναγνωρίζονται έως της συντελείας του αιώνος και μόνο έτσι, λέει ο θρύλος, σώζουν τον κόσμο.

 

[Αναρτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Άνθρωποι και τουρίστες – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Η λέξη «τουρίστας» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιταλική γλώσσα το 1837 (ενώ η λέξη «τουρισμός» μόλις το 1907). Η ετυμολογία της είναι σαφής: το tour (το grand tour) είναι το μορφωτικό ταξίδι που πραγματοποιούν από τον 18ο αιώνα οι Ευρωπαίοι αριστοκράτες και διανοούμενοι, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της τέχνης, τους τρόπους ζωής και τον πολιτισμό της. Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που αρχικά αποτελούσε προνόμιο μιας ελίτ μετατράπηκε, με την πάροδο του χρόνου, σε μαζικό φαινόμενο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόδρομός του  υπήρξαν ασφαλώς τα προσκυνηματικά ταξίδια, που οι πιστοί επιχειρούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τους ιερούς τόπους της θρησκείας τους. Και οι τουρίστες, όπως και οι προσκυνητές, είναι peregrini, δηλαδή, σύμφωνα με τη σημασία της λατινικής λέξης, ξένοι πάνω στη γη. Ο τουρισμός αποτελεί το σημάδι μιας κοσμοϊστορικής μεταβολής στη σχέση των ανθρώπων με τη γη που κατοικούν: όπου κι αν βρίσκονται, είναι ξένοι και αλλότριοι (extranei), απ’ έξω και εκτός (extra), πρωτίστως μέσα στην ίδια την πόλη όπου ζουν. Θυμάμαι πολύ καλά την έκπληξη που ένιωσα όταν, πριν από πολλά χρόνια, ζώντας στη Βενετία, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να διακρίνει κανείς τους Βενετούς από τους τουρίστες.

Ωστόσο, δεν έχει αλλάξει μόνο η σχέση των κατοίκων με την πόλη τους· έχει αλλάξει συγχρόνως και η ίδια η πόλη. Οι άνθρωποι έγιναν τουρίστες, δηλαδή ξένοι, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που τόπος ξενιτείας και περιπλάνησης είναι πλέον η γη που κατοικούν — ή, μάλλον, κατοικούσαν άλλοτε.

Αν διαβάσει κανείς, όπως μου έτυχε αυτές τις ημέρες, την εξαίσια περιγραφή που κάνει ο Joseph Roth για τη Μασσαλία το φθινόπωρο του 1925, με τα πυκνά και γεμάτα περιπέτεια σοκάκια της, όπου σε  μια έκταση λίγων μόλις χιλιομέτρων συνωστίζονταν ζωντανές όλες οι εποχές της ιστορίας και κανείς δεν ήταν ξένος, δύσκολα μπορεί να αποφύγει την πικρή και αδυσώπητη διαπίστωση ότι οι πόλεις δεν υπάρχουν πλέον σήμερα. Ο τουρισμός μπόρεσε να τις καταστρέψει, επειδή είχαν ήδη πάψει να είναι ζωντανές.

Ο υπερτουρισμός δεν προέρχεται έξωθεν· άρχισε μέσα μας, μέσα στις ίδιες τις συνοικίες και τις γειτονιές που μας ήταν οικείες και τις οποίες δεν είμαστε πλέον ικανοί να κατοικήσουμε. Το «abitare» (κατοικείν) αποτελεί την επιτατική μορφή του ρήματος «habeo» (έχω) και σημαίνει έναν ορισμένο τρόπο να διαμένει και να ζει κανείς, να έχει το ενδιαίτημα, τα ενδύματα και τις συνήθειές του. Και αν το ελληνικό ήθος δηλώνει τη συνήθη κατοικία, τότε το κατοικείν αποτελεί την πρωταρχική μορφή της ηθικής. Το γεγονός ότι γίναμε τουρίστες, ότι απωλέσαμε την ικανότητα να κατοικούμε, ότι είμαστε παντού ξένοι και παρεπίδημοι, μας υποχρεώνει να ξανασκεφθούμε από την αρχή μια δυνατή ηθική, να επανεφεύρουμε εκ βάθρων την ικανότητα του κατοικείν. Έργο ασφαλώς όχι εύκολο, το οποίο όμως ίσως μας προσφέρει τη μοναδική οδό για να εξέλθουμε από τον τουρισμό και να καταστήσουμε εκ νέου κατοικήσιμη τη γη μας και τις πόλεις μας.

 

[Αναρτήθηκε την 1η  Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η διακυβέρνηση της άνοιας – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πώς να εξηγήσει κανείς – ή έστω να προσπαθήσει να κατανοήσει – αυτό που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες; Πώς να ερμηνεύσει το γεγονός – εκ πρώτης όψεως πράγματι ανεξήγητο – ότι το έθνος που μέχρι χθες ασκούσε παγκόσμια κυριαρχία, κατά την τελευταία δεκαετία κυβερνήθηκε και εξακολουθεί να κυβερνάται από έναν – από τεχνική άποψη – ανοϊκό πρόεδρο;

Ίσως η μόνη δυνατή απάντηση είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε μια ιστορική κατάσταση στην οποία μόνο η άνοια αρμόζει. Όταν μια χώρα φθάνει στο έσχατο στάδιο της πνευματικής γάγγραινας, καμία λογική απόφαση, που επιδιώκει να της αντιταχθεί, δεν είναι πλέον προσιτή. Δεν απομένει παρά να επισπευσθεί με κάθε μέσο η κατάρρευση που έχει ήδη καταστεί αναπόφευκτη, και η άνοια – πραγματική ή προσομοιωμένη – είναι ασφαλώς το καταλληλότερο εργαλείο διακυβέρνησης για τον σκοπό αυτό.

Ως πιστή υποτελής των Ηνωμένων Πολιτειών, και η Ευρώπη αυτοκαταστρέφεται και, όπως εκείνες, φαίνεται να κατακρημνίζεται στην άνοια. Αν ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη θα κατορθώσουν να σταματήσουν στο χείλος του βαράθρου ή αν θα κατακρημνισθούν μέσα σε αυτό μαζί με τον ολέθριο και στερούμενο νομιμοποίησης οργανισμό που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Κοινότητα, είναι κάτι που τα ερχόμενα χρόνια θα επιτρέψουν να δούμε.

15 Ιουνίου 2026

[Αναρτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Για την Πατρίτσια Καβάλλι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 

Έχουν περάσει ήδη δύο μήνες από τον θάνατο της Πατρίτσια και, παρ’ όλα αυτά, αν και μου συνέβη να την ονειρευτώ, να μιλήσω γι’ αυτήν δεν μου είναι εύκολο. Δύο μήνες — τι είναι δύο μήνες μπροστά σε περισσότερο από μισό αιώνα αδιάλειπτης οικειότητας; Απόψε, στον ύπνο μου, βρισκόμασταν μαζί με άλλους ανθρώπους στο σπίτι της, στη γωνία των οδών Biscione και Paradiso, του Όφεως και της Εδέμ, ανάμεσα στην αμαρτία και τη σωτηρία  —σ’ εκείνο το σπίτι που το γνωρίζω σαν να ήταν δικό μου— και κάποια στιγμή πλησίασα την Πατρίτσια, ξαπλωμένη σ’ ένα ντιβάνι, και παρατηρούσα το πρόσωπό της σαν να είχε αποτυπωθεί επάνω του η ύστατη αλήθεια της. Η ύστατη αλήθεια: μια αντιφατική αξίωση, που η Πατρίτσια ήταν υπερβολικά αληθινή για να την αποδεχθεί και εναντίον της σκηνοθετούσε το θέατρο, το πάντοτε ανοιχτό θέατρο, για το οποίο τόσα πολλά, ίσως και υπερβολικά πολλά, έχουν ειπωθεί.

Το σπίτι της Πατρίτσιας – αλλά είναι πράγματι δυνατόν να χωρίσει κανείς την Πατρίτσια από το σπίτι της, από εκείνο το σπίτι που τώρα θα χαθεί για πάντα μαζί με τα χίλια πράγματα που το γέμιζαν, παλιατσαρίες ή θαυμάσια αντικείμενα που ήταν ο κόσμος της Πατρίτσιας – ήταν, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο η Πατρίτσια, γιατί ο κόσμος, το σώμα και ο νους δεν μπορούν να διαχωριστούν. Και ίσως είναι καλό που εκείνο το σπίτι και εκείνος ο κόσμος δεν θα επιζήσουν της Πατρίτσιας· πέθαναν μαζί της και χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν πλέον να μας μιλήσουν.

Η θέση του φίλου ενός ποιητή είναι αμήχανη. Αν, από τη μια πλευρά, η οικειότητα υποβάλλει την αξίωση μιας γνώσης ασύγκριτα βαθύτερης από εκείνη ενός κοινού αναγνώστη, από την άλλη αρκεί να αφεθεί ο χρόνος να κάνει το έργο του και η αξίωση αυτή αποκαλύπτει εκκωφαντικά  τη μη πραγματική υπόστασή της. Αν ο ποιητής αυτός εξακολουθήσει να διαβάζεται ύστερα από δύο ή τρεις αιώνες, εκείνος που θα αναμετρηθεί με το έργο του δεν θα βρίσκεται βέβαια σε καμία περίπτωση σε κατώτερη θέση από τον φίλο που θα έχει προ πολλού χαθεί – κάθε άλλο.

Γι’ αυτό και η χειρονομία εκείνων των κριτικών που επικαλούνται την οικειότητά τους με τον συγγραφέα μοιάζει, τουλάχιστον, προσχηματική. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί για τον φίλο του ποιητή – εν προκειμένω για μένα σε σχέση με την Πατρίτσια – ό,τι μόλις είπα για το σπίτι της: είναι καλό να εξαφανιστεί μαζί του· η μαρτυρία του κινδυνεύει να αποδειχθεί παραπλανητική απέναντι στο μόνο πράγμα που στο τέλος θα έχει σημασία: το γραπτό έργο.

Ωστόσο, ωστόσο… Ίσως εκείνη η μαρτυρία που ήταν προορισμένη να χαθεί να μην ήταν ασήμαντη, όπως δεν ήταν quantité négligeable ούτε το σπίτι ούτε τα αντικείμενα με τα οποία ο ποιητής αγαπούσε να περιβάλλεται. Ίσως, μάλιστα, να ήταν τόσο σημαντικά, ώστε ακριβώς γι’ αυτό να πρέπει να τα αφήσουμε να χαθούν. Όπως το πρόσωπο και ο χαρακτήρας του ποιητή, ο τρόπος που περπατούσε και στεκόταν όρθιος, η φωνή του, οι αδιαμφισβήτητες, αναγνωρίσιμες χειρονομίες του. Τόσο σημαντικά, ώστε, μέσα στη μοιραία επιλογή που κάθε παράδοση είναι αναγκασμένη να πραγματοποιεί, αν θέλει να παραμείνει αποτελεσματική, να μην μπορεί να τα λάβει υπόψη της. Στα εγχειρίδια της ιστορίας της λογοτεχνίας δεν υπάρχει θέση για τη φωνή, για τη χειρονομία της Πατρίτσια, για τις χίλιες πολύτιμες ασημαντότητες που γέμιζαν το σπίτι της Biscione. Και όταν, όπως πράγματι συμβαίνει κάποιες φορές, το σπίτι του ποιητή μετατρέπεται σε μουσείο, τα πράγματα γίνονται αντικείμενα παραδομένα για πάντα in articulo mortis, στη νεκρή πλέον ταυτότητά τους. Αφού δεν είναι πλέον σημαντικά  γι’ αυτόν, πώς θα μπορούσαν να μας ενδιαφέρουν;

Στο σπίτι της,  στο ευπροσήγορο και συνάμα «σκορβουτικό» βασίλειό της, η αίθουσα του θρόνου ήταν αναμφίβολα η κουζίνα. Ο θρύλος των γευμάτων της Πατρίτσια, που έχει σχολιαστεί τόσες φορές, κάθε άλλο παρά ένας αγιογραφικός «χρυσός θρύλος» είναι. Της άρεσε πράγματι να μαγειρεύει; Της άρεσε πράγματι να τρώει; Η αδηφαγία, που εκ πρώτης όψεως φαινόταν να είναι ένα από τα κυρίαρχα πάθη της, δεν στρεφόταν προς την απόλαυση· ήταν μάλλον μια σπαρακτική αναπλήρωση, ένα τίμημα που κατέβαλλε για το αδιαλείπτως ανεκπλήρωτο κάθε επιθυμίας της.

Γι’ αυτό και στην κουζίνα η Πατρίτσια δεν είχε τίποτε από τη σκληρή σχολαστικότητα των μαγείρων. Αφού είχα γίνει δεκτός, ως «δόκτωρας των ζυμαρικών», σ’ εκείνο το sancta sanctorum, την έβλεπα πάντοτε να κινείται μπροστά στις εστίες συννεφιασμένη και ανυπόμονη, μισή σε νευρική εγρήγορση και σπουδή και μισή αφηρημένη, σαν να της έλειπαν κάθε φορά τα σκεύη και οι κατσαρόλες, σαν να έπρεπε διαρκώς να επανορθώσει για κάτι που χαλούσε ή πήγαινε στραβά. Ακόμα πιο εντυπωσιακή ήταν η εξαίσια, σχεδόν προεξοφλημένη νοστιμιά που έμοιαζε ωστόσο να έχει κριθεί από μια τυχαία ζαριά.

Γιατί η Πατρίτσια γνώριζε τόσο καλά τον έρωτα; Γιατί η ποίησή της είναι από την αρχή έως το τέλος μια ερωτική θάλασσα; Επειδή δεν αγαπιόταν, επειδή γνώριζε ότι ακριβώς εξαιτίας της αδυναμίας μας να αγαπήσουμε είμαστε καταδικασμένοι στην αγάπη.

«Το μοναδικό εκείνο, το απολύτως δικό μου εγώ», για το οποίο φαινόταν να μιλά αδιάκοπα, προκειμένου να μη συγχέεται με τίποτε άλλο, εκείνο το εγώ — «είτε ήταν mammerda είτε ήταν και cacazzo»*— μισό γραμματικό και μισό σαρκικό, η Πατρίτσια το κουβαλούσε πάνω της σαν μια ανεπαρκή, άπληστη εξιλέωση για την ανικανότητά της να αγαπηθεί και να αγαπήσει.

Γι’ αυτό, όπως η Έλσα, στο τέλος η Πατρίτσια έπαψε να προσπαθεί να εξιλεωθεί από την ενοχή για κάτι που δεν είχε διαπράξει και, με τη συνενοχή των γιατρών, όπως η Έλσα, αφέθηκε να γλιστρήσει προς την ασθένεια και τον θάνατο. Και όπως η Έλσα καθιστούσε αδύνατο τον έρωτα αγαπώντας μέχρι παραφροσύνης άνδρες που δεν μπορούσαν να της ανταποδώσουν την αγάπη, το ίδιο έκανε και η Πατρίτσια με τις «μάμες» της.

Κι όμως, όσο το προϊστορικό σώμα της και ο πρωτόγονος νους της τη στήριξαν, η Πατρίτσια έγραψε το πιο φανατικό, σχολαστικό και δηκτικό ερωτικό καντσονιέρε του εικοστού αιώνα. Και, ακριβώς όπως συμβαίνει στην Έλσα, η τραγωδία και η κωμωδία, που έμοιαζαν τόσο ακόρεστες, παραχωρούν στο τέλος τη θέση τους σε μια παιδική χειρονομία — και γι’ αυτό διαυγή, σχεδόν γαλήνια.

Ένα γαλάζιο σκουφάκι που ξαναβρέθηκε σαν ένα «σημείο» ή κάποιο από τα τόσα κασκόλ και φουλάρια που η Πατρίτσια, στην εξαντλημένη διαδρομή της από το ένα δωμάτιο στο άλλο, άφηνε να πέφτουν πάνω σε μια καρέκλα ή στο πάτωμα.

 *Οι λέξεις mammerda και cacazzo είναι νεολογισμοί της Πατρίτσια Καβάλλι. Σχηματίζονται παιγνιωδώς από λέξεις που παραπέμπουν στη μητέρα (mamma), στα περιττώματα (merda, cacca) και στο ανδρικό γεννητικό όργανο (cazzo), χωρίς όμως να ανάγονται σε ένα μονοσήμαντο νόημα. Διατηρούνται αμετάφραστες, καθώς συνδυάζουν στοιχεία παιδικής γλώσσας, βωμολοχίας, αυτοσαρκασμού και τρυφερότητας. Στο ποίημα L'io singolare proprio mio («Το εγώ, το μοναδικό, το απολύτως δικό μου») λειτουργούν ως ιδιότυπες ονομασίες του «εγώ», το οποίο παρουσιάζεται ως ένα αναπόδραστο και επίμονο βάρος που ο άνθρωπος κουβαλά διαρκώς πάνω του — σαν τη blatta («κατσαρίδα») του ίδιου ποιήματος, από την οποία δύσκολα μπορεί να απαλλαγεί.

 

[Αναρτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Η γραμματική της Δύσης – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Σε ένα δοκίμιο του 1942 ο Λουί Ρενού (Louis Renou) μπορούσε να υποστηρίξει ότι «στη βάση της ινδικής σκέψης βρίσκονται συλλογισμοί γραμματικής τάξεως». Οι τρεις κατηγορίες στις οποίες, κατά την ινδική φιλοσοφία, αρθρώνεται ολόκληρη η πραγματικότητα – ουσία, ποιότητα, ενέργεια – προκύπτουν αναμφισβήτητα από τη γραμματική ανάλυση της γλώσσας: ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα. Η γραμματική της σανσκριτικής γλώσσας του Πανίνι (Pāṇini) και το σχόλιο του Πατάντζαλι (Patañjali) προηγούνται, πράγματι, της πλειονότητας των ινδικών φιλοσοφικών κειμένων.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί σε ποιον βαθμό ισχύει αυτό και για την ελληνική φιλοσοφία που βρίσκεται στη βάση του δικού μας πολιτισμού. Σε αυτή την υπόθεση φαίνεται να αντιτίθεται η παράδοση που απέδιδε στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη την επινόηση των μερών του λόγου και, συνακόλουθα, της γραμματικής. Η αντίθεση ξεθωριάζει και εξαφανίζεται μόλις κατανοηθεί ότι εκείνο που υποδηλωνόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν πως, για να μπορούν να είναι φιλόσοφοι, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης όφειλαν προηγουμένως να είναι γραμματικοί.

Η Δύση είναι από την αρχή έως το τέλος ένας «γραμματικός» πολιτισμός, που έχει καταστήσει βάση της γνώσης του κόσμου και της κυριαρχίας της πάνω στη φύση την ανάλυση της γλώσσας και την οικοδόμησή της σε μια γραμματική. Η επιστήμη, η οποία έχει γίνει η θρησκεία της Δύσης, προϋποθέτει, πράγματι, όπως κάθε θρησκεία, έναν κόσμο ονοματισμένο, στον οποίο η οντολογία – δηλαδή το γεγονός ότι το είναι λέγεται και διατάσσεται μέσα στη γλώσσα – κατανέμεται σε διακριτές περιοχές, καθεμία από τις οποίες αναλαμβάνεται από μια ιδιαίτερη επιστήμη. Το πεπρωμένο της Δύσης είναι, δηλαδή, εγγεγραμμένο στην ινδοευρωπαϊκή γραμματική, με τις πτώσεις της και τις λογικο-συντακτικές σχέσεις ιεραρχικής εξάρτησης, μέσα στις οποίες, μαζί με τη γλώσσα της, αρθρώνει τη σκέψη της.

Γι’ αυτό, ίσως, στρέφοντας το βλέμμα προς την Κίνα – δηλαδή προς έναν πολιτισμό που δεν ανέλυσε ούτε οικοδόμησε τη γλώσσα του σε μια γραμματική, αλλά βλέπει σε αυτήν μονοσύλλαβα χωρίς καμία γραμματική διάρθρωση – θα ήταν δυνατό να αναδυθεί, αν όχι μια νέα σκέψη, τουλάχιστον μια διέξοδος από τις ζοφερές ατραπούς που, χωρίς να το αντιληφθούμε, η λογική ανάλυση της γλώσσας – η οποία όχι τυχαία διδάσκεται στο δημοτικό σχολείο – μας έχει μοιραία χαράξει.

* Πρόκειται για το μεγάλο γραμματικό σχόλιο (Mahābhāṣya) του Πατάντζαλι στη γραμματική (Aṣṭādhyāyī) του Πανίνι. 


[Αναρτήθηκε στις 20 Απριλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ο αριθμός των φονευθέντων – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πρέπει διαρκώς να αναστοχαζόμαστε το χωρίο της Αποκάλυψης (6,9–11), όπου διαβάζουμε: «Καὶ ὅτε ἤνοιξεν τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ἣν εἶχον· καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· Ἕως πότε, ὁ Δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρωθῶσιν καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν, οἱ μέλλοντες ἀποκτείνεσθαι ὡς καὶ αὐτοί».

[«Και όταν (το αρνίον) άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων που είχαν σφαγιαστεί για τον λόγο του Θεού και για τη μαρτυρία που είχαν δώσει. Και φώναξαν με δυνατή φωνή λέγοντας: “Έως πότε, Κύριε άγιε και αληθινέ, δεν κρίνεις και δεν εκδικείσαι το αίμα μας από εκείνους που κατοικούν πάνω στη γη;” Και δόθηκε στον καθένα τους μία λευκή στολή και τους ειπώθηκε ότι θα έπρεπε να προσμείνουν  ακόμη λίγο χρόνο, έως ότου συμπληρωθεί ο αριθμός των συνδούλων και των αδελφών τους, που πρόκειται να θανατωθούν όπως και αυτοί»].

Η ιστορία δεν θα τελειώσει και η τελική κρίση δεν θα αναγγελθεί, έως ότου συμπληρωθεί ο αριθμός των φονευθέντων δικαίων. Άραγε αυτό είναι που συμβαίνει γύρω μας; Και πόσοι ακόμη δίκαιοι θα πρέπει να φονευθούν, όπως αυτοί που βλέπουμε καθημερινά να θανατώνονται;

Βεβαίως, η ιστορία είναι ιστορία πολέμων, θανάτων και φόνων. Αλλά το νόημα του ανοίγματος της πέμπτης σφραγίδας δεν είναι ότι, στον χρόνο που ζούμε, οφείλουμε να περιμένουμε αδρανείς να συμπληρωθεί ο αριθμός των φονευθέντων. Αν και οι εφημερίδες δεν παύουν να τους καταμετρούν καθημερινά, εμείς αγνοούμε ποιος είναι αυτός ο αριθμός, όπως αγνοούμε πότε θα λάβει χώρα η κρίση και αν θα λάβει χώρα ποτέ.

Εμείς ζούμε σε έναν ενδιάμεσο χρόνο και, όπως εκείνοι που έχουν σφαγιαστεί, οφείλουμε να μαρτυρούμε αυτό που βλέπουμε και αυτό στο οποίο πιστεύουμε. Δεν είναι άλλο το καθήκον μας πριν συμπληρωθεί ο αριθμός των φονευθέντων.

[Αναρτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Η παιδική ηλικία του Αδάμ – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε την αντίληψη που διαμορφώνει ο πολιτισμός μας για την ανθρώπινη ύπαρξη, αν δεν θυμηθούμε ότι στη βάση της βρίσκεται ένας άνθρωπος χωρίς παιδική ηλικία: ο Αδάμ. Σύμφωνα με τη διήγηση της Γένεσης, ο άνθρωπος που ο Κύριος δημιουργεί και τοποθετεί στον κήπο της Εδέμ είναι ένας ενήλικας, στον οποίο Αυτός μιλά και δίνει εντολές και για τον οποίο δημιουργεί μία σύντροφο, ώστε να μην είναι μόνος. Και μόνον ένας ενήλικας, και βεβαίως όχι ένα νήπιο (νη + ἔπος), θα μπορούσε να δώσει όνομα σε όλα τα ζώα του κήπου.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ένα ον χωρίς παιδική ηλικία δεν μπορεί να παραμείνει αθώο και είναι μοιραία καταδικασμένο στην ενοχή και στην αμαρτία. Ίσως η απαισιοδοξία, που καταδικάζει τη χριστιανική Δύση να μεταθέτει πάντοτε στο μέλλον την ευτυχία και την ολοκλήρωση, να προέρχεται από αυτήν την ιδιότυπη ένδεια, που καθιστά τον Αδάμ ένα ον εκ κατασκευής στερημένο παιδικής ηλικίας. Και ίσως εξαιτίας αυτής της έλλειψης, πιο καθοριστικής από κάθε αμαρτία, η παιδική ηλικία είναι, αφενός, για τον καθένα μας ο τόπος της νοσταλγίας της αδύνατης ευτυχίας και, αφετέρου, στην κοινωνική οργάνωση, μια ελαττωματική κατάσταση, που πρέπει πάση θυσία να πειθαρχηθεί και να διαπαιδαγωγηθεί. Και αν η ψυχανάλυση βλέπει στο παιδί το κρυμμένο υποκείμενο κάθε νεύρωσης, αυτό ίσως συμβαίνει ακριβώς επειδή κάπου μέσα μας ενεργεί το αδαμικό παράδειγμα ενός ανθρώπου χωρίς παιδική ηλικία.

Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία της ασθένειας της Δύσης – δηλαδή ενός ενήλικου πολιτισμού που, καταστέλλοντας την παιδική ηλικία, καταλήγει να καταδικάζεται στην παιδαριωδία – θα είναι δυνατή μόνο αν καταφέρουμε να αποδώσουμε στον Αδάμ την παιδική του ηλικία.

[Αναρτήθηκε στις 13 Απριλίουυ 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Μωραίνει Κύριος ὃν βούλεται ἀπολέσαι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 Είναι καλό να αναλογιστούμε ένα γεγονός τόσο απίστευτο, ώστε να προσπαθούμε πάση θυσία να το απωθήσουμε, δηλαδή ότι το κράτος που αυτοανακηρύσσεται το ισχυρότερο στον κόσμο κυβερνάται εδώ και χρόνια από ανθρώπους που είναι – κυριολεκτικά– ανοϊκοί. 

Δεν πρόκειται εδώ για τη διατύπωση μιας ακραίας πολιτικής κρίσης: ότι ο Τραμπ –όπως ασφαλώς και ο Μπάιντεν πριν από αυτόν– πρέπει να θεωρηθεί ανοϊκός, με την παθολογική έννοια του όρου, είναι μια διαπίστωση που πλέον συμμερίζονται πολλοί ψυχίατροι και την οποία όποιος παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται δεν μπορεί παρά να συμμεριστεί. Εξυπακούεται ότι αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν είναι η κλινική περίπτωση των ατόμων με το όνομα Τραμπ και Μπάιντεν· το ερώτημα, αντίθετα, που τίθεται αναπόφευκτα είναι το εξής: ποιο είναι το ιστορικό νόημα του γεγονότος ότι μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες –που κατά κάποιον τρόπο είναι ο πηδαλιούχος ολόκληρης της Δύσης– κυβερνάται από κάποιον που νοσεί νοητικά; Ποια ριζική πνευματική και ηθική παρακμή, πριν ακόμη από την πολιτική, μπορεί να έχει οδηγήσει σε ένα τέτοιο ακραίο αποτέλεσμα; Το ότι η μοίρα της Δύσης είχε σημαδευτεί από τον μηδενισμό είναι κάτι που, μαζί με τον θάνατο του Θεού, είχε ήδη διαγνώσει ο Νίτσε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα· ότι όμως ο μηδενισμός θα έπαιρνε τη μορφή της άνοιας δεν ήταν δεδομένο. Ίσως, κατά κάποιον τρόπο, από συμπόνια και οίκτο, ο Θεός που θέλει να απολέσει τη Δύση, να την οδηγεί στο τέλος της όχι με συνείδηση και ευθύνη, αλλά με ασυνειδησία και τρέλα.

[Αναρτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας 4 : αναρχία και πολιτική – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ήταν ένας Γερμανός συνταγματολόγος στα τέλη του 19ο αιώνα, ο Μαξ φον Ζάιντελ, που έθεσε το ερώτημα απέναντι στο οποίο σήμερα δεν μπορούμε να κωφεύσουμε: «τι απομένει από το βασίλειο, αν του αφαιρεθεί η κυβέρνηση»; Έφθασε πράγματι η στιγμή να αναρωτηθούμε αν η ρήξη της πολιτικής μηχανής της Δύσης έχει, στα χρόνια αυτά, φθάσει σε ένα οριακό σημείο, ένα κατώφλι, πέρα από το οποίο δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει. Ήδη στον 20ό αιώνα ο φασισμός και ο ναζισμός είχαν απαντήσει με τον δικό τους τρόπο στο ερώτημα, μέσω της εγκαθίδρυσης αυτού που έχει δικαίως οριστεί ως «δυαδικό κράτος», όπου, με το νόμιμο κράτος, που θεμελιώνεται στον νόμο και στο Σύνταγμα, συμπαρατάσσεται ένα κράτος διακριτικής ευχέρειας, εν μέρει μόνο κανονιστικά τυποποιημένο, και η ενότητα της πολιτικής μηχανής είναι, επομένως, απλώς φαινομενική. Το διοικητικό κράτος στο οποίο οι ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν, λίγο-πολύ συνειδητά, διολισθήσει, δεν είναι, υπό την έννοια αυτού του δυαδικού χαρακτήρα, από τεχνική άποψη, παρά ένας απόγονος του ναζιφασιστικού μοντέλου, όπου όργανα που ενεργούν κατά διακριτική ευχέρεια, ξένα προς τις συνταγματικές εξουσίες, συμπαρατάσσονται με εκείνα του κοινοβουλευτικού κράτους, που έχει απογυμνωθεί από τις λειτουργίες του. Και είναι βεβαίως αξιοσημείωτο ότι ένας διαχωρισμός βασιλείου και κυβέρνησης εκδηλώθηκε σήμερα ακόμη και στην κορυφή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, όπου ένας ποντίφικας, ευρισκόμενος στην αδυναμία να κυβερνήσει, απεκδύθηκε οικειοθελώς την cura et administratio generalis, διατηρώντας όμως την dignitas, τουτέστι το αξίωμά του.

Η πιο ακραία όμως απόδειξη της ρήξης της πολιτικής μηχανής είναι η ανάδυση της κατάστασης εξαίρεσης ως κανονικού παραδείγματος διακυβέρνησης, η οποία, ήδη σε ισχύ εδώ και δεκαετίες, έφτασε προοδευτικά στην έσχατη μορφή της κατά την περίοδο της λεγόμενης πανδημίας. Εκείνο που, υπό το πρίσμα της εδώ θεώρησής μας, ορίζει την κατάσταση εξαίρεσης, είναι η ρήξη ανάμεσα σε σύνταγμα και κυβέρνηση, νομιμοποίηση και νομιμότητα — και, συνάμα, η δημιουργία μιας ζώνης μέσα στην οποία αυτά καθίστανται μη διακριτά. Η κυριαρχία εκδηλώνεται εδώ πράγματι υπό τη μορφή μιας αναστολής του νόμου και με τη συνακόλουθη εγκαθίδρυση μιας ζώνης ανομίας, μέσα στην οποία, ωστόσο, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ενεργεί νόμιμα. Παρότι αναστέλλει την έννομη τάξη, το καθεστώς εξαίρεσης, αξιώνει να παραμένει συνδεδεμένο με αυτήν, να είναι, τρόπον τινά, νόμιμα εκτός του νόμου. Από τεχνική άποψη, η κατάσταση εξαίρεσης ενσαρκώνει, πράγματι, ένα «κράτος του νόμου», στο οποίο, από τη μία πλευρά, ο νόμος θεωρητικά ισχύει αλλά δεν έχει δύναμη, και, από την άλλη, διατάξεις και μέτρα που δεν έχουν αξία νόμου αποκτούν τη δύναμή του. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, κατ’ ουσίαν, αυτό που διακυβεύεται στην κατάσταση εξαίρεσης είναι μια ανερμάτιστη δύναμη νόμου χωρίς νόμο, μια παράνομη νομιμοποίηση που αντιστοιχεί σε μια μη νομιμοποιημένη νομιμότητα, μέσα στην οποία η διάκριση ανάμεσα σε κανόνα και απόφαση χάνει το νόημά της.

Ουσιώδες είναι να κατανοήσουμε την αναγκαία σχέση που ενώνει την κατάσταση εξαίρεσης και την πολιτική μηχανή. Αν ο κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την εξαίρεση, η κατάσταση εξαίρεσης αποτελεί ανέκαθεν το μυστικό κέντρο της διπολικής μηχανής. Ανάμεσα σε βασίλειο και κυβέρνηση, ανάμεσα σε νομιμοποίηση και νομιμότητα και ανάμεσα σε σύνταγμα και διοίκηση δεν μπορεί να υπάρξει καμία ουσιαστική συνάρθρωση. Καθώς συνιστά το σημείο της σύμπτωσής τους, ο «μεντεσές» που τα συναρμόζει δεν μπορεί να ανήκει ούτε στον έναν ούτε στον άλλον πόλο και δεν μπορεί αυτός καθεαυτόν να είναι ούτε νομιμοποιημένος ούτε νόμιμος. Ως τέτοιος, μπορεί να είναι μόνο αντικείμενο μιας κυριαρχικής απόφασης, η οποία τα συναρθρώνει μέσω ακριβώς της ίδιας της αναστολής τους.

Ακριβώς γι’ αυτό, ωστόσο, η κατάσταση εξαίρεσης είναι κατ’ ανάγκην προσωρινή. Μια κυριαρχική απόφαση που λαμβάνεται άπαξ και δια παντός παύει πλέον να είναι τέτοια, όπως και μια μόνιμη συνάρθρωση ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής μηχανής θα κατέληγε να υπονομεύσει τη λειτουργικότητά της. Μια κανονική κατάσταση εξαίρεσης καθίσταται ανεπίδεκτη απόφασης και, ως εκ τούτου, καταργεί τον κυρίαρχο, ο οποίος μπορεί να οριστεί μόνο μέσω της απόφασης. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι τόσο ο ναζισμός όσο και το σύγχρονο διοικητικό κράτος υιοθέτησαν αποφασιστικά την κατάσταση εξαίρεσης ως κανονική και όχι προσωρινό παράδειγμα της διακυβέρνησής τους. Όπως κι αν οριστεί αυτή η κατάσταση, σε κάθε περίπτωση σε αυτήν η πολιτική μηχανή έχει παραιτηθεί από τη λειτουργία της και οι δύο πόλοι – το βασίλειο και η κυβέρνηση – καθρεφτίζονται ο ένας στον άλλον χωρίς καμία συνάρθρωση.

Όπως στον κανόνα δεν περιέχεται η εφαρμογή του, αλλά χρειάζεται προς τούτο η απόφαση ενός δικαστή, έτσι και στο βασίλειο δεν περιέχεται η πραγματικότητα της κυβέρνησης και η κυριαρχική απόφαση είναι εκείνο που, καταργώντας τη μεταξύ τους διάκριση, ανοίγει τον χώρο της κυβερνητικής πράξης. Η κατάσταση εξαίρεσης είναι, επομένως, όχι μόνον α-νομική, αλλά και αναρχική, με τη διπλή έννοια ότι αφενός η κυριαρχική απόφαση δεν έχει θεμέλιο και αφετέρου η πράξη που αυτή εγκαινιάζει κινείται στη μη διακριτή ζώνη ανάμεσα σε νομιμότητα και παρανομία, κανόνα και απόφαση. Και εφόσον η κατάσταση εξαίρεσης συνιστά τον «μεντεσέ» ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής μηχανής, τούτο σημαίνει ότι αυτή λειτουργεί κρατώντας δέσμια στο κέντρο της την αναρχία.

Θα μπορούσε λοιπόν να ονομαστεί αυθεντικά αναρχική μια δύναμη ικανή να απελευθερώσει την αναρχία που παραμένει δέσμια στην πολιτική μηχανή. Μια τέτοια δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο ως αναστολή και κατάλυση της μηχανής αυτής, είναι δηλαδή μια δύναμη απολύτως καταλυτική και ουδέποτε συγκροτητική. Με τα λόγια του Μπένγιαμιν, ο χώρος της είναι η «πραγματική» κατάσταση εξαίρεσης, σε αντιδιαστολή προς εκείνη τη δυνητική πάνω στην οποία θεμελιώνεται η μηχανή, η οποία φέρεται να διατηρεί την έννομη τάξη μέσα στην ίδια της την αναστολή. Στον χώρο αυτόν καθίσταται εμφανής η οριστική αποσύνδεση του Βασιλείου και της κυβέρνησης και δεν μπορεί πλέον να τεθεί ζήτημα αποκατάστασης της νόμιμης συνάρθρωσής τους, όπως θα ήθελαν οι «ορθοφρονούντες» επικριτές, ούτε να επιστρατευθεί, σύμφωνα με μια παρεξηγημένη αντίληψη της αναρχίας, η διοίκηση κατά του κράτους. Γνωρίζουμε πλέον από καιρό, με νηφάλια επίγνωση και χωρίς καμία νοσταλγία, ότι κινούμαστε καθημερινά μέσα σε αυτό το δύσβατο και επικίνδυνο κατώφλι, όπου η συνάρθρωση μεταξύ βασιλείου και κυβέρνησης, κράτους και διοίκησης, κανόνα και απόφασης έχει αμετάκλητα διαρραγεί, ακόμη κι αν το θανάσιμο φάσμα της πολιτικής μηχανής συνεχίζει να περιφέρεται μάταια γύρω μας.

[Αναρτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Το ραβδί και το χέρι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

«Θα καυχηθεί τάχα το τσεκούρι εναντίον εκείνου που κόβει μ’ αυτό ή θα υπερηφανευτεί το πριόνι εναντίον εκείνου που το χειρίζεται; Σαν να ήθελε το ραβδί να κατευθύνει εκείνον που το κραδαίνει, σαν να ήθελε η βέργα να σηκώνει εκείνον που δεν είναι από ξύλο» (Ησαΐας 10,15).
Τα λόγια του προφήτη περιγράφουν με ακρίβεια όσα συμβαίνουν σήμερα. Οι τεχνολογικές συσκευές είναι το ραβδί που αξιώνει να κατευθύνει – και πράγματι κατευθύνει – εκείνον που το χειρίζεται ή, μάλλον, νομίζει ότι το χειρίζεται. Και η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, ανίκανος πλέον να κυριαρχήσει στα εργαλεία που ο ίδιος δημιούργησε, γίνεται λεία εκείνου που ο Γκύντερ Άντερς έχει ορίσει ως προμηθεϊκή ντροπή και, παραιτούμενος από τη σκέψη, υποτάσσεται στο ραβδί που του έχει ξεφύγει από το χέρι.

[Αναρτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Αρχηγοί κρατών και δολοφόνοι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Για πρώτη φορά στην ιστορία βλέπουμε τον αρχηγό ενός κράτους που θεωρείται πολιτισμένο να μιλά ανοιχτά σαν δολοφόνος, λέγοντας για τον θρησκευτικό ηγέτη της χώρας στην οποία έχει επιτεθεί: «θα τον σκοτώσουμε», και για τους κατοίκους της χώρας εκείνης: «θα τους σφαγιάσουμε». Ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Στάλιν μίλησαν ποτέ έτσι. Κι όμως, όχι μόνο αυτός ο άνθρωπος δεν κατηγορείται ούτε καθαιρείται, αλλά οι αρχηγοί κρατών των λεγόμενων δυτικών δημοκρατιών τον εγκρίνουν, αποδεχόμενοι υπόρρητα ότι οι πολιτικοί εκφράζονται σήμερα δημοσίως όπως ίσως ούτε οι δολοφόνοι τολμούν μεταξύ τους.

[Αναρτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λό...