Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Mistificazione – Μυστικοποίηση

Στοχαζόμενος πάνω στην ερμηνεία της ιταλικής λέξης mistificazione, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως παραποίηση, εξαπάτηση, παραπλάνηση, διαστρέβλωση αλλά κάποτε, πιο κυριολεκτικά, ως μυστικοποίηση, μου ήρθε στον νου μια παιδική ανάμνηση. Θυμάμαι πως κάποιες φορές, όταν ήμουν μικρός και περπατούσα σε πεζοδρόμια, απέφευγα να πατήσω στους αρμούς μεταξύ των πλακών. Είχε καρφωθεί μέσα μου η ιδέα πως, αν πατούσα πάνω στη γραμμή, κάτι κακό θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον δικό μου. Ένας αρμός στο πεζοδρόμιο αποκτούσε ξαφνικά ένα νόημα που δεν είχε.

Ίσως αυτή η παιδική χειρονομία να μην είναι τόσο μακρινή από πιο ενήλικες συμπεριφορές. Από το άναμμα ενός κεριού σε μια ορθόδοξη εκκλησία ή στον ναό ενός θεού-σκύλου στην Άπω Ανατολή. Από την εξομολόγηση για τον εξορκισμό του κακού και τη συμμόρφωση με τον νόμο του παντεπόπτη Θεού ή τη θυσία της εξιλέωσης που ιερουργεί τελετουργικά κάποιος σαμάνος.

Πίσω από το ορατό υποτίθεται πως πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο ή να ασκηθούμε στο να υποθέτουμε ή να διαβλέπουμε κάτι άλλο. Τρομακτικό, τερατώδες και ασύμμετρα μεγάλο. Με το οποίο αναπόφευκτα θα αναμετριόμαστε μέχρι το τέλος της ζωής μας. Μέχρι τελικής πτώσεως.

Θα ταίριαζε εδώ η μικρή σκηνή από το Ταξίδι στη Μέση Ανατολή του Γιώργου Θεοτοκά. Στη Σαμάρεια τού προτείνουν να του βγάλουν το ωροσκόπιο. Αρνείται: «Όποιο κι αν είναι [το μέλλον μου] θα το δεχτώ με αίσθημα γαλήνης και χωρίς απορία… Έχω περάσει τους κάβους και είμαι προετοιμασμένος… Τι να τα κάμω τα άστρα;… Από άλλο είδος στηρίγματα έχουμε ανάγκη, κι εγώ και πολλοί όμοιοί μου… Δεν με γέλασες σήμερα, πειρασμέ…».

Ακόμη και στην Εκκλησία «των λογικών προβάτων», της «λογικής λατρείας» Εκείνου, του Θεού Λόγου, που είπε «Έλεον θέλω και ου θυσίαν», η πίστη μπορεί να βιώνεται σαν ένας ατελείωτος και ανεξόφλητος λογαριασμός. Και τα πράγματα και τα γεγονότα να μην τα ζούμε ως αυτά που είναι, αλλά κυρίως ως κάτι στο οποίο ελλοχεύει μια ασύμμετρη απειλή, που πρέπει επειγόντως, τελετουργικά και μυστικιστικά, να εξορκίσουμε… για να σωθούμε.

Και έρχεται ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στις Μυσταγωγικές Κατηχήσεις, να μας διδάξει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και να μας πει: «Όταν λοιπόν πλησιάζεις, μην έρχεσαι με τεντωμένους τους καρπούς των χεριών σου ούτε με ανοιχτά και διαιρεμένα τα δάκτυλά σου. Αντίθετα, κάνε το αριστερό σου χέρι θρόνο για το δεξί, αφού πρόκειται να υποδεχτείς τον Βασιλέα· και αφού λυγίσεις την παλάμη σου ώστε να σχηματίσει μια κοιλότητα, δέξου το Σώμα του Χριστού λέγοντας το “Αμήν”».

Μυστικοποίηση, λοιπόν. Ένας παιδικός εφιάλτης που επιστρέφει ως ενήλικη αγωνία. Σε τι μας βοήθησε να ανοίγουμε το στόμα μας για να υποδεχθούμε τον Άγιο Άρτο, όταν δεν μπορούμε να ζήσουμε την ιερότητα του καθημερινού μας άρτου; Γιατί πρέπει να αναζητούμε έναν άλλο κώδικα, κρυμμένο πίσω από αυτό που βλέπουμε και αγγίζουμε;

Ας πατήσουν τα πόδια μου ελεύθερα… ακόμη και πάνω στους αρμούς που χωρίζουν τις πλάκες… Μόνο αρμοί είναι, τίποτε άλλο… Στράτα ζωής είναι… η κάθε σπιθαμή της ...το παν της ζωής μου… της μίας και μοναδικής…

 

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες;

Συχνά, όταν τίθεται το ερώτημα γιατί την Ανάσταση του Χριστού είδαν ελάχιστοι και έκτοτε κανείς, δίνεται η απάντηση ότι ο Θεός δεν θέλησε να επιβάλει την αλήθεια Του ούτε να εξαναγκάσει τον άνθρωπο στην πίστη, αλλά να αφήσει ελεύθερη την ανταπόκρισή του. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ τι σημαίνει εδώ «εξαναγκασμός». Αν η ιστορικότητα του Χριστού και της Ανάστασής Του αποτελεί θεμέλιο της χριστιανικής πίστης, γιατί η άμεση εμπειρία αυτού του γεγονότος θα περιόριζε την ελευθερία μου; Αν η πραγματικότητα της Ανάστασης δεν αποτελεί απλώς μια δυνατότητα που μου προτείνεται, αλλά κάτι που καλούμαι να ομολογήσω ρητά στο σύμβολο της πίστεως ως αληθινό, γίνεται ακόμη δυσκολότερο να κατανοήσω γιατί η άμεση γνώση ή εμπειρία του ίδιου του γεγονότος θα συνιστούσε εξαναγκασμό. Καλούμαι, δηλαδή, να ομολογήσω ως ιστορικά πραγματικό ένα γεγονός του οποίου η άμεση μαρτυρία, κατά το επιχείρημα αυτό, θα περιόριζε την ελευθερία μου.

Αν γινόμουν μάρτυρας της Ανάστασης, θα γνώριζα ότι συνέβη· δεν θα ήμουν όμως γι’ αυτό αναγκασμένος να αγαπήσω τον Χριστό, να Τον ακολουθήσω ή να στραφεί προς Αυτόν ολόκληρη η ύπαρξή μου. Η γνώση ενός γεγονότος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και την αποδοχή του.

Το βαθύτερο ζήτημα βρίσκεται, επομένως, στο τι εννοούμε ως ελευθερία. Δεν μπορώ να την ταυτίσω με μια αυτόνομη «ελεύθερη βούληση» που στέκεται απέναντι στην αλήθεια και επιλέγει αν θα την αποδεχθεί ή όχι. Με ενδιαφέρει εδώ μια άλλη, ετυμολογική και υπαρξιακή ανάγνωση της λέξης, που τη συνδέει με το αρχαίο «ἐλεύθω» — έρχομαι: η ελευθερία ως έλευση, ως κίνηση και στροφή της ύπαρξης, ως κίνηση της καρδιάς. Και μια τέτοια κίνηση δεν χρειάζεται να βιώνεται ως προϊόν επιλογής ή άσκησης της βούλησης· μπορεί να βιώνεται ως ανάγκη.

Γι’ αυτό δεν μπορώ να δεχτώ ότι έχω ανάγκη να μου αποκρυφθεί η Ανάσταση ώστε να διαφυλαχθεί η ελευθερία μου. Το αντίθετο μάλλον.


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε… παιδιά όπως πάντα;

Πριν ακόμη προλάβουμε απλώς να είμαστε, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε όπως είμαστε, μαθαίνουμε πώς πρέπει να είμαστε. Μαθαίνουμε να υπηρετούμε ενοχικά και με λαγνεία ρόλους. Ρόλους που εμπεριέχουν ένα καθήκον – καθήκον προς επιτέλεση κάποιου έργου. Και μάλιστα μαθαίνουμε να ζούμε σαν να πρέπει μέσα από εμάς να επιτελείται διαρκώς ένα είδος σωτηριολογικού έργου, «παρά τη δική μας ατέλεια και αμαρτωλότητα». Να ζούμε –πάντοτε ανεπαρκείς– κάτω από τη δυναστεία επιβλητικών βεβαιοτήτων και με την υποχρέωση να εκπληρώσουμε σκοπούς –ίσως, μάλιστα, σε μεταφυσικό επίπεδο ήδη εκπληρωμένους– που οφείλουμε να υπηρετούμε. Να ζούμε με την πεποίθηση ότι, παρά τις δικές μας αστοχίες και παρεκκλίσεις, διατηρείται αλώβητη, ακέραια και αποτελεσματική η λειτουργία του ρόλου μας. Φαίνεται, πάντως, ότι αυτές οι αντιλήψεις για την εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα των ρόλων και των αξιωμάτων έλκουν την καταγωγή τους από μια μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση που έχει διαποτίσει μυστικά και μεταλλάξει αθόρυβα όλο το φάσμα των σχέσεων σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Ο παπάς μπορεί να σφάλλει, αλλά η ιεροσύνη του όχι· ο υπουργός μπορεί να είναι φαύλος, αλλά η αυλή του παραμένει πάντα πρόθυμη να τον λιβανίζει και να καρπώνεται την εύνοιά του όσο εκείνος στέκεται στην εξουσία· ο προϊστάμενος μπορεί να είναι ανεπαρκής, αλλά το αξίωμά του υφίσταται ακέραιο και ακλόνητο· ο σύζυγος μπορεί να γίνεται βασανιστικός και άδικος, αλλά η σύζυγος οφείλει να τον ανέχεται και να «σηκώνει τον σταυρό της».

Μάθαμε να ζούμε ένοχα και δουλικά, υπηρετώντας τέτοιες υποτιθέμενες υπεραξίες και «ορθοδοξίες», υποτιθέμενες ευθείες και αλάθητες οδούς, που ορισμένοι σωτήρες, άγιοι και γνωστικοί χάραξαν πριν από εμάς για εμάς.

Και πόσο ευκολόπιστα αποδεχόμαστε ότι στα «πρέπει» οφείλει να ανταποκρίνεται η υποτιθέμενη στιβαρή και ελεύθερη βούλησή μας. Καθώς πρέπει να θελήσουμε το ορθό, να θελήσουμε να γίνουμε αυτό που ακόμη δεν είμαστε, να διορθώσουμε την απόκλιση, τη στρέβλωση, να επαναφέρουμε τον εαυτό μας στην ευθεία. Και η ζωή μας πρέπει να γίνει ένα έργο, να αποτελέσει ένα έργο θεμιτό και ο ίδιος ο εαυτός μας να νοηθεί ως έργο άξιο επιτέλεσης και προϊόν ελεύθερης θέλησης –ένα έργο, στην ουσία, πάντοτε ακατόρθωτο και αντικείμενο επιθυμίας πάντοτε ανικανοποίητης.

Γιατί να μη ζήσουμε επιτέλους με ειλικρίνεια και συνέπεια την άληκτη παιδική μας ηλικία; Γιατί να μη ζούμε χωρίς την υποχρέωση να υπηρετούμε κάτι a priori αλάθητο; Γιατί να μη ζούμε μπορώντας επιτέλους να κάνουμε λάθος; Γιατί να μην τρέχουμε σ’ αυτή τη ζωή όπως οι αχτίνες του ήλιου, που απλώς τρέχουν και λάμπουν και σκορπίζονται και σπαταλώνται, χωρίς να προσπαθούν να γίνουν ένα καλύτερο φως; Γιατί να μην τρέχουμε με την ελάχιστη φλόγα της πυγολαμπίδας;

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε. Όπως οι γάτες, οι σκύλοι, τα μυρμηγκάκια και καθετί ζωντανό που μπορεί ακόμη να μας θυμίζει έναν πραγματικό, επίγειο και αναίτιο παράδεισο; Χωρίς βαθύτερα ή άλλα απόκρυφα νοήματα;

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε… παιδιά όπως πάντα…;

 

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Μιλάμε και γράφουμε σαν τεχνητή νοημοσύνη…

[Με αφορμή το «Αλήθεια και γνώμη» του Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Quodlibet, 16 Ιουλίου 2026)]


Μιλάμε και γράφουμε σαν τεχνητή νοημοσύνη. Προσπαθώντας να υποστηρίξουμε πάση θυσία την ορθότητα αυτών που λέμε. Δεν είναι τυχαία η σταδιακή κατίσχυση της τεχνητής νοημοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ταυτιστεί εδώ και αιώνες ο άνθρωπος,  προσπαθώντας να συμμορφωθεί ή μάλλον να ταυτιστεί με μια τέλεια και αλάνθαστη γλώσσα ή κατά τρόπο απαρέγκλιτο με τον Λόγο του Θεού. Και έρχεται η ώρα να εκτιμήσουμε την αμηχανία των παιδιών. Να κατοικήσουμε στο χάσμα της γλώσσας και να ανακαλύψουμε την παιδική ηλικία όχι ως μια σύντομη περίοδο που παρήλθε αλλά ως μια ηλικία που δεν τελειώνει μέσα μας, ως μια μόνιμη δυνατότητα ελευθερίας να γευτούμε πάλι και πάλι τη ζωή ως νεογέννητοι. Έρχεται η ώρα να εκτιμήσουμε αυτούς που δεν πασχίζουν να υποστηρίξουν πάση θυσία την ορθότητα της γνώμης τους αλλά έχουν τη δυνατότητα να κάνουν λάθος. Γενικά, να γοητευτούμε περισσότερο από εκείνους που δεν τα καταφέρνουν και αντέχουν…Να ακούσουμε και να διαβάσουμε εκείνους που δεν γυρεύουν οπαδούς ή μαθητές…να προσεγγίσουμε τους άλλους χωρίς να καλούμαστε να υιοθετήσουμε μια θεωρία ή να ενταχθούμε σε μια θρησκεία. Και έρχεται η ώρα να ζήσουμε και να νιώσουμε καλύτερα με ανθρώπους που μπορούν να κάνουν λάθος, που δεν είναι υποχρεωμένοι να είναι σοφοί ή άγιοι ή ειδικοί. Και έρχεται η ώρα να ψηλαφήσουμε τον κόσμο ως παιδιά που ενίοτε μπλέκουν τη φαντασία, με το όνειρο και την πραγματικότητα και δεν ξέρουν τι είναι σημαντικότερο. 


Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Σχόλιο στο άρθρο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν με τίτλο «Η Γραμματική της Δύσης»

Ο Αγκάμπεν εύχεται η προσέγγιση της Κίνας να δώσει μια ευκαιρία για ένα άλλο κοίταγμα, έναν διαφορετικό τρόπο ομιλίας-σκέψης-ύπαρξης-ζωής που θα μπορούσε να απελευθερώσει από τα σκοτεινά αδιέξοδα στα οποία εγκλωβίζουν οι ράγες της γραμματικής της γλώσσας.

Διαβλέπει στη γραμματική, στη λογική ανάλυση της γλώσσας (ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα), στον τρόπο της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας, την αιτία της κακοδαιμονίας του δυτικού πολιτισμού. Αυτός ο τρόπος της γραμματικής σκέψης, που εδραιώνεται στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, διαστρεβλώνει μοιραία τον τρόπο θεώρησης της αλήθειας. Δηλαδή, η αλήθεια μετατρέπεται σε κάτι που τεκμηριώνεται με μια σειρά καταφατικών ή αποφατικών προτάσεων και ετυμηγοριών. Παραδείγματος χάριν:

– Το πρωί έβρεχε καταρρακτωδώς.

– Ναι, είναι αλήθεια.

– Όχι, δεν είναι αλήθεια. Λες ψέματα. Είσαι ψεύτης.

Και επίσης διαστρεβλώνεται μοιραία και ο τρόπος θεώρησης της πίστης ως κάτι που αποτελεί προσωπικό επίτευγμα και σημείο διανοητικής υπεροχής και ατομικού χαρίσματος, διαχωρίζοντας έτσι τους ανθρώπους μοιραία σε πιστούς και απίστους, σε ένθεους και άθεους. Παραδείγματος χάριν:

– Εγώ πιστεύω στον αγαθό Θεό.

– Εγώ δεν πιστεύω στον Θεό, είμαι άθεος.

Πάνω σε αυτές τις ράγες της γραμματικής σκέψης, όπου εξαίρεται ο ρόλος του υποκειμένου της λογικής πρότασης που τεκμηριώνει ότι αυτά που λέει έχουν πραγματικό αντίκρισμα, παράγεται το μεγαλύτερο υπαρξιακό ψέμα.

Προσβλέπει, λοιπόν, ο συντάκτης του άρθρου ότι, από έναν τρόπο ομιλίας-σκέψης με μονοσύλλαβα, «χωρίς καμία γραμματική διάρθρωση», θα μπορούσαμε να αδράξουμε την ευκαιρία ώστε να μιλούμε, να σκεφτόμαστε και να ζούμε κατά τρόπο υπαρξιακό πιο αληθινό, πιο βαθύ και διαυγή, με ενιαία ματιά, χωρίς διαχωρισμό υποκειμένου και αντικειμένου, χωρίς κριτήρια διαίρεσης, με πίστη καρδιάς και αλήθεια κοινωνίας αγάπης.

Παρόλα αυτά… αμφιβάλλω ως προς το κατά πόσον τα έχουν καταφέρει… οι Κινέζοι με τα μονοσύλλαβά τους.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Εν αρχή ην το γέλιο

Δεν συγχωρείται εύκολα να μη είναι κανείς καθηλωμένος κατά κάποιον τρόπο στον πόνο, την τραγικότητα και την αντίφαση της ατομικότητάς του. 

Το τραγικό γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τον ρόλο του. Το κωμικό όταν αρχίζει να αποστασιοποιείται έστω και λίγο από αυτόν. Και μάλλον εύστοχα έχει λεχθεί ότι η κωμωδία είναι πιο αληθινή από την τραγωδία: αποκαλύπτει το ψεύδος — την ανόητη εμμονή στην ατομικότητα — και φανερώνει εκείνον που λησμονείται, αλλά εξακολουθεί να αναπνέει κάτω από κάθε ρόλο και κάθε προσωπείο, και βαθύτερα από κάθε ενοχή: τον καθολικό, τον παγγενή, τον αθώο και αναντικατάστατο Αδάμ.

Μήπως εν αρχή ην το γέλιο τελικά; Μακάριος αυτός που αρχίζει να ζει σαν αληθινός άνθρωπος, σαν ένα μυρμήγκι ανάμεσα σε αναρίθμητα μυρμήγκια, που αρχινά πάλι να βλέπει τον εαυτό του μέσα σε όλους τους ανθρώπους και επιτέλους γελά — όχι σαρκαστικά, αλλά αγαθά και καλόκαρδα και αθώα. 



Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;

Το οντολογικό κακό δεν μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην πίστη προς τον Θεό παρά μόνο όταν αντιμετωπίζεται ως ηθικό πρόβλημα προς επίλυση ή, μάλλον, ως ένα πρόβλημα «δικαιοσύνης» και ανθρώπινης δικαιοδοσίας. 

,, 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ο Νυμφίος

Πριν την κατίσχυση στο σύγχρονο λεξιλόγιο του ψυχολογικού όρου ενσυναίσθηση, ο Απ. Παύλος είχε περιγράψει την κατάσταση της ψυχής που είναι ενωμένη με τα δεσμά της αγάπης με τους άλλους ως χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων (Προς Ρωμαίους, 12:15). Νομίζω ότι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτό δεν είναι ο Χριστός που διδάσκει η Εκκλησία, δηλαδή η καθαρή εικόνα του Θεού μέσα στον κάθε έναν από εμάς. Με αυτή την οπτική δεν μπορώ να δεχθώ την ιδέα ότι ο Θεός είναι ένας αποστασιοποιημένος δημιουργός, που παρακολουθεί από μακριά και εκ του ασφαλούς τα πλάσματά του και ενδεχομένως διασκεδάζει, όπως εκείνοι που παρακολουθούν στις ταυρομαχίες τους ταύρους να ξεχύνονται σε αλάνες χωρίς έξοδο κινδύνου. Πιστεύω σε έναν Θεό του οποίου η δημιουργία, η παντοδύναμη δημιουργική ενέργεια, είναι μία εφεύρεση αγάπης, μία δηλαδή δραματική περιπέτεια ταύτισης με τα κτίσματά του στον αγώνα τους να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, διερχόμενα από τη φυσική φθορά και τον θάνατο, και να έρθουν σε κοινωνία μαζί Του. Γιατί φαίνεται ότι οι προδιαγραφές του ανθρώπου δεν είναι απλά να πάψει να υποφέρει ούτε να διάγει βίο άνετο, γλυκερό και όμορφο αλλά να προχωρά πέρα από όλα και παρόλα όσα του συμβαίνουν να προχωρά ζητώντας ακόρεστα μιαν έσχατη συνάντηση. Σε έναν πεζό στίχο των Εκλάμψεών του ο Ρεμπώ μιλά για μιαν αγάπη που είναι η ύψιστη εφεύρεση: «Son amour est l’invention la plus haute». Η ύψιστη θα έλεγα εφεύρεση του ανθρώπου ως εφευρήματος αγάπης. Μέσα σε αυτή τη δραματική πορεία, όπου ο άνθρωπος πρέπει να χάσει τον εαυτό του, πρέπει να χάσει την ψυχή του για την ξαναβρεί, ο Θεός δεν είναι αμέτοχος, αλλά είναι ο ταπεινός Χριστός που χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων· είναι ο παντελώς αδύναμος σαν αθώο νήπιο και πανίσχυρος και παντοδύναμος σαν λιοντάρι Νυμφίος της καρδιάς μας. 


Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Οι λέξεις

Μυστήριο καθοριστικό της ζωής σου οι λέξεις. Ασύλληπτο το γεγονός και ο τρόπος της σύνδεσής τους με τα πράγματα. Που τις κάνει πιο πραγματικές και από τα ίδια τα πράγματα. Όταν έρχεται η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι δεν τις έχεις ανάγκη για τη σημασία τους αλλά ότι αυτές σε καλούν επίμονα να τις πεις με τον πρωτόγνωρο –τάχα;– τρόπο που έχεις λησμονήσει. Ένα τίποτα οι λέξεις, με υλικό από πνεύμα. Μόνο με αυτές υπόσχεται ότι θα γεννηθεί το νόημα των πραγμάτων – εκείνο που μαζί τους ενίοτε θαρρείς πως μόλις το αφουγκράζεσαι και εδώ το ‘χεις, στην άκρη της γλώσσας σου να το πεις (μα ξεγελιέσαι;). Μόνο με αυτές υπόσχονται ότι θα αναδυθούν από τη λήθη οι θεοί, οι άνθρωποι, η πατρίδα, τα οικεία και γνώριμα πράγματα.


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Η Εδέμ

Όχι, η Εδέμ δεν είναι ο παράδεισος που θέλουν να επιβάλλουν οι εκκλησίες, οι πολιτικοί, οι ιστορικοί και ο ίδιος ο εαυτός μας. Ένας παράδεισος και μια κόλαση επιβεβλημένης μνήμης, εμπειριών, απολαύσεων, μεγάλων στιγμών, γεγονότων καθοριστικών μιας «θείας» οικονομίας.

Η Εδέμ που πραγματικά μας αφορά παραμένει αμνημόνευτη και λησμονημένη μέσα στις καθημερινές, συχνά απαρατήρητες στιγμές· στις μικρές και επαναλαμβανόμενες χειρονομίες, αναίτιες και ανεξήγητες, σαν κελαηδήματα.

Η Εδέμ είναι το όνομα, με όλη του τη σημασία — την κλητική μέσα από τα βάθη της καρδιάς — που το έχουμε εδώ, έτοιμο να το προφέρουμε στην άκρη της γλώσσας μας, αλλά δεν μπορούμε να το θυμηθούμε.

Όχι, ας μην τρομάζουμε όταν δεν θυμόμαστε τι είναι εκείνο που στέκεται στην άκρη της γλώσσας μας και δεν μπορούμε να το πούμε. Μη μας τρομάζουν εκείνοι που δεν συγχωρούν να θυμόμαστε ότι έχουμε ξεχάσει τι είναι αυτό που έχει αξία στη ζωή μας και ζητεί επίμονα να ειπωθεί· ας συγχωρήσουμε τουλάχιστον εμείς τον εαυτό μας όταν δεν μπορούμε να περιγράψουμε την Εδέμ της μικρής, ασήμαντης και καθημερινής ζωής μας· ας μην ξεχνάμε εκείνο που συνέχεια λησμονούμε, προσπαθώντας να ζήσουμε κάτι άλλο αξιομνημόνευτο.


Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο Θεός και κόσμος

Θυμάμαι ότι ο Μητροπολίτης Περγάμου, σε μία από τις συγκινητικές παραδόσεις του μαθήματος της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, υπογράμμισε ότι ο Θεός, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δεν βλέπει τη φύση και τα όντα ως αντικείμενα, αλλά ως ίδια θελήματα.

Σκέφτομαι ότι τούτο σημαίνει πως σε Αυτόν δεν υπάρχει το χάσμα μεταξύ Δημιουργού και δημιουργίας, μεταξύ πρόθεσης και έργου, δυνάμεως και ενέργειας, αλλά παραδίδεται ολόκληρος σε εκείνο που ανασύρει από το μηδέν, έξω από τον εαυτό Του, δίνοντάς του σπαραχτική φωνή και σώμα. Του παραδίδεται απολύτως μέσω του Υιού Του, όχι σαν κάποιος που επεμβαίνει, αλλά ως νήπιο ή δίνοντας ερωτικά το χέρι ως νυμφίος.

Ο κόσμος δεν αποτελεί την πραγμάτωση ενός σχεδίου ή κάποιας ιδέας Του, αλλά είναι ένας ελεύθερος τρόπος της ύπαρξής Του. Είναι η συντελούμενη και μη συντελεσμένη ακόμη Εκκλησία Του. Ο κόσμος δεν συνιστά κάποια αντικειμενική πραγματικότητα, όπου πρέπει να επέμβει ως παντοδύναμος ή δικαστής ή ισχυρός βοηθός ή λυτρωτής ή σωτήρας για την εκπλήρωση κάποιου απώτερου σκοπού. Είναι η μήτρα στην οποία γεννιέται ως μωρό.

Η φύση και τα όντα δεν αποτελούν αντικείμενα πραγματοποιημένα ή δυνάμενα να πραγματοποιηθούν, αλλά λόγους προσωπικούς και σαρκωμένους και σπαραχτικούς σχέσης προαιώνιας και άκτιστης.

Και όπως ο ερχομός του κόσμου στην ύπαρξη, με το είπε και εγένετο (πράγμα το οποίο ενεργείται άχρι του νυν και δεν αποτελεί τετελεσμένο ιστορικό γεγονός), με πόθο και έρωτα για εκείνο που λάμβανε και λαμβάνει, μέσα στα ίδια Του τα χέρια, σώμα και φωνή και πρόσωπο, δεν ήταν αναγκαίος αλλά ελεύθερος, έτσι και η γέννησή Του στον κόσμο ως βρέφος δεν ήταν αναγκαία αλλά εξαρτιόταν από το γένοιτο, από την κατάφαση και το αγαπητικό δόσιμο της ύπαρξης μιας γυναίκας. 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Κανένας δεν ξέρει

Ήμουν μαθητής Λυκείου όταν άκουσα στο ραδιόφωνο, στην εκπομπή του Γιώργου Χρονά «Ξενοδοχείο Βαλκάνια», τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου να διαβάζει ποιήματά του. Έκτοτε, σε ανύποπτους χρόνους, επανέρχονται στη μνήμη μου, όπως τους πρωτάκουσα στην εκπομπή εκείνη, οι στίχοι του ποιήματος «Κανένας δεν ξέρει», από την ποιητική συλλογή Ο δύσκολος θάνατος:

«Κοιταχθήκαμε

Καθρέφτες και γυαλιά

Αναλαμπές και δάκρυα

Η μέρα ακίνητη

Γαλήνη

Στα δέντρα στη θάλασσα

Κανένας δεν ξέρει

Γιατί υπάρχουμε».

Αρχικά, ασπαζόμουν το καταληκτικό «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» ως έκφραση αγνωστικισμού. Μαζί όμως με τον πρώτο στίχο, το «Κοιταχθήκαμε», αναζωπυρωνόταν μέσα μου μια συγκίνηση που απέφευγα να αναγνωρίσω, ιδίως στα χρόνια εκείνα που προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι είχα –ή όφειλα στανικά να έχω– ένα νόημα και έναν σκοπό στη ζωή αυτή.

Το ποίημα, ωστόσο, επίμονα, σταγόνα τη σταγόνα, με έπεισε να το ακούσω ξανά και ξανά με τον νου και την καρδιά μου, ώστε να μη μπορώ σήμερα παρά να ομολογήσω πως το «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» όχι μόνο δεν είναι έκφραση αγνωστικισμού, αλλά ένας από τους πιο εναγώνιους, ερωτικούς και γνωστικούς στίχους που θα μπορούσαν να γραφούν.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Το δόγμα της Αγίας Τριάδας και της σάρκωσης του Θεού Λόγου θεραπεύουν με θαυμαστό τρόπο το εγγενές πρόβλημα της ιδέας του Θεού ως επέκεινα όντος και Δημιουργού. Θεραπεύουν, δηλαδή, το πρόβλημα του διχασμού, της διαίρεσης, του απύθμενου χάσματος που εισάγει και εγκαθιστά η αντίληψη για τον Θεό ως επέκεινα προσώπου, στην ουσία και την ανυπέρβλητη εξουσία του οποίου έγκειται όλη η σοφία και η αγάπη και η αλήθεια, όλη η παντοδυναμία και η αγαθότητα, και από τον οποίο η υποτελής, γυμνή και τετραχηλισμένη κτίση πρέπει να αντλήσει ό,τι απαιτείται για την ύπαρξή της· πάνω σε αυτή την αντίληψη διαμορφώνονται νοσηρά οι σχέσεις μας, σχέσεις γονιού και παιδιού, φίλων και φύλων, άνδρα και γυναίκας, ερωτευμένων, γιατρού και ασθενή, επιστήμονα και επιστήμης, καλλιτέχνη και καλλιτεχνικού έργου, ποιητή και ποιήματος, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου· υπό αυτό το πρίσμα δίνεται βάρος στην αυθεντία και στο μυστήριο της ψυχολογίας των προσώπων, εμφιλοχωρεί η νοσηρή ιδέα και εδραιώνεται η πεποίθηση ότι ο πλούτος της ζωής περιέχεται σε κάποιον (ενίοτε σε κάποιον θεϊκό σωτήρα που υπόσχεται να μας επιδαψιλεύσει, σε μελλοντικό χρόνο, μέρος της χάριτός του, κατά την αυτοτελή «καλή ή κακή προαίρεσή μας») και όχι στο εκπληκτικό και απροϋπόθετο και χωρίς απώτερο σκοπό «καλημέρα» ενός περαστικού ανθρώπου ή στο νιαούρισμα και το τέντωμα της γάτας στη μέση του δρόμου.

Γενικότερα, στη μάθηση και τη διδασκαλία, σε όλα τα πεδία της γνώσης, την ίδια αυτή στρεβλή γραμματική ακολουθούμε. Παραμένει αλησμόνητη από τα σχολικά χρόνια η ερώτηση: «τι θέλει να πει ο ποιητής;». Διαβάζαμε, π.χ., τη λέξη «καρέκλα» σε ένα ποίημα και αναρωτιόμασταν και προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε, να ξεκλειδώσουμε νοήματα, να καταλάβουμε τι βαθύτερο και μεγαλύτερο ήθελε να πει με τη λέξη «καρέκλα». Ίσως τίποτα περισσότερο από καρέκλα, τελικά. Γιατί, αν ήθελε να πει κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο, θα ήταν εντιμότερο να πούμε στον ίδιο —αλλά και με λύπηση για τον εαυτό μας που καταπιαστήκαμε να τον διαβάσουμε— «περαστικά».


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Σχόλιο στη συνέντευξη του Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται»

Ευχαριστούμε για την όμορφη και ουσιαστική συνέντευξη του φιλοσόφου Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν με τίτλο «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται». Ως προς το ζήτημα της προφητείας, έχω την αίσθηση, ωστόσο, πως η κριτική που ασκεί στη ρήση του φιλοσόφου Αγκάμπεν ότι «Η προφητεία εκπληρώθηκε. Το Ισραήλ δεν υπάρχει πια» συνιστά μάλλον λεκτική αντιλογία, η οποία στερείται πραγματικής βάσης.

Πράγματι, στη Βίβλο οι προφήτες δεν είναι μάντεις· δεν είναι δηλαδή πρόσωπα που προβλέπουν το μέλλον. Η προφητεία δεν είναι πρόγνωση μελλοντικού γεγονότος· δεν εκπληρώνεται σε κάποιον μελλοντικό «αποκαλυπτικό χρόνο», αλλά ερμηνεύει, φωτίζει και αποκαλύπτει αυτό που ήδη συμβαίνει. Αυτό, άλλωστε, το τονίζει ο ίδιος ο φιλόσοφος Αγκάμπεν τόσο στο πρόσφατο όσο και στο παλαιότερο έργο του.

Υπό αυτή την έννοια, η προφητεία είναι πάντοτε ήδη εκπληρωμένη, και ακριβώς γι’ αυτό η αλήθειά της εμπεριέχει την ακύρωσή της. Είναι «εκπληρωμένη» όχι επειδή επαληθεύτηκε χρονικά, αλλά επειδή αυτό που λέγεται έχει ήδη συντελεστεί και συντελείται ως κρίση της πραγματικότητας – κρίση, όμως, που αφορά ζωντανούς ανθρώπους: τους εναπομείναντες, «το υπόλοιπο του Ισραήλ», οι οποίοι, ως αληθινά ζώντες, δεν υπόκεινται σε κανενός είδους δικαστική ή ιστορική ετυμηγορία.

Το παράδειγμα του Ιωνά είναι καίριο: η καταστροφή της Νινευή δεν συμβαίνει, και ακριβώς η μη πραγμάτωσή της συνιστά την αποκάλυψη του νοήματος της προφητείας.

Το ίδιο ισχύει και στον Ησαΐα. Το «τέλος του Ισραήλ» δεν περιγράφει μια μελλοντική εξαφάνιση ούτε αφορά αποκλειστικά μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και συνθήκη. Βιώνεται ήδη, από τη στιγμή που ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει, και ταυτόχρονα παραμένει ανεκπλήρωτο. Σημείο εκπλήρωσης και αυτοακύρωσης της προφητείας είναι οι ίδιοι οι εναπομείναντες: το υπόλοιπο του Ισραήλ, το κατάλειμμα. Αυτοί είναι τα στόματα της προφητείας και, συγχρόνως, το σημείο της ακύρωσής της.

Έτσι, μπορεί να ειπωθεί ότι η ιστορία των προφητών είναι συνάμα τραγική και κωμική. Ιδιαίτερα μου άρεσε η παρατήρηση του Ντιντί-Ουμπερμάν ότι «οι προφήτες έχουν χιούμορ». Πράγματι, υπάρχει πολύ χιούμορ στην ιστορία τουλάχιστον του Ιωνά.

Επίσης συμμερίζομαι την παρατήρηση του φιλοσόφου πως «οι διαγνώσεις με αποκαλυπτικό χαρακτήρα ότι επέρχεται ένα οποιοδήποτε τέλος αποτελούν μια φιλοσοφική ευκολία». Και έχει λεχθεί ότι ακριβώς με τέτοιες διαγνώσεις επιχειρείται πάντοτε η χειραγώγησή μας. Όμως θεωρώ ότι το τέλος και η αρχή στη σκέψη φιλοσόφων, όπως ο Αγκάμπεν, δεν είναι πράγματα στατικά, κλειδωμένα σε ένα χρονολογικό σημείο, αλλά δυναμικά· τα κουβαλάμε διαρκώς μέσα μας, ως σώμα και κόσμο που κάθε ημέρα πεθαίνει και γεννιέται.

Ίσως, λοιπόν, η φιλοσοφική διαφωνία γύρω από την οποία περιστρέφεται και εκτυλίσσεται η πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη να μην είναι τόσο ριζική όσο φαίνεται.

[Το σχόλιο αυτό γράφτηκε με αφορμή τη συνέντευξη του Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται», που δημοσιεύτηκε στο 17ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Φρέαρ: https://mag.frear.gr/to-noima-ton-profiteion-einai-na-min-ekplironontai/]


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Λόγος : αδίδακτη και άτεχνη τέχνη

Πρόχειρες σκέψεις και αναχωνεύσεις με αφορμή το κεφάλαιο «L’ultimo capitolo della storia del mondo» από το βιβλίο La mente sgombra του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όχι η τέχνη του να γράφεις. Αλλά η τέχνη του να ζεις. Ο τρόπος του να είναι ζωή ο λόγος. Χωρίς να έχει σημασία ποιος και αν θα τον ακούσει. Ο σιωπηλός τρόπος του να μιλάς. Ο χορός της γνώσης και της ανάγνωσης με την άγνοια και τη μη αναγνωσιμότητα.

Μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τη γνώση με αδημονία σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα αγαθό προς κατάκτηση, σαν το φρούριο της νύχτας και της αμάθειας που πρέπει πάση θυσία να πέσει και να εκπορθηθεί. Πολλοί οδηγοί και πολλές μέθοδοι και πολλά εργαλεία υπάρχουν για να γνωρίζουμε με αυτόν τον αδηφάγο (και ακόρεστο τρόπο) τυφλών ελπίδων και ματαιώσεων.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει ωστόσο για την τέχνη του να ζούμε μαρτυρώντας την αλήθεια και χαριτωμένα, χωρίς να έχουμε ανάγκη επιβεβαιώσεων και μαρτύρων και αναγνωστών, αγαπώντας και αντέχοντας τη βαθύτερη άγνοιά μας, αρμονικά με την άγνοιά μας, – την άγνοια που δεν συνεπάγεται για εμάς την οδύνη και τη δυσφορία της μη επαρκούς και μη ακόμα κατακτηθείσας γνώσης· ούτε αντιπροσωπεύει το ακατάληπτο μυστήριο της θεϊκής και υπεράνθρωπης και απόρθητης γνώσης και πανσοφίας που οφείλουμε να υμνούμε με τον θρησκευτικό, ευλαβικό και συνάμα μειονεκτικό τρόπο του υποτελούς.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει για να ζήσουμε μια ζωή που δεν είναι κλειδωμένη με δόγματα και επτασφράγιστα μυστικά, που δεν προσδοκάται ότι θα επιτευχθεί με ανώτερη επιστήμη και αποκαλύψεις , με μια γνώση άλλη που τώρα δεν την έχουμε, που τώρα δεν τη γνωρίζουμε.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει για την αληθινή ζωή που όλοι μπορούμε να ζήσουμε, όπως η γάτα που κατά τις ώρες της πιο δημιουργικής απασχόλησής της γουργουρίζει με κλειστά τα μάτια στο διπλό κρεβάτι, μακριά απ’ την «πολύ συνάφεια του κόσμου» και τον συνωστισμό, μόνη και ευτυχώς αγνοημένη.


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Πες μου παππού, πες μου παππού…

(– Παιδί μου, τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
– Γιατρός.
– Εσύ τι έγινες;
– Ασθενής.)

Λένε ότι οι γέροι τα πάνε – ή τουλάχιστον τα πήγαιναν – καλά με τα παιδιά. Τα παιδιά βλέπουν – ή μάλλον έβλεπαν – στους παππούδες το μέλλον τους, και οι γέροι το ατέλεστο ακόμη παρελθόν τους. Γιατί φαίνεται ότι εκείνο που υπάρχει – ή μάλλον υπήρχε – μεταξύ τους δεν ήταν μια επικοινωνιακή γέφυρα, σε πείσμα του χάσματος των γενεών, αλλά ένα είδος ζωτικής ταύτισης: ιστόρησης και ανιστόρησης της ίδιας τους της ζωής.

Η (χαμένη ίσως) σχέση απομάκρυνε, ξόρκιζε και διέψευδε τα στοιχειά της ενηλικίωσης: την εμμονή σε ένα μέλλον προόδου, σε μια γραμμική πορεία υποσχέσεων βελτίωσης, δύναμης, γνώσης και σωτηρίας – από ποικίλους θεϊκούς και ανθρώπινους σωτήρες – είτε σε αυτή είτε στην άλλη ζωή. Ο παππούς και το μικρό παιδί παρέμεναν η ζωντανή μαρτυρία των αποριών και της αγάπης που βαθαίνει, με όλα τα θαυμαστά μυστήρια ανοιχτά, παρά τη διάψευση των φρούδων ελπίδων. Ήταν το κάλεσμα σε μια ενεργή βίωση του χρόνου, όχι χρονολογική, αλλά με αιώνιο νόημα.

Η σχέση του παππού και του μικρού παιδιού περιγελά το πολλά υποσχόμενο οικοδόμημα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και της πολιτικής και μας καλεί σε πολλές στροφές και αναστροφές, «στων κύκλων τα γυρίσματα», για να μπορούμε να βαδίζουμε ευθεία, με βαθιά αναπνοή και οξυγόνο.

Πες μου λοιπόν, παππού, πες μου παππού· πες μου γιαγιά, πες μου γιαγιά· πες μου μπαμπά, πες μου μπαμπά· πες μου μαμά, πες μου μαμά…

«Και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία / Να σε συλλάβω δεν μπορώ, μυαλό δεν έχω κοφτερό / Ήμουν κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία» (από το ομώνυμο τραγούδι του Άκη Πάνου).


Ανύπαρκτος και παρών

Να είσαι συγγραφέας σημαίνει να είσαι πρώτα και κύρια αναγνώστης. Και ως αναγνώστης, μεταφραστής και συγγραφέας, σαν τους κύκλους που διευρύνονται στο νερό: ανύπαρκτος ο ίδιος και συγκινητικά παρών – ή μάλλον απών – όπως η πέτρα που έχει βυθιστεί στο νερό.

Βασικά, αυτό σημαίνει να είσαι μάρτυρας της αλήθειας. Δηλαδή, αληθινός άνθρωπος.


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Πρωτοχρονιά

Μία ακόμα περιστροφή της γης γύρω από τον εαυτό της και η αρχή μιας ακόμα περιφοράς γύρω από τον ήλιο. Τι άλλαξε; Τι θα αλλάξει; Αληθινός Μεσσίας ο νέος χρόνος: ο ερχόμενος να αποκαλύψει ότι δεν υπήρξε καρδιά που δεν αφουγκράστηκε· και ότι ήταν πάντοτε ανάμεσά μας, πλησίον μας, ευκαιρία απτή, εκπλήρωση της κάθε στιγμής. Πολλοί ακόμα δεν θα σταματήσουν να χτίζουν την κόλασή τους με τις φαντασίες και τις πράξεις τους ή με τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες τους. Και ίσως κάποιοι χωρίς να έχουν να περιμένουν τίποτα περισσότερο και τίποτα καλύτερο, θα πιάσουν για μια ακόμα φορά με γλυκιά θλίψη το ατέλεστο εργόχειρό τους, τον ατελεύτητο παράδεισο: ζώντας και ξαναζώντας το μυστήριο ζωής, με λόγο καθάριο και ακριβό, χωρίς αρχή και τέλος. 


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Αλήθεια ή ψεύδος

Μετά από αναχωνέψεις ετών συνειδητοποιώ αργά αργά και παρά τη θέλησή μου ότι η αλήθεια των θεολόγων και της εκκλησίας δεν ελευθερώνει, αλλά δικάζει και κρίνει.

Οι ευαγγελικές –και όχι μόνο– διηγήσεις, που θα μπορούσαν να ανιστορούνται ως αυτό ακριβώς που είναι, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό παραβολικές και μυθικές αφηγήσεις, απαιτείται να γίνονται πιστευτές ως αντικειμενικές αλήθειες, «επειδή έτσι πρέπει να πιστεύουμε». Η πίστη, αντί για άνοιγμα καρδιάς και συμμερισμό στιγμών, μετατρέπεται σε υποχρέωση ομολογίας.

Φαίνεται πως όσοι μιλούν εξ ονόματος της Εκκλησίας δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το πώς νιώθουμε εμείς οι κοινοί άνθρωποι.

Παρακολούθησα ευφράδεις και γοητευτικούς θεολόγους της εποχής και με προβληματίζει –και με απογοητεύει βαθιά– όχι το γεγονός ότι καταφεύγουν στον μύθο και ενίοτε, ενδεχομένως, μεθούν με αυτόν, αλλά ότι επιθυμούν να τον επιβάλουν ως πίστη· μια πίστη που ζητούν να αποδεχθούμε όπως ακριβώς τη διατυπώνουν, και ίσως, να πείσουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους ότι εμφορούνται από αυτή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα πλήρους έλλειψης ενσυναίσθησης είναι αυτό που αποφαίνεται λαμπρό θεολογικό μυαλό για τις προβληματικά μακρόσυρτες ακολουθίες της Εκκλησίας, τις οποίες οι κοινοί άνθρωποι –και ιδίως οι νέοι– δυσκολεύονται να αντέξουν, παραμένοντας σε αυτές συχνά με αίσθηση αυτοβασανισμού: ότι δήθεν εισάγουν τον νου σε μια «γόνιμη απραξία». Είναι βέβαια αλήθεια ότι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να ερμηνεύσει σχεδόν τα πάντα κατά το δοκούν· γιατί να αποτελέσει εξαίρεση το μυαλό των θεολόγων; Το πρόβλημα όμως δεν θα ήταν τόσο σοβαρό, αν αυτή, όπως και πολλές άλλες, αυθαίρετες ερμηνείες δεν συνοδευόταν από την αξίωση αυθεντίας, αν ο ερμηνευτής δεν προβαλλόταν ως δάσκαλος ορθοδοξίας και ορθοπραξίας.

Αντί να αναδιηγούμαστε και να αναπλάθουμε με τη ζωή μας την όμορφη ιστορία του Χριστού, αντί να ανασυντάσσουμε και να συρράπτουμε με ζέση τις μικρές και μεγάλες ιστορίες της ζωής –εκείνες για τις οποίες όλοι διψούμε όταν καθόμαστε γύρω από την οικογενειακή εστία– απαιτείται από εμάς να πιστεύουμε ως αντικειμενικά αληθινά ακόμη και όσα λειτουργούν μόνο ως μύθοι. Και έτσι καταλήγει να μας ενδιαφέρει πρωτίστως η ομολογία της πίστης, εκεί όπου ο λόγος θα όφειλε να είναι ζεστό ψωμί για κάθε προσερχόμενο· ένας λόγος που δεν δικάζει και δεν δικάζεται, που δεν ιστορείται προκειμένου να μαρτυρήσει ή να ελεγχθεί για την απόλυτη αλήθεια ή το απόλυτο ψεύδος του, αλλά για εκείνο που αποτελεί την ουσία της ζωής μας και την αγάπη της καρδιάς μας, εκείνο που το ψηλαφούμε και το γνωρίζουμε, και που γνωρίζουμε, κυρίως, ότι παραμένει αγνώριστο.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Εκουσίως, λοιπόν, και συνειδητά;

Αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως; Στην παράδοσή μας, στην πολιτική και κοινωνική μας ζωή, η έννοια της θέλησης, της βούλησης, της προαίρεσης κυριαρχεί. Με βάση αυτή κρινόμαστε· πάνω σ’ αυτή στήνονται τα δικαστήρια και αιτιολογούνται οι καταδικαστικές αποφάσεις. Πάνω σ’ αυτή θεμελιώνονται οι κάθε είδους παράδεισοί μας και οι κολάσεις μας.

Όλες τις πράξεις τείνουμε να τις σταθμίζουμε και να τις μετράμε με το ζύγι και το μέτρο του θεμιτού· κρίνουμε την κάθε πράξη βάσει του κατά πόσον πραγματικά τη θελήσαμε. Κι όμως, η ζωή και οι καθημερινές μας χειρονομίες άλλα μας δείχνουν, άλλα μας διδάσκουν – και άθελά τους διαψεύδουν την εμμονική πίστη μας στη σαφή θέλησή μας. Πώς είναι δυνατόν να μας κατατρύχει το κατά Παύλον άλλα θέλω και άλλα κάνω; Πώς είναι δυνατόν να λέμε ότι δεν κάνουμε αυτά που θέλουμε και θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να κάνουμε;

Τι είναι, τελικά, αυτή η θέληση, η ανθρώπινη βούληση και λογική προαίρεση, στην οποία στήνουμε τον πιο ιερό βωμό μας και το πιο αυστηρό δικαστήριό μας; Και γιατί θέλουμε αυτά που θέλουμε και πράττουμε αυτά που πράττουμε ή, ακόμα χειρότερα, γιατί να θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να θέλουμε και να πράττουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να πράττουμε; Τι παραλογισμός έχει στηθεί γύρω από την έννοια της βούλησης;

Όλη η ζωή είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που ξετυλίγεται λέξη τη λέξη, σελίδα τη σελίδα, χειρονομία τη χειρονομία — χωρίς σαφές νόημα και σκοπό, με έκπληξη και απορία. Ένα μυθιστόρημα που, όσο ζούμε, εξακολουθούμε να θέλουμε να το διαβάζουμε με όρεξη. Σε αυτό ακόμη και οι εγκληματίες είναι νήπια που αγνοούν τι κάνουν, γιατί το κάνουν και τι θέλουν να πουν με αυτό που κάνουν. Μέσα σε αυτό όλοι οι χαρακτήρες και οι επαναλαμβανόμενες πράξεις τους – ανερμήνευτες και ενίοτε φριχτές – είμαστε εμείς. Αλλά εξακολουθούμε να γυρνάμε τη σελίδα για να δούμε τι θα γίνει παρακάτω και προς τι όλα αυτά. Μέσα σε αυτό είμαστε όλοι αναλφάβητοι και παράξενα, απροσδιόριστα, και ανεπίγνωστα όμορφοι.


Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λό...