Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο (Μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΤΡΩΣΕΩΣ - του Πιερ Πάολο Παζολίνι

Είμαι υπέρ των οκτώ δημοψηφισμάτων που προτάθηκαν από το ριζοσπαστικό κόμμα και θα ήμουν πρόθυμος να κάνω άμεσα μιαν εκστρατεία για το σκοπό αυτό. Συμμερίζομαι με το ριζοσπαστικό κόμμα την αγωνία της επικύρωσης, την αγωνία να περιβληθούν με το νόμιμο τύπο και να εγκριθούν οι θέσεις του σε ζητήματα υπαρκτά: αυτή είναι η πρώτη αρχή της δημοκρατίας. Εντούτοις, έχω τραυματιστεί από τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, επειδή τη θεωρώ, όπως πολλοί, νομιμοποίηση  δολοφονίας.

Στα όνειρα και στην καθημερινή συμπεριφορά μου – κάτι κοινό για όλους τους ανθρώπους – ζω την προγεννητική ζωή μου, τη χαρούμενη βύθιση μου στα μητρικά νερά: Ξέρω ότι εκεί υπήρχα. Και περιορίζομαι να αναφέρω τούτο μόνο, επειδή έχω πιο επείγοντα πράγματα να πω για την άμβλωση. Ότι η ζωή είναι ιερή είναι προφανές: είναι μια αρχή ισχυρότερη από κάθε αρχή της δημοκρατίας και είναι ανώφελο να το επαναλάβω. Το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να πω είναι το εξής: όσον αφορά την άμβλωση, είναι η πρώτη και η μόνη περίπτωση κατά την οποία όλοι οι ριζοσπάστες και οι πιο αγνοί και αυστηροί δημοκράτες επικαλούνται τη Realpolitik και ως εκ τούτου καταφεύγουν στην «κυνική» παραποίηση των πραγματικών δεδομένων και της κοινής λογικής. Αν ισχυρισθούμε ότι αυτοί έθεταν πάντοτε, πάνω απ’ όλα, και μάλλον κατά τρόπον ιδεολογικό (όπως άλλωστε είναι σωστό), το πρόβλημα του ποιες είναι οι «πραγματικές αρχές» τις οποίες πρέπει να υπερασπισθούν, αυτή τη φορά πάντως δεν το έκαναν. Ωστόσο, όπως αυτοί γνωρίζουν καλά, δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση οι «πραγματικές αρχές» να συμπίπτουν με εκείνες που η πλειοψηφία θεωρεί δικαιώματά της. Στο δημοκρατικό πλαίσιο, αγωνιζόμαστε, ασφαλώς για την πλειοψηφία, δηλαδή για τη συμφωνία και συνεργασία με το σύνολο του πολιτισμένου κόσμου, αλλά διαπιστώνουμε ότι η πλειοψηφία, μέσα στην ίδια της την αγιότητα, είναι πάντα λανθασμένη: επειδή ο κονφορμισμός της είναι πάντοτε, από την ίδια τη φύση του, φριχτά καταπιεστικός. Γιατί θεωρώ τις αρχές, στις οποίες οι ριζοσπάστες και οι προοδευτικοί γενικά (κονφορμιστικά) βασίζουν τον αγώνα τους για τη νομιμοποίηση της έκτρωσης, ως μη  «πραγματικές»; Για μια σειρά λόγων χαοτική, τρικυμιώδη και συναρπαστική.

Ξέρω ωστόσο, όπως είπα, ότι η πλειοψηφία, είναι σύμπασα, εμπράκτως, υπέρ της νομιμοποιήσεως της εκτρώσεως (ακόμα και αν ενδεχομένως στην περίπτωση ενός νέου δημοψηφίσματος πολλοί θα ψήφιζαν εναντίον και η συντριπτική νίκη θα ήταν λιγότερο παταγώδης). Η νομιμοποιημένη έκτρωση συνιστά πράγματι – δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό – μια τεράστια διευκόλυνση για την πλειοψηφία. Κυρίως γιατί καθιστά δυνητικά ακόμα πιο άνετη τη συνουσία – το ετεροφυλικό ζευγάρωμα – ως προς την πραγματοποίηση της οποίας  διαφαίνεται ότι δεν υφίστανται πλέον πρακτικά εμπόδια. Αλλά αυτή η ελευθερία της συνουσίας του ζευγαριού έτσι όπως εννοείται από την πλειοψηφία – αυτή η θαυμαστή και γενναιόδωρη υποστήριξή της – από ποιον ήταν σιωπηρά ηθελημένη, σιωπηρά θεσπισμένη και σιωπηρά εισαχθείσα, με τρόπο ανεπίστρεπτο, στις συνήθειές μας; Από τη σκοτεινή εξουσία της κατανάλωσης, από τον νέον φασισμό. Αυτή έχει σφετεριστεί τις ανάγκες για ελευθερία, ας το πούμε έτσι, τις φιλελεύθερες και προοδευτικές ανάγκες και, κάνοντάς τες δικές της, έχει αλλάξει τη φύση τους. Σήμερα η σεξουαλική ελευθερία της πλειονότητας των ανθρώπων είναι στην πραγματικότητα μία συνθήκη, μία υποχρέωση, ένα κοινωνικό καθήκον, ένα κοινωνικό άγχος, ένα ανεξίτηλο χαρακτηριστικό της ποιότητας της ζωής του καταναλωτή. Κοντολογίς, η ψευδής απελευθέρωση και προστασία της ευζωίας, προξένησε μίαν επίσης και ίσως πιο αρρωστημένη ακόμα και βασανιστική δουλεία από αυτήν που υπήρχε κατά τις περιόδους της ανέχειας.  

Στην πραγματικότητα: το πρώτο αποτέλεσμα μιας σεξουαλικής ελευθερίας που «χαρίζεται» από την εξουσία είναι μια πραγματική γενική νεύρωση. Η ευκολία δημιούργησε την εμμονή. Γιατί είναι μια «εισαχθείσα» και επιβληθείσα ευκολία, που απορρέει από το γεγονός ότι η ανοχή της εξουσίας αφορά μόνο στη σεξουαλική ανάγκη που εκφράζεται από τον κονφορμισμό της πλειοψηφίας. Προστατεύει μόνο το ζευγάρι (όχι μόνο, φυσικά, το έγγαμο): και ως εκ τούτου το ζευγάρι κατέληξε να γίνει μία παροξυσμική κατάσταση, αντί να γίνει πρότυπο ελευθερίας και ευτυχίας (όπως θα το ήθελαν οι δημοκρατικές προσδοκίες). Δεύτερον: όλα όσα είναι σεξουαλικά «διαφορετικά» αγνοούνται και απορρίπτονται. Με μια βία ίση με εκείνη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης (κανείς δεν θυμάται ποτέ, φυσικά, ότι οι σεξουαλικά «διαφορετικοί» κατέληξαν εκεί). Είναι αλήθεια. Βέβαια, η νέα καταναλωτική εξουσία επεκτείνει την ανοχή της και στις μειονότητες. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να αποκλείσουμε ότι, αργά ή γρήγορα, θα συζητηθεί και αυτό δημοσίως. Εξάλλου, οι ελίτ είναι πολύ πιο ανεκτικές στις σεξουαλικές μειονότητες από ό, τι στο παρελθόν και σίγουρα ειλικρινά (και για το λόγο ότι αυτό ικανοποιεί σήμερα τις συνειδήσεις τους). Από την άλλη πλευρά, η τεράστια πλειοψηφία (η μάζα: πενήντα εκατομμύρια Ιταλοί) έχει προσλάβει τα σκληρά, βίαια και επαίσχυντα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας δυσανεξίας απέναντι στο οντολογικά διαφορετικό, που η ιταλική ιστορία δεν γνώρισε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια, ανθρωπολογικά, υπήρξε ένα τεράστιο φαινόμενο αλλοτρίωσης και εκτροπής: ο ιταλικός λαός, μαζί με τη φτώχεια, δεν θέλει πλέον να θυμάται την «πραγματική» ανοχή του: δηλαδή, δεν θέλει πλέον να θυμάται τα δύο φαινόμενα που χαρακτήρισαν ολόκληρη την ιστορία του. Αυτήν την ιστορία που η νέα εξουσία θέλει να αποτελέσει οριστικό παρελθόν. Είναι αυτή η ίδια μάζα (έτοιμη για εκβιασμό, ξυλοδαρμό, λυντσάρισμα των μειονοτήτων) που, με απόφαση της εξουσίας, περνά τώρα πάνω από την παλιά σύμβαση κληρικού–φασισμού και είναι πρόθυμη να δεχτεί τη νομιμοποίηση της άμβλωσης και επομένως την κατάργηση κάθε εμποδίου στη σχέση του καθαγιασμένου ζευγαριού…

(«Είμαι εναντίον της εκτρώσεως», απόσπασμα από ομώνυμο άρθρο του Παζολίνι στην εφημερίδα Corriere della Sera, 19 Ιανουαρίου 1975). Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό αλακάτι: https://alakati.gr/%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%82/).

Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Απόσπασμα από το δοκίμιο «Σημειώσεις πάνω στη Λειτουργία» – της Κριστίνα Κάμπο

Η λειτουργία –όπως και η ποίηση– είναι ένα λαμπρό δώρο, μια λεπταίσθητη σπατάλη, πιο αναγκαία και από το χρήσιμο. Διέπεται από αρμονικές μορφές και ρυθμούς, που εμπνέονται από τη δημιουργία και την υπερβαίνουν μέσα στην έκσταση. Στην πραγματικότητα, η ποίηση είχε πάντοτε ως ιδανικό σημείο αναφοράς τη λειτουργία, και φαίνεται αναπόφευκτο πως, καθώς η ποίηση εκπίπτει από όραμα σε χρονικό, υφίσταται εξαιτίας αυτού πλήγμα και η λειτουργία. Το ιερό υπέφερε πάντοτε από την παρακμή του κόσμου.

Η χριστιανική λειτουργία έχει ίσως τη ρίζα της στο πολύτιμο δοχείο νάρδου που η Μαρία η Μαγδαληνή* έχυσε στο κεφάλι και στα πόδια του Λυτρωτή, στο σπίτι του Σίμωνα του Λεπρού, το βράδυ πριν από τον Μυστικό Δείπνο. Φαίνεται πως ο Διδάσκαλος ερωτεύτηκε εκείνη τη μαγευτική σπατάλη. Δεν την αντέταξε μόνο με μεγαλοθυμία στη διεστραμμένη φιλανθρωπία του Ιούδα, που, με τον πολύ χαρακτηριστικό τρόπο του, αξίωνε το αντίτιμό της για τους φτωχούς: «Πάντοτε θα έχετε τους φτωχούς, αλλά δεν θα έχετε πάντοτε εμένα» –φοβερός λόγος, που θέτει τον άνθρωπο σε επιφυλακή ενάντια στον κίνδυνο των ηθικολογικά αξιέπαινων περισπάσεων. Ο Θεός δεν είναι πάντοτε παρών και δεν μένει για πολύ· κι όταν είναι, δεν ανέχεται άλλη σκέψη, άλλη μέριμνα και σπουδή από τον ίδιο τον Εαυτό Του. Μάλιστα, ο Ίδιος επανέλαβε εκείνη τη χειρονομία το επόμενο βράδυ, όταν, περιζωσμένος και γονατιστός, έπλυνε με τα θεϊκά Του χέρια τα πόδια των δώδεκα Αποστόλων, με τον ίδιο τρόπο που η Μαγδαληνή, γλιστρώντας παράμερα ανάμεσα στην κλίνη και τον τοίχο, είχε πλύνει τα δικά Του. Ο Θεός, όπως παρατήρησε ένας στοχαστικός νους, ολόθυμα αντλεί έμπνευση από εκείνους που ο Ίδιος εμπνέει.

Και η ευωδία της νάρδου απλώθηκε σε όλη την οικία. Αυτή της Μαρίας της Μαγδαληνής εκχέει την ευωδία της σε όλη τη χριστιανική λειτουργία, περισσότερο και από εκείνη τη γλυκιά της Σουλαμίτιδας, για την οποία γίνεται πολύς λόγος στις Ώρες της Παναγίας, που είναι όλες διαποτισμένες με αρώματα και άνθη. Με τη νάρδο συγκρίνεται –όχι άδικα– το λιβάνι, που έχει τη δύναμη να διαλύει τον στενάχωρο ανασασμό και ανυψώνεται ενώπιον του Θεού από χέρι Αγγέλου. Το λιβάνι είναι ανέκφραστα μυστηριώδες. Είναι ταυτόχρονα προσευχή και κάτι πιο οξύ και διαπεραστικό από την προσευχή. Συνθέτει το άρωμα του έρωτα με εκείνο της παραίτησης, είναι απόδοση ευχαριστίας και φέρει, όπως η νάρδος, μια γλυκιά υπόμνηση θανάτου. «Αυτή με προετοιμάζει για την ταφή μου», είπε ο Σωτήρας με εκείνη τη φωνή που στο βάθος της κανείς δεν μπορούσε να διεισδύσει. Ούτε η Μαγδαληνή, φυσικά, είχε κατανοήσει. Αλλά όταν, τρεις μέρες αργότερα, ήλθε στον Τάφο με άλλα μύρα, αναζητώντας το σεπτό σώμα, εκείνο δεν βρισκόταν πια εκεί. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε, δεν ήταν το χρήσιμο εκείνο που υπηρέτησε την αληθινή τελετή, αλλά το πλεονάζον· όχι η πράξη, αλλά η ιερή λειτουργία της πράξης. Η αληθινή βαλσάμωση του Σώματος του Κυρίου είχε ήδη συντελεστεί στο προσφερόμενο εκείνο δείπνο, και ήταν ταυτόχρονα η μόνη βασιλική και ιερατική χρίση που Εκείνος έλαβε ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη. Και ακόμη περισσότερο: ήταν η αρχή του ευχαριστηριακού μυστηρίου· γιατί το σώμα που εκείνη έτσι προετοίμαζε ήταν ήδη ο έτοιμος να προσφερθεί «άμωμος, αγιασμένος, αμόλυντος άρτος της θυσίας»· και η ανάγκη της να το αγγίξει, να το διαποτίσει με αρώματα και δάκρυα, να το σκουπίσει με τούφες των μαλλιών της, να ενωθεί μαζί του –ήταν μία προσέλευση στη θεία μετάληψη και κοινωνία. Ανεξάντλητη είναι η χειρονομία της Μαγδαληνής· και πράγματι, ο Χριστός διακήρυξε πως θα τη θυμούνται για πάντα. Αυτό που την καθιστά ανεξάντλητη είναι ακριβώς η δωρεά της: όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν ούτε ένα δράμι από εκείνη τη νάρδο, όπως όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν ούτε έναν κόκκο λιβάνι, καμένο ενώπιον του Θεού με καρδιά διάπυρη. Στον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, στο βυζαντινό τυπικό, ψάλλονται –απευθυνόμενα στον Ιούδα– τα εξής λόγια: «Αν είσαι φίλος των φτωχών και λυπήθηκες για την έκχυση ενός βαλσάμου για την παρηγοριά μιας ψυχής, πώς μπόρεσες να πουλήσεις το Φως αντί χρυσού;»

Η πολυπλοκότητα της χειρονομίας της Μαγδαληνής έγκειται σε κάτι που από λειτουργικό γίνεται μυστηριακό. Μπορεί όμως κανείς να θυμηθεί, πριν ακόμη από τη δική της χειρονομία, εκείνη –την όχι λιγότερο άφατη, έστω κι αν ήταν απλούστερη– των σοφότατων Μάγων· οι οποίοι, ξεκινώντας το ταξίδι τους προς αναζήτηση ενός ενδεούς νηπίου, δεν του πρόσφεραν ούτε γάλα ούτε σπάργανα, αλλά τα σύμβολα του τριπλού Του αξιώματος: του Προφήτη, του Ιερέα και του Βασιλιά. Δείχνοντας έτσι ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός, ακόμη κι όταν παρουσιάζεται σε εμάς τελείως φτωχός, δεν μας απαλλάσσει από τον συμβολικό εορτασμό της δόξας Του, όπως αυτή εικονίζεται μέσα στη λειτουργία. Και ότι αυτή, έστω και μέσα στην αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη τέλεσή της, παραμένει κατεξοχήν πράξη θεωρητική –μιας λεπτότητας και μιας σοβαρότητας που καθιστούν κάθε αυθαίρετη μεταβολή της όχι απλώς επικίνδυνη, αλλά θανάσιμη.

*Σημείωση: υιοθετείται εδώ η δυτική εκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο της Μαρίας της Μαγδαληνής ταυτίζεται με την ανώνυμη γυναίκα που άλειψε τον Χριστό με μύρο στην οικία του Σίμωνα του Λεπρού (βλ. Ματθ. 26,6–13 και Μάρκ. 14,3–9), καθώς και με τη Μαρία της Βηθανίας, την αδελφή του Λαζάρου (βλ. Ιω. 12,1–8).

[Από το βιβλίο της Κριστίνα Κάμπο με τίτλο «Κάτω από ψεύτικο όνομα», Adelphi, 1998]

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Λέ(γ)ω – του Έρρι ντε Λούκα

 Ο τριακοστός τρίτος (κατά το μασοριτικό κείμενο) ψαλμός, στον ένατο στίχο, αναγγέλλει μιαν αστραπιαία, κεραυνοβόλα σύνθεση: «Γιατί αυτός είπε, και έγινε (συνέβη)». Δεν είναι μια πρόβλεψη για κάτι, αλλά τετελεσμένο γεγονός σε μια στιγμή. Το ρήμα λέ(γ)ω της θεότητας φορτίζει τη λέξη με αυτή την τεράστια δύναμη : να γίνεται αυτό που εκφωνείται. Στον πρόλογο του Ερρίκου του Ε', ο Σαίξπηρ, μέσω του χορού, δηλώνει στους θεατές τους περιορισμούς του και ζητά τη βοήθειά τους: «Φτιάξτε από έναν άνδρα χίλιους, δημιουργήστε έναν ισχυρό στρατό στη φαντασία σας· αν εμείς λέμε «άλογα», φανταστείτε αληθινά άλογα και δείτε τα να τυπώνουν περήφανα με τις οπλές τους τα ίχνη τους στο μαλακό χώμα… διανύοντας, στη σύντομη ώρα της κλεψύδρας, πολλά χρόνια». Εδώ τα λόγια που λέγονται, μέσα στον μικρό περίβολο κάποιας θεατρικής σκηνής, ζητούν να μεταμορφωθούν σε οράματα, να γίνουν τα οράματα εκείνων που κάθονται στην αίθουσα. Έχουν μικρότερη δύναμη από εκείνη που διακηρύσσει ο Ψαλμός, όπου το λεγόμενο είναι αυτοστιγμεί πραγματικότητα, είναι ένα τετελεσμένο γεγονός. Η δύναμη του θεάτρου είναι μικρότερη, αλλά εξίσου ικανή να μας συνεπάρει, να ζωντανέψει μέσα μας εικόνες και συναισθήματα. Μου τυχαίνει ενίοτε να ανέβω σε μία εξέδρα, να πάρω τον λόγο για να τον απευθύνω στους παρευρισκόμενους. Νιώθω τότε το βάρος της φράσης του Αργεντινού συγγραφέα Μπόρχες: «Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης. Ο καθένας, ωστόσο, σε κάποια στιγμή της ζωής του, είναι».

*Δημοσιεύτηκε στις 27/08/2024 στην ιταλική εφημερίδα Avvenire


Πέμπτη 22 Αυγούστου 2024

Υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας - της Έλσα Μοράντε

Άκουσα ότι κάποιος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το θέμα που είχα επιλέξει, έδειξε κάποια αμηχανία: σαν να ήταν μια –θα λέγαμε– παράξενη επιλογή εκ μέρους μου. Αντίθετα, μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι κανένα θέμα σήμερα δεν ενδιαφέρει τους συγγραφείς τόσο άμεσα όσο αυτό.

Εκτός κι αν θέλουμε να συγχέουμε τους συγγραφείς με τους λογοτέχνες: για τους οποίους, όπως γνωρίζουμε, το μόνο σημαντικό θέμα είναι, και ήταν πάντα, η λογοτεχνία. Αλλά τότε πρέπει αμέσως να σας προειδοποιήσω ότι στο οικείο μου λεξιλόγιο, ο συγγραφέας (που σημαίνει πρώτα απ' όλα, μεταξύ άλλων, ποιητής), είναι το αντίθετο του λογοτέχνη. Για την ακρίβεια, ένας εύστοχος ορισμός του συγγραφέα, για μένα, θα ήταν μάλιστα και ο εξής: ένας άνθρωπος που έχει στην καρδιά του όλα όσα συμβαίνουν, εκτός από τη λογοτεχνία.

Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο σημαντικό γεγονός που συμβαίνει σήμερα, και που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει, είναι ότι εμείς, οι κάτοικοι των πολιτιτισμένων κρατών του 20ου αώνα, ζούμε στην ατομική εποχή.

Και είναι αλήθεια, κανείς δεν το αγνοεί: τόσο που το επίθετο «ατομικός» επαναλαμβάνεται σε κάθε περίσταση, ακόμα και σε ανέκδοτα και σε εικονογραφημένα περιοδικά ποικίλης ύλης. Όμως, απέναντι στην πλήρη και ουσιαστική σημασία του επιθέτου, οι άνθρωποι, όπως βλέπουμε ότι συμβαίνει, αμύνονται, ως επί το πλείστον, με μια (πάντως αμοιβαία συγχωρήσιμη) απώθηση. Και ακόμα και εκείνοι οι λίγοι που αναγνωρίζουν την πραγματική απειλή, την οποία σηματοδοτεί το συγκεκριμένο επίθετο, και στενοχωριούνται από αυτήν (και γι' αυτόν τον λόγο, ίσως, θεωρούνται από τους άλλους νευρωτικοί, αν όχι τρελοί), ανησυχούν περισσότερο για τις συνέπειες του φαινομένου παρά, θα λέγαμε, για τις καταβολές και τις βαθύτερες αιτίες του. (Μιλάω, φυσικά, για τους μη ειδήμονες, που υποθέτω ότι είναι οι περισσότεροι από εμάς τους παρόντες). Κοντολογίς, ελάχιστοι ρωτούν τη συνείδησή τους (ενώ ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το αληθινό «εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας»: στη συνείδηση όλων):

– Μα γιατί ένα μυστικό ουσιώδους σημασίας (ίσως το μυστικό της φύσης) που είχε γίνει αντιληπτό, από την αρχαιότητα ακόμα, σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, από λαούς αναπτυγμένους και πρόθυμους για γνώση, εξακριβώθηκε και ανακαλύφθηκε στην υλική του υπόσταση, ειδικά στη σημερινή εποχή;» Δεν αρκεί να απαντήσουμε ότι στη μεγάλη περιπέτεια του νου, η επιστημονική αποπλάνηση έχει αντικαταστήσει τη φαντασιακή: μολονότι αυτός ο ισχυρισμός έχει τη μορφή μιας απάντησης, αποτελεί στην ουσία ακόμα ένα ερώτημα, που στην πραγματικότητα κάνει το πρόβλημα πιο βασανιστικό.

Αλλά κανείς δεν είναι δυνατόν να πειστεί ότι πρόκειται για σύμπτωση· ότι φτάσαμε δηλαδή σε αυτή τη θεμελιακή κρίση του ανθρώπινου κόσμου μόνο επειδή, σε κάποια δεδομένη στιγμή, που η ανθρώπινη νοημοσύνη, είχε πάρει, πάντοτε σε αναζήτηση νέων περιπετειών, ένα σκοτεινό μονοπάτι ανάμεσα σε άλλα σκοτεινά μονοπάτια, έτυχε οι μάγοι της - οι επιστήμονες, εντός του συγκεκριμένου διαστήματος, να ανακαλύψουν το μυστικό. Όχι: όλοι γνωρίζουν πλέον ότι στη συλλογική ιστορία (όπως και στην ατομική) ακόμα και φαινομενικά τυχαία περιστατικά είναι σχεδόν πάντα ασύνειδες βουλήσεις (που, αν θέλει κανείς, μπορούν να ονομαστούν και πεπρωμένο) και, ούτε λίγο ούτε πολύ, επιλογές. Η βόμβα μας αυτή είναι το άνθος, δηλαδή η φυσική έκφραση της σύγχρονης κοινωνίας μας, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα είναι η φυσική έκφραση της ελληνικής πόλης· το Κολοσσαίο, των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων· οι Μαντόνες του Ραφαήλ, του ιταλικού Ουμανισμού· οι γόνδολες, των βενετσιάνων ευγενών· η ταραντέλα, ορισμένων νότιων αγροτικών πληθυσμών· και τα στρατόπεδα εξόντωσης, της γραφειοκρατικής μικροαστικής κουλτούρας, που έχει ήδη μολυνθεί από την οργή της πυρηνικής αυτοκτονίας.

Προφανώς, δεν χρειάζεται να διασαφηνίσουμε ότι με τον όρο μικροαστική κουλτούρα εννοούμε την κουλτούρα των σημερινών κυρίαρχων τάξεων, που αντιπροσωπεύεται από την αστική τάξη (ή το αστικό πνεύμα) σε όλες τις βαθμίδες της. Εν κατακλείδι, με λίγες, και ήδη, πάντως, υπερβολικά χρησιμοποιημένες λέξεις, θα λέγαμε ότι η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σήμερα από τον κρύφιο και μυστηριώδη πειρασμό να διαλυθεί.

Θα τολμούσαμε να υπαινιχθούμε ότι το πρώτο μικρόβιο αυτού του πειρασμού εμφανίστηκε μοιραία στη γέννηση του ανθρώπινου είδους και αναπτύχθηκε μαζί του. Και επομένως αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι παρά η αναπόφευκτη κρίση της ανάπτυξής του. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση το μόνο που θα πετυχαίναμε θα ήταν να διατυπώσουμε για μια ακόμα φορά την υπόθεση αυτή. Είναι επίσης γνωστή και ήδη διαδεδομένη η συνύπαρξη στην ανθρώπινη ψυχολογία του ενστίκτου της ζωής (Έρως) και του ενστίκτου του θανάτου (Θάνατος). Μάλιστα, αναφορικά με το τελευταίο, θα μπορούσε κανείς σε θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο, δηλαδή χωρίς αυθαίρετη κρίση, να διαβάσει τις Άγιες Γραφές όλων των θρησκειών υιοθετώντας την ερμηνεία ότι όλες, και όχι μόνο η Ινδική, διδάσκουν τον οριστικό αφανισμό ως το μόνο δυνατό τρόπο ευδαιμονίας. Και πράγματι κάποιοι ψυχολόγοι μιλούν για το ένστικτο της Νιρβάνα στον άνθρωπο. Ωστόσο, ενώ η Νιρβάνα, που υπόσχονται οι θρησκείες, κερδίζεται μέσω της περισυλλογής, της αυταπάρνησης, της ευσπλαχνίας και της συμπόνιας για όλον τον κόσμο και, με άλλα λόγια, μέσω της ενοποίησης της συνείδησης, στο κακοήθες μικροαστικό υποκατάστατό της Νιρβάνα, που επινοήθηκε για τους συγχρόνους μας, φθάνει ακριβώς κανείς μέσω της διάσπασης της συνείδησης, με την οργανωμένη αδικία και παράνοια, με ξεπεσμένους μύθους, με σπασμωδική και θηριώδη πλήξη και με τόσους άλλους τρόπους· και τελευταία, με τις περίφημες βόμβες, αυτές τις φάλαινες-όρκες που κείτονται στις καλύτερα προστατευμένες γειτονιές της Αμερικής, της Ασίας και της Ευρώπης: φρουρούνται, φυλάσσονται και διατηρούνται αργόσχολες σαν να ήταν χαρέμι: από τους απολυταρχικούς, από τους δημοκράτες και γενικά από όλους: αυτός ο ατομικός παγκόσμιος θησαυρός μας, δεν είναι η δυνητική αιτία της διάσπασης, αλλά η αναπόφευκτη εκδήλωση της καταστροφής, που διενεργείται ήδη στη συνείδησή μας.

Τώρα βέβαια δεν θέλω να σας επιβαρύνω με μια εκατομμυριοστή περιγραφή των μαρτυριών της καταστροφής –που έχουν γίνει αντικείμενο καθημερινού κοινωνικού θεάματος– η οποία συνεχώς καταμαρτυρείται και καταγράφεται σε δοκίμια, συνέδρια και πραγματείες. Και επιπλέον είναι τόσο εξώφθαλμη και κραυγαλέα και συνάμα αποτρόπαιη, που ακόμη και τα πλησίον μας φτωχά ζώα (σκύλοι, γάτες, για να μην πω τα πολύ δυστυχισμένα κοτόπουλα) αισθάνονται τις οδύνες του μαρτυρίου. Όχι, θα σας απαλλάξω από αυτό το διαβόητο σκηνικό: πολλώ μάλλον γιατί έχω ήδη τύψεις που ήρθα εδώ για να σας διασκεδάσω με ένα τόσο ζοφερό θέμα αντί με ένα όμορφο παραμύθι (αφού ορισμένοι «φανατικοί» αναγνώστες μου προσπαθούν να παρουσιάσουν τα βιβλία μου ως ένα είδος παραμυθιών!!!).

Και ακόμα περισσότερο δεν αναλαμβάνω τώρα να κάνω προπαγανδιστικό κήρυγμα εναντίον της βόμβας (άλλωστε με κάποιους προπαγανδιστές αυτού του τύπου έχω ανοικτές πολεμικές σε ορισμένα θέματα). Όχι, η φτωχή, ποιος θα μου έδινε τόση αξία και τόσο «αέρα»; Είμαι κι εγώ, άλλωστε, πολίτης του σύγχρονου κόσμου και, ως εκ τούτου, ίσως υπόκειμαι και η ίδια στον μέγιστο παγκόσμιο πειρασμό. Και επομένως, μέχρι να νιώσω ότι είμαι εντελώς απρόσβλητη από αυτόν, καλύτερα να μην καυχηθώ τόσο πολύ.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, χάρη στην τύχη, έχω την τιμή να ανήκω στο είδος των συγγραφέων. Από τότε που, θα έλεγε κανείς, άρχισα να μιλάω, παθιάστηκα απελπισμένα με αυτή την τέχνη ή μάλλον με την τέχνη γενικότερα. Και ελπίζω να μην είμαι πολύ αλαζονική αν πιστεύω ότι έχω μάθει, μέσω της μακράς εμπειρίας και εργασίας μου, τουλάχιστον ένα πράγμα: έναν προφανή, στοιχειώδη ορισμό της τέχνης ή της ποίησης, που για μένα θα πρέπει να νοούνται ως συνώνυμα.Ι δού: η τέχνη είναι το αντίθετο της διάσπασης και της αποσύνθεσης. Και γιατί; Μα απλώς επειδή ο ίδιος ο λόγος της τέχνης, η αιτιολόγησή της, ο μόνος σκοπός παρουσίας και επιβίωσής της, ή, αν προτιμάτε, η λειτουργία της, είναι ακριβώς αυτός: να αποτρέψει τη διάσπαση και εξάρθρωση της ανθρώπινης συνείδησης, κατά την καθημερινή, εξουθενωτική και αλλοτριωτική τριβή της με τον κόσμο· να της αποκαθιστά διαρκώς, κατά την εξωπραγματική, αποσπασματική και φθοροποιό σύγχυση των εξωτερικών σχέσεων, την ακεραιότητα του πραγματικού, ή με μια λέξη, την πραγματικότητα (αλλά προσέξτε τους απατεώνες, που παρουσιάζουν, με το εμπορικό σήμα της ίδιας λέξης, δηλαδή της λέξης «πραγματικότητα», τεχνητές και παροδικές παραποιήσεις. Η πραγματικότητα όμως είναι διαρκώς ζωντανή, φωτεινή και επίκαιρη, έξω από την εμπορική εκδοχή της. Δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί ή να καταστραφεί και δεν εκπίπτει. Μέσα σε αυτήν, ακόμα και το συμβάν του θανάτου είναι απλώς μια άλλη κίνηση της ζωής. Η πραγματικότητα είναι ακέραιη, είναι η ίδια η ακεραιότητα: στην πολύπλευρη και μεταβαλλόμενη, ανεξάντλητη κίνησή της - που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να πάψει να την εξερευνά - η πραγματικότητα είναι μία, πάντοτε μία).

Άρα, αν η τέχνη είναι ένα πορτρέτο της πραγματικότητας, το να ονομάζουμε τέχνη κάποιο είδος ή προϊόν διάσπασης, θα ήταν τουλάχιστον αντίφαση ως προς τον ίδιο τον όρο της τέχνης. Φυσικά, ο όρος αυτός δεν κατοχυρώνεται από το νόμο, ούτε είναι ιερός και απαραβίαστος. Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιγράψει τον τίτλο της τέχνης όπου επιθυμεί. Αλλά κι εγώ δικαιούμαι, όποτε νομίζω ότι πρέπει, να αποκαλώ αυτόν τουλάχιστον τρελό. Πόσο δίκιο θα είχα, αν αποκαλούσα τρελό –ας δώσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα– έναν κύριο που επέμενε να μου προσφέρει ένα γάντζο κρεμασμένο από το ταβάνι, ονομάζοντάς τον καρέκλα.

Tότε, όμως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: αφού η τέχνη δεν έχει κανένα λόγο και σκοπό εκτός από την ακεραιότητα, τι ρόλο θα μπορούσε να αναλάβει μέσα στο σύστημα της διάσπασης και αποσύνθεσης; Κανένα. Κι αν ο κόσμος, με την τεράστια μάζα του, έτρεχε προς τη διάλυση και καταστροφή του, σαν να έτρεχε προς το υπέρτατο καλό του, τι θα απέμενε σε ένα καλλιτέχνη να πράξει; [Αλλά από τώρα και στο εξής, αν μου επιτρέπετε, θα έχω, ως ιδιαίτερο σημείο αναφοράς μου για κάθε καλλιτέχνη γενικά, τον συγγραφέα, ο οποίος, αν είναι όντως καλλιτέχνης, τείνει προς την ακεραιότητα (την πραγματικότητα) ως τη μόνη λυτρωτική, εορταστική συνθήκη της συνείδησής του.] Δεν θα του απέμενε άλλο από το να επιλέξει:

– ή να πείσει τον εαυτό του ότι είναι αυτός ο ίδιος που κάνει λάθος και έχει άδικο και ότι αυτό το απόλυτο ιδεώδες της πραγματικότητας, η μυστική και μοναδική ακεραιότητα των πραγμάτων (η τέχνη), δεν ήταν παρά ένα φάντασμα που παρήγαγε η ίδια του η φύση –ένα τέχνασμα του Έρωτα, ας πούμε, για να διαρκέσει η απάτη. Σε αυτή την περίπτωση, θα νιώσει ότι πλήττεται ανεπανόρθωτα και θα πάψει η λειτουργία της συγγραφής, η οποία θα του φανεί ότι είναι βασικά κάτι χειρότερο από μάταιη και αηδιαστική, σαν το παραλήρημα ενός τοξικομανή. Και κατά συνέπεια, θα σταματήσει να γράφει

– ή, αντίθετα, να πείσει τον εαυτό του ότι το λάθος δεν είναι δικό του. Ότι όχι ο ίδιος, αλλά οι σύγχρονοί του, στην τεράστια μάζα τους, βρίσκονται στην παρανόηση και το λάθος. 'Οτι δεν είναι, ας το θέσουμε έτσι, ο «Έρως», αλλά ο «Θανάτος», αντίθετα, ο απατεώνας, που κατασκευάζει τα τερατώδη οράματά του για να τρομοκρατήσει τις συνειδήσεις και να τις εξαπατήσει, αποξενώνοντάς τες από την απλή και φυσική τους μακαριότητα και εκτρέποντάς τες από την αληθινή εξήγηση των πραγμάτων. Έτσι που, θύματα του πρωτόγονου φόβου της ύπαρξης, δραπετεύοντας από τον ίδιο τον εαυτό τους και επομένως από την πραγματικότητα, όπως κάποιος που καταφεύγει στα ναρκωτικά, συνηθίζουν στη μη πραγματικότητα, που είναι η πιο θλιβερή υποβάθμιση –είναι τέτοια μάλιστα η υποβάθμιση αυτή σήμερα που ποτέ, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, οι άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει όμοια. Και αποξενώνονται από την πραγματικότητα με την πιο απόλυτη και αποφασιστική σημασία της λέξης, γιατί μέσα από τη μη πραγματικότητα δεν φθάνει κανείς στη Νιρβάνα των σοφών, αλλά ακριβώς στο αντίθετο της, το Χάος, που είναι η έσχατη παλινδρόμηση.

Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, λοιπόν, αν δηλαδή αναγνωρίσει την παραληρηματική νόσο όχι στον εαυτό του, αλλά στη συλλογικότητα, ο συγγραφέας θα βρεθεί και πάλι σε ένα τελικό δίλημμα:

– ή θα εκτιμήσει ότι η γενική καταστροφή είναι πλέον πολύ προχωρημένη και ακατάσχετη και ο ίδιος σε κάθε περίπτωση ανίκανος να αντέξει τη δοκιμασία, γιατί ίσως ήδη νιώθει τα πρώτα σημάδια της μόλυνσης μέσα του. Και τότε θα ήταν ευκταίο να σωθεί, να φύγει, ίσως σε ένα δάσος, όπου προτιμά, σε ένα νησί του ωκεανού, στην έρημο των στυλιτών για να γίνει στυλίτης... Γιατί (παρά τους ρήτορες, τους αυλικούς και τους αποστόλους της διάσπασης) είναι γεγονός ότι τόσο για τη συνοχή και την υγεία όσο και για την οικονομία, και ουσιαστικά για τη ζωή του σύμπαντος, θα είναι πάντοτε προτιμότερο ένα πραγματικό πρόσωπο (ακόμα κι αν αυτό ήταν «ο μοναδικός επιζών) στην κορυφή ενός στύλου, αντί για ένα υπεράριθμο αντικείμενο μαυρισμένο, τηλεοπτικό και λουστραρισμένο για τη διαφήμιση της ατομικής βόμβας. Μάλιστα, σύμφωνα με μια ενορατική ανάγνωση και ερμηνεία της λογικής που διέπει τα γεγονότα, όσο αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος αντιστέκεται γράφοντας ποιήματα πάνω σε έναν στύλο, η ατομική βόμβα θα είναι δύσκολο να εκραγεί

– ή τέλος (η τελευταία είναι και πιο αισιόδοξη υπόθεση) : θα επανεύρει κάποια πίστη στην κοινή απελευθέρωση, μαζί με τη βεβαιότητα ότι είναι ακόμα ασφαλής από την καταστροφή και ικανός να της αντισταθεί. Και σε αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία, η λειτουργία του ως συγγραφέα θα αποδειχθεί, με όλους τους δυνατούς τρόπους, όχι μόνο κοινωνικά χρήσιμη, αλλά πιο ωφέλιμη από ποτέ στην ιστορία. Πράγματι, δεδομένης της μιαρής εισβολής της μη πραγματικότητας, η τέχνη, που έρχεται να αποκαταστήσει την πραγματικότητα, μπορεί να αντιπροσωπεύει σχεδόν τη μοναδική ελπίδα στον κόσμο. Μέσα σε ένα πλήθος που υπόκειται σε εξαπάτηση, η παρουσία ακόμα και ενός μόνο ατόμου, που δεν αφήνεται να εξαπατηθεί, μπορεί ήδη να παρέχει ένα πρώτο σημείο πλεονεκτήματος, μια πρώτη ελπιδοφόρα ένδειξη νίκης. Αν αυτό το άτομο, ωστόσο, είναι συγγραφέας (εννοώ ποιητής), το σημείο πολλαπλασιάζεται επί χίλια και επί εκατό χιλιάδες. Γιατί έστω και χωρίς να το καταλαβαίνει, απλά και μόνο από το ένστικτό του, ο ποιητής προορίζεται να ξεσκεπάζει τις απάτες. Και ένα ποίημα, μόλις ξεκινήσει, δεν σταματά ποτέ· αλλά τρέχει και πολλαπλασιάζεται, φτάνοντας παντού, σε μέρη που ο ίδιος ο ποιητής δεν θα το περίμενε.

Φυσικά, η φτωχή η ποίηση, θα πρέπει να μοχθήσει για να αξιωθεί να τύχει προσοχής μέσα στις μακάβριες αγορές της εδώ κάτω - στον τόπο μας - αποκαλούμενης αλλοτρίωσης, στη μανιασμένη βουή της δημόσιας κυκλοφορίας και των εμπορικών συναλλαγών, που είναι ιεροποιημένη μέσα στην πλήξη των δύστυχων αλλοτριωμένων. Μεταξύ τόσων πολλών και μάλιστα των σκληρότερων προσπαθειών αντίστασης, η πιο εξουθενωτική είναι η αντίσταση απέναντι στον θόρυβο της πλήξης. Και μερικές φορές ο συγγραφέας θα θελήσει να τους αφήσει όλους στην κόλασή τους, με τα περιοδικά τους, τους τραγουδοποιούς τους και το κύκλοτρό τους· και να επιβιβαστεί οριστικά σαν τον Ρεμπώ, ή ίσως να πάει και να μείνει στην έρημο των στυλιτών, κοντά στους στυλίτες συντρόφους του. Όμως, τελικά, είτε δεν θα το κάνει είτε μετά από κάθε φυγή, θα επιστρέφει: γιατί από τη φύση του έχει ανάγκη τους άλλους, κυρίως τους διαφορετικούς από αυτόν. Χωρίς τους άλλους είναι ένας αξιοθρήνητος και δύσμοιρος άνθρωπος.

Και έτσι, θα παραμείνει στο πεδίο της μάχης: εκεί που επεκτείνεται τώρα το επιθετικό καθεστώς της διάσπασης, δηλαδή της μη πραγματικότητας. Δεν θα παραμείνει εκεί όμως, προφανώς, ως όργανο ή υπήκοος του καθεστώτος (αν προσαρμοστεί σε αυτό θα χαθεί). Και ούτε ως απλός ξένος ή μάρτυρας που καταθέτει εναντίον του συγκεκριμένου συστήματος: αφού η τέχνη, εξ ορισμού της, δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταγγελία: θέλει κάτι άλλο. Αν ο συγγραφέας προορίζεται να είναι ανταγωνιστής της διάσπασης, αυτό το κατορθώνει –όπως είδαμε– διότι μαρτυρεί για το αντίθετό της. Αν έχει συμμετάσχει, ως άνθρωπος, στην αγωνιώδη περιπέτεια των συγχρόνων του και συμμεριστεί τον κίνδυνο και αναγνωρίσει τον φόβο τους (φόβο θανάτου), από μόνος του, ως συγγραφέας, θα πρέπει να ατενίσει κατάματα, τρόπον τινά, τα παράλογα τέρατα (τα εξευγενισμένα ή τρομαχτικά και απαίσια) που γεννά αυτός ο τυφλός φόβος· και να αποκαλύψει τη μη πραγματικότητά τους, με την αντιπαραβολή της πραγματικότητας, για την οποία ήρθε να μαρτυρήσει.

Όχι περισσότερο από πέντε ή έξι χρόνια πριν (αλλά αν κοιτάξω τον εαυτό μου από τη σημερινή απόσταση, αν και δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, τον βλέπω πολύ νέο και πολύ αισιόδοξο) έγραψα ένα δοκίμιο για το μυθιστόρημα, στο οποίο, μεταξύ άλλων, έλεγα, με διαφορετικά λόγια, περίπου το ίδιο που είπα σήμερα εδώ. Και συγκεκριμένα, συνέκρινα τη λειτουργία του μυθιστοριογράφου - ποιητή με αυτή του ηλιακού πρωταγωνιστή, που στους μύθους αντιμετωπίζει τον νυχτερινό δράκο για να ελευθερώσει την τρομοκρατημένη πόλη. Ακόμα κι αν είμαι λιγότερο αισιόδοξη από τότε, προτείνω ξανά την ίδια εικόνα. Αλλά αν κάποιος προτιμά μία άλλη, λιγότερο επική και πιο οικεία, θα προσθέσουμε αυτήν του Τζεπέτο, όταν δείχνει στον Πινόκιο (που ήδη έχει προσλάβει την τελική του μορφή, τη μορφή δηλαδή ενός αληθινού ανθρώπινου προσώπου) τα λείψανα της μαριονέτας, θλιβερά αναποδογυρισμένα στην καρέκλα· και την επόμενη στιγμή βάζει έναν καθρέφτη μπροστά του λέγοντάς του: «Ιδού, αντίθετα, αυτό που είσαι».

Μην με παρεξηγήσετε τώρα, σας παρακαλώ, (θα μπορούσε να συμβεί κι αυτό!) συμπεραίνοντας (ή ισχυριζόμενοι ότι συμπεραίνετε) από τα λόγια μου πως ο καθρέφτης της τέχνης πρέπει να είναι ένας αισιόδοξος καθρέφτης. Πράγματι, η μεγάλη τέχνη, στο βάθος της, είναι πάντα απαισιόδοξη, γιατί η πραγματική ουσία της ζωής είναι τραγική. Η μεγάλη τέχνη είναι ουσιαστικά τραγική, ακόμα και όταν είναι κωμική (σκεφτείτε τον Δον Κιχώτη, το πιο όμορφο από όλα τα μυθιστορήματα). Αν κάποιος συγγραφέας, για να διατηρήσει τα καλά αισθήματα ή για να ευχαριστήσει τις αγαθές ψυχές, διαστρέβλωνε την πραγματική τραγωδία της ζωής, που του παραδίδεται να ζήσει, θα διέπραττε αυτό που, στην Καινή Διαθήκη, χαρακτηρίζεται ως το χειρότερο έγκλημα, δηλαδή την αμαρτία εναντίον του πνεύματος, και δεν θα ήταν πλέον συγγραφέας. Η πραγματική κίνηση της ζωής σηματοδοτείται από συναντήσεις και αντιθέσεις, από συζεύξεις και σφαγές. Κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν αποκλείεται από την εμπειρία της ερωτικής επιθυμίας και της συνουσίας, της αγωνίας, της αντίφασης και της παραμόρφωσης. Και οι εναλλακτικές του πεπρωμένου είναι η δυστυχία ή η ενοχή, η λιποταξία ή η προσβολή.

Η καθαρότητα της τέχνης δεν συνίσταται στην αποφυγή εκείνων των κινήσεων της φύσης, που το σκοτεινό «δικαστήριο» του κοινωνικού νόμου καταδικάζει ως διεστραμμένες ή ακάθαρτες. Αλλά στο να τις καλωσορίζει αυθόρμητα στην πραγματική τους διάσταση, όπου αναγνωρίζονται ως φυσικές, και ως εκ τούτου αθώες. Η ποιότητα της τέχνης είναι λυτρωτική και, συνεπώς, στα αποτελέσματά της, πάντα επαναστατική. Οιαδήποτε στιγμή της πραγματικής και παροδικής εμπειρίας γίνεται, μέσα από την ποιητική ματιά, θρησκευτική στιγμή. Και υπό αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για αισιοδοξία. Όσο κι αν, καθόλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, ο ποιητής, όπως κάθε άνθρωπος, μπορεί να καταλήγει από την ατυχία στην καθαρή και απόλυτη φρίκη ή ακόμα στη βεβαιότητα ότι αυτή η φρίκη θα παραμείνει πλέον ο νόμος του μυαλού του, δεν είναι βέβαιο ότι αυτή θα είναι η τελευταία απάντηση της μοίρας του. Αν η συνείδησή του δεν βυθιστεί στη μη πραγματικότητα, αλλά μάλλον η ίδια η φρίκη καταστεί μέσα του μια πραγματική απάντηση (ποίηση), την ώρα που θα γράφει τα λόγια του στο χαρτί, θα επιτελεί μια πράξη αισιοδοξίας.

Την εποχή που ιδρύονταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ευρώπη, ζούσε στην Ουγγαρία ένας νεαρός Εβραίος ποιητής, με χαριτωμένη και εύθυμη εμφάνιση, που άρεσε στα κορίτσια, ονόματι Μίκλος Ραντνότι. Παρόλο που, μη γνωρίζοντας την ουγγρική γλώσσα, έχω μόνο την αναγκαστικά περιορισμένη και κατά προσέγγιση ιδέα για τους στίχους του, που μπορούν να δώσουν οι μεταφράσεις, φαίνεται ότι μπορώ να υποστηρίξω ότι ήταν αναμφισβήτητα, εκ φύσεως και εξ επαγγέλματος, ποιητής. Ήταν προφανώς από τους πρώτους που συνελήφθηκαν, και πέρασε την υπόλοιπη σύντομη ζωή του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που είναι το ιδανικό και υπέρτατο πρότυπο της πόλης στο σύστημα της διάσπασης και αποσύνθεσης. Ώσπου μια μέρα ένας φρουρός του στρατοπέδου τον αποτελείωσε με ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, αφού τον έβαλε να σκάψει έναν λάκκο. Το τελευταίο του ποίημα γράφτηκε ακριβώς εκεί, κοντά σε εκείνον τον λάκκο, όπου αργότερα βρέθηκαν τα λείψανά του και ανακαλύφθηκαν οι στίχοι που έγραψε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, σε μερικά βρώμικα κομματάκια χαρτιού. Η ύπαρξή του, κατά την εποχή αυτών των στίχων, περιορίζεται σε τρομαχτική απόκοσμη φρίκη: το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και το θέμα των στίχων του είναι τώρα πραγματικά μόνο αυτό: το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Σε ένα ποίημά του λέει: «Το τετράδιο, τον φακό τσέπης, όλα μου τα πήραν οι φύλακες του στρατοπέδου. Γράφω τους στίχους μου στο σκοτάδι...» Στο τελευταίο ποίημά του (όπου μπορεί ήδη να περιγράψει τις λεπτομέρειες της επικείμενης εκτέλεσής του, έχοντας πλέον, μπορεί να πει κανείς, παρευρεθεί στο δικό του τέλος μέσα από το τέλος των τελευταίων συντρόφων του) λέει: « Τώρα ο θάνατος είναι ένα λουλούδι της υπομονής». Κι έτσι μας έμεινε, ως εκ θαύματος, η απόδειξη ότι ακόμη και μέσα στην «τέλεια» μηχανή διάσπασης και αποσύνθεσης, που τον εξολόθρευσε σωματικά, η πραγματική του συνείδηση παρέμενε ακέραιη.

Πέθανε το 1944. Αλλά μόλις πρόσφατα έμαθα ότι είχε υπάρξει. Και η ανακάλυψη ότι αυτό το αγόρι μπόρεσε να υπάρξει στη γη, ήταν για εμένα μια είδηση έμπλεη χαράς. Η περιπέτεια αυτού του δολοφονημένου αγοριού είναι ένα άνευ προηγουμένου σκάνδαλο για την οργανωμένη γραφειοκρατία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των ατομικών βομβών. Σκάνδαλο όχι για τον φόνο, που υπάρχει στην ίδια τη λειτουργία του συστήματός τους. Αλλά για τη μεταθανάτια μαρτυρία της πραγματικότητας (τη ζωηρή και χαρούμενη είδηση) που είναι ενάντια στο σύστημά τους.

Λογικά, αυτός που έχει φτάσει στην πόλη για να σκοτώσει τον δράκο ή, με σημερινούς όρους, ο συγγραφέας που κινείται μέσα στο σύστημα ως αμετανόητος πολέμιός του, γνωρίζει ότι στο αποκορύφωμα της κρίσης τον περιμένουν επισφαλείς μέρες· και ότι η ιστορία του, βέβαια, δεν μπορεί να είναι ποτέ εύκολη ή ανθόστρωτη. Είναι γεγονός ότι, στο οργανωμένο σύστημα της μη πραγματικότητας, η παρουσία του συγγραφέα (δηλαδή της πραγματικότητας) είναι πάντα σκάνδαλο, ακόμα κι αν είναι ανεκτή σε περιόδους κοινωνικής εκεχειρίας. Ανεκτή, ακόμη και με ερωτοτροπίες και κολακείες. Αλλά στο βάθος της κολακείας και της ερωτοτροπίας παραμένει πάντα κάποια κακία, που έχει τις ρίζες της σε εκδικητική αίσθηση ενοχής και επίσης σε ασυνείδητο φθόνο. Πράγματι (και εδώ σώζεται ακόμα η ελπίδα), η πραγματικότητα, και όχι η μη πραγματικότητα, παραμένει ο φυσικός παράδεισος όλων των ανθρώπινων προσώπων, τουλάχιστον όσο δεν έχουν ακόμη ταυτιστεί με την ορατή δομή του σώματός τους. Δηλαδή, δεν έχουν μεταλλαχθεί, σύμφωνα με την ατομική αργκό.

Το σύστημα της διάσπασης, λογικά, έχει τους αξιωματούχους, τους γραμματείς, τα παράσιτα, τους αυλικούς του κ.λπ. Και όλοι αυτοί, για το δικό τους (κακώς εννοούμενο) συμφέρον ή επειδή (ας το πούμε έτσι) έχουν εξαπατηθεί καλόπιστα από δικό τους λάθος, θα προσπαθήσουν να αποδυναμώσουν την αντίσταση του συγγραφέα με διαφορετικά μέσα. Για παράδειγμα, θα προσπαθήσουν να τον δελεάσουν ή να τον αφομοιώσουν στο σύστημα μέσω της διαφθοράς, της σκανδαλώδους δημοτικότητας, των χυδαίων επιτυχιών, προάγοντάς τον σε αστέρι ή πλέι μπόι. Ή, αντίθετα, θα προσπαθήσουν να του παρουσιάσουν έτσι τα πράγματα ώστε η διαφορά του από το σύστημα να του φαίνεται ως προδοσία ή ενοχή ή ανηθικότητα, ή ηθικισμός ή ανεπάρκεια. Θα πουν, για παράδειγμα, ότι δεν είναι μοντέρνος. Και πώς αλλιώς! Πράγματι, κατά την αντίληψή τους, το να είσαι μοντέρνος σημαίνει να είσαι διασπασμένος ή σε διαδικασία αποσύνθεσης. Ίσως θα πουν ότι δεν ασχολείται με σοβαρά πράγματα, ούτε με την πραγματικότητα· και το καταλαβαίνουμε! Γιατί το κύριο σύμπτωμα της διάσπασης, στην οποία υπόκεινται ή από την οποία νοσούν, συνίσταται στο να υποθέτει κανείς ως πραγματικότητα το αντίθετο της.

Όπως ειπώθηκε, συγγραφείς δεν μπορούν να υπάρξουν μέσα στο σύστημα αυτό, με την πραγματική έννοια του όρου. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που γράφουν και τυπώνουν βιβλία, και μπορούμε να τους ξεχωρίσουμε αποκαλώντας τους γενικά γράφοντες. Μερικοί από αυτούς είναι απλά όργανα του συστήματος: όργανα, ωστόσο, πολύ δευτερεύουσας σπουδαιότητας σε σύγκριση με άλλα, όπως οι επιστήμονες των βομβών. Τα δωμάτια, τα γραφεία αυτών των γραφόντων, μπορούν να θεωρηθούν πολύ μικρά υποκαταστήματα των καθαυτό πυρηνικών σταθμών.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, ως επί το πλείστον, οι γράφοντες αυτής της κατηγορίας δεν γνωρίζουν ότι υπηρετούν το σύστημα. Μάλλον θέλουν να πιστεύουν ότι η απαίσια αθλιότητα και καταχνιά, που –μερικές φορές ανόητα– παρουσιάζεται στα έργα τους, πρέπει να αποδίδεται στο σύστημα και τελικά στην ατομική βόμβα· όταν αντίθετα φαίνεται ότι ισχύει το εντελώς αντίστροφο, κατά τρόπο που, ελπίζω, δεν χρειάζεται πλέον να αποδεικνύεται. Πάντως, όσο ολέθριοι κι αν είναι ως ακούσιοι (τουλάχιστον στην επιφάνεια της συνείδησής τους) ή –ας το πούμε έτσι– απαισιόδοξοι συνεργοί του συστήματος, είναι λιγότερο δυσάρεστοι από τους αισιόδοξους συνεργούς του. Πρόκειται –αυτό το τελευταίο– για το χειρότερο από όλα τα είδη γραφόντων. Κάποιες φορές με ολοκληρωτικό και πραγματικά παράλογο κομφορμισμό, άλλες φορές με κολακεία και δουλικότητα, και άλλες πάλι φορές παίζοντας τον ρόλο τους σε μια ενδιαφέρουσα κωμωδία, το συγκεκριμένο είδος γραφόντων συνηθίζει να εκθειάζει αυτό ή εκείνο το πεδίο του συστήματος της διάσπασης, σαν τον υψηλότερο ουρανό του ανθρώπινου πολιτισμού, θρηνολογώντας μόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την ατομική απειλή, και ίσως να γίνεται, στα λόγια, προπαγανδιστής κατά της βόμβας, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένθερμος οπαδός της. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται οι χειρότεροι εχθροί του συγγραφέα, ικανοί μάλιστα, σε ακραίες στιγμές κρίσης, να τον παραδώσουν στους φύλακες των στρατοπέδων συγκέντρωσης: είναι χειρότεροι, κατά κάποιο τρόπο, ακόμα και από τους ίδιους τους φύλακες, που είναι εμμονικοί, δηλαδή παράφρονες, και επιπλέον αναλώνονται προσωπικά με τίμημα την ατίμωση και το όνειδος (καθώς και την κόλαση της αγωνίας) και λαμβάνουν μισθούς πολύ χαμηλότερους από εκείνους των επίσημων γραφιάδων του καθεστώτος.

Πριν αφήσουμε κατά μέρος αυτόν τον κατάλογο των γραφόντων ή γραφιάδων του συστήματος, πρέπει, τέλος, να θυμηθούμε την ύπαρξη πληθώρας κύκλων, σχολών και διαφόρων ομάδων, που έχουν όμως ένα κοινό γνώρισμα: ότι τα λογοτεχνικά τους προϊόντα δεν μπορούν να διαβαστούν καθόλου. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ως εικόνα του σημερινού συστήματος, έναν πλανήτη στον οποίο τα πιο προηγμένα όντα έχουν από καιρό συνηθίσει να τρέφονται αποκλειστικά με χάπια (σε σημείο που να έχουν πλέον ένα ατροφικό πεπτικό σύστημα, περιορισμένο στις λειτουργίες περίπου ενός εντόμου). Ωστόσο, αυτά δεν εγκαταλείπουν τους παραδοσιακούς τους μάγειρες, οι οποίοι πάντως πρέπει να προσαρμοστούν. Και πράγματι οι μάγειρες, συγκεντρωμένοι στις κουζίνες τους, είναι συνεχώς απασχολημένοι με την προετοιμασία «πιάτων»: όχι αληθινών εδεσμάτων, φυσικά, αλλά ψεύτικων, φτιαγμένων, ας πούμε, από καουτσούκ ή πεπιεσμένο χαρτόνι ή γενικά από συνθετικά υλικά ή από κάτι άλλο ακόμα χειρότερο. Πάντως ποτέ, προφανώς, από υλικό βρώσιμο. Έτσι οι «συνθετικοί» πελάτες, που δεν τρώνε, έχουν τις συνθετικές ευωχίες τους, όπου δεν σερβίρεται τίποτα που μπορεί να φαγωθεί και οι μάγειρες μαζί με τους πελάτες νιώθουν ικανοποιημένοι επειδή είναι πολύ μοντέρνοι. Η συγκεκριμένη εικόνα είναι βέβαια αρκετά ακίνδυνη, αλλά αν προκαλούσε σε κάποιον μια μικρή αντίδραση (λογοτεχνικής υφής ή οποιασδήποτε άλλης μορφής), ένα χασμουρητό θα του είναι αρκετό ώστε να απελευθερωθεί την ίδια ακριβώς στιγμή από μια τέτοια ταλαιπωρία. Και θα μπορέσει να επιστρέψει αμέσως στις δουλειές του.

Όλοι αυτοί οι γράφοντες, γενικά, σπάνια συναντιούνται με τον συγγραφέα· και, κάθε φορά που σκοντάφτουν επάνω του, τον αντιμετωπίζουν, ανάλογα με την περίπτωση και τον άνθρωπο, με τρόπο διαφορετικό: άλλοι ως καταραμένο, άλλοι ως ονειροπόλο, άλλοι ως παραμυθά, άλλοι ως αριστοκράτη, άλλοι ως φτωχό συγγενή, άλλοι ως ανατρεπτικό κ.λπ. κ.λπ. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να βρει πολλούς συντρόφους στο σύστημα αυτό. Αλλά οπωσδήποτε ο συγγραφέας, από τη φύση του, τείνει να μην ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνία, σε καμία ομάδα ή κατηγορία κ.λπ. Η μοίρα του μάλλον τον ωθεί προς την περιπέτεια, αλλά, όπως και να έχει, η πραγματικότητα καθαυτή είναι μια εξαιρετική περιπέτεια.

Συνήθως ο συγγραφέας τολμά να περιπλανηθεί ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους, από κάθε κατηγορία και τάξη και ίσως από κάθε πάστα. Είναι αναπόφευκτο, ωστόσο, μεταξύ των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων τάξεων, να προτιμά πάντα τις τελευταίες. Όχι ακριβώς για ανθρωπιστικούς λόγους (ο συγγραφέας δεν είναι ανθρωπιστής, αν μη τι άλλο είναι κάτι εντελώς άλλο: είναι άνθρωπος), αλλά γιατί αυτό του επιτάσσει συνήθως ο μοιραίος νόμος της ζωής του. Πράγματι, η κυριαρχία ενός ατόμου πάνω σε ένα άλλο, αν ήταν πάντα άδικη και φαύλη, σήμερα πλέον αποτελεί οριστικά μια εξωπραγματική έννοια· αφού η θεμελιώδης ισότητα των ανθρώπων έχει καθιερωθεί στη συνείδηση (ακόμη και σε αυτούς που υποθέτουν ότι δεν τη γνωρίζουν). Και αναμφίβολα το πιο σοβαρό ελάττωμα της μη πραγματικότητας βρίσκεται στην πλευρά του κυρίαρχου. Στο βαθμό που ο συγγραφέας έχει ενίοτε την έντονη υποψία (και την ελπίδα) ότι ο ίδιος ο δράκος είναι ένα ιδιαίτερο προϊόν της τάξης των κυρίαρχων και ότι αυτοί οι κυρίαρχοι άνθρωποι θα μπορούσαν ίσως να συμμαχήσουν με τον συγγραφέα για να αντιμετωπίσουν τον δράκο.

Αυτός είναι ο λόγος που ο συγγραφέας, στην πρακτική της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, αισθάνεται πάντα έλξη προς επαναστατικά ή ανατρεπτικά κινήματα, που διακηρύσσουν ως στόχο τους την παύση κάθε κυριαρχίας του ενός ανθρώπου πάνω στον άλλο.

Τέλος, γεγονός παραμένει ότι ο συγγραφέας βρίσκει σχεδόν πάντα τους πιο αληθινούς συντρόφους του ανάμεσα σε ανθρώπους εξαιρετικά νεαρής ή μάλιστα και νηπιακής ακόμα ηλικίας. Μόνον αυτοί, πράγματι, εξακολουθούν να αναγνωρίζουν και να κατοικούν την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον παγκόσμιο νόμο, η πλειονότητα των ενηλίκων είναι λίγο-πολύ, μολυσμένοι από τη μη πραγματικότητα, και ως εκ τούτου, εχθρικοί – και αυτό επαληθεύεται περισσότερο από ποτέ στο σημερινό σύστημα, Οπωσδήποτε, όμως, ειδικά όταν αρχίζει να γερνάει, και τα πόδια του κουράζονται, ο συγγραφέας βρίσκεται συχνά μόνος του. Θα μπορούσε ακόμα να αποσυρθεί στην ύπαιθρο, αλλά κατά βάθος του αρέσει περισσότερο να βρίσκεται στη μέση της πόλης, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους άτυχους που τρέχουν να αποσπάσουν, με κάποιο τρόπο, την προσοχή του δράκου. Τότε, ο συγγραφέας φεύγει από το δωμάτιό του και βαδίζει σε αυτούς τους καταραμένους δρόμους, στοιχειωμένος από την κίνηση και τους θορύβους, μερικές φορές μάλιστα δελεασμένος από την ιδέα να αποτραβηχτεί σε ένα γηροκομείο και να τελειώσει εκεί τη ζωή του. Αλλά ορισμένες τυχερές μέρες, του συμβαίνει να σκέφτεται μέσα του, στη μέση της κίνησης, μια ιστορία ή ένα ποίημα για να γράψει, και μετά δεν ακούει καν τους θορύβους και αποσπάται, ως εκ θαύματος, ανάμεσα σε χιλιάδες αυτοκίνητα, χωρίς να πέφτει θύμα τροχαίου. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, αστειευόμενοι, ότι υπερβαίνει ακόμη και τις δοκιμασίες των Ινδών Αγίων, οι οποίοι πρέπει να είναι ικανοί να προσεύχονται, δηλαδή να ακούνε την πιο ενδόμυχη εσωτερική θρησκευτική σιωπή της ύπαρξής τους, εν μέσω της οχλαγωγίας και των εμπορικών συναλλαγών στους ναούς.

Σε αυτό το σημείο, θυμάμαι εκείνο που είπε ο δάσκαλος της ποίησης, ο Ουμπέρτο Σάμπα: ότι σε κάθε ποιητή παραμένει πάντα ένα παιδί, που τώρα ζει μαζί με τον ενήλικα και εκπλήσσεται με αυτό που συμβαίνει στον ενήλικα. Εκπλήσσεται με αυτό, αλλά επίσης, μπορώ να προσθέσω, το απολαμβάνει και διασκεδάζει. Για καλή του τύχη, ακόμα και σε αυτή την τρελή και απελπισμένη πάλη του με τον δράκο, αυτό το παιδί διασκεδάζει λίγο.

Τελικά όμως τι μυθιστόρημα ή ποίημα θα πρέπει να γράψει ο Δικός μας ποιητής για να φέρει εις πέρας, όπως γράφουν οι εφημερίδες, τον αγώνα του; Η απάντηση είναι απλή: θα γράψει με εντιμότητα ό,τι του καπνίσει. «Στους ποιητές απομένει» ακόμα, είπε ο Σάμπα, «να γράψουν την έντιμη ποίηση».

Ωστόσο, θα ήταν αρκετό να πούμε μόνο «την ποίηση». Γιατί, αν είναι ποίηση, δεν μπορεί παρά να είναι έντιμη. Ένας ποιητής, τέτοιας λογής, δεν μπορεί να μην είναι έντιμος. Όπως έχει δείξει η ιστορία, μπορεί ίσως να είναι άσχημος, παραμορφωμένος· μπορεί να έχει ο ίδιος τα χειρότερα ελαττώματα: να είναι ένας μέθυσος, ένας «μαλαμέντε», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν στη Νάπολη ορισμένους κακότροπους ανθρώπους· μπορεί να είναι βρώμικος και να αποπνέει δυσοσμία. Αυτά ήταν και είναι πάντοτε τα δικά του ζητήματα. Αλλά ως συγγραφέας, δεν μπορεί να μην πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις: προσοχή, εντιμότητα και ανιδιοτέλεια. Και όλα τα άλλα είναι λογοτεχνία. Ναι, και παρεμπιπτόντως, τι είδους γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιήσει; Διάλεκτο, του εργοστασίου ή ποια κοινή; Τι στυλ, τι σημασιολογία, τι γραμματοσειρά; Είναι υπέρ ή κατά των κεφαλαίων γραμμάτων; Υπέρ ή κατά των σημείων στίξης; Αλλά αφήστε τον να γράφει όπως θέλει, αφού αυτός ήταν πάντα ο πρώτος εφευρέτης των γλωσσών! Γιατί τώρα να έρθουν να θορυβήσουν έναν άνθρωπο με παρόμοια ερωτήματα (που ενδεχομένως ενδιαφέρουν τους γλωσσολόγους, τους φιλολόγους κ.ο.κ.;). Εδώ πρόκειται υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας! Υπάρχει μόνο η πραγματικότητα ενάντια στην ατομική βόμβα. Και η πραγματικότητα δεν χρειάζεται να προκατασκευάσει μια γλώσσα: μιλάει από μόνη της. Ακόμα και ο Χριστός είπε: μην ανησυχείτε για το τι θα πείτε, ούτε για το πώς θα το πείτε. Η πραγματικότητα είναι που δίνει ζωή στις λέξεις και όχι το αντίστροφο.

Και τι είναι η πραγματικότητα; Αυτό μας έλειπε τώρα! Αν κάποιος μου κάνει αυτή την ερώτηση, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αναγνώστης μου. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, σε δοκίμια, άρθρα, απαντήσεις σε έρευνες κ.λπ., δεν έχω κάνει τίποτα άλλο, με κίνδυνο να φανώ μανιακή, από το να μιλώ για αυτό το θέμα, εννοώ το θέμα, λίγο-πολύ, που συνδέεται και με το νόημα αυτής της διάλεξης. Και προσπάθησα να εξηγήσω τι είναι η πραγματικότητα. Αλλά δυστυχώς αμφιβάλλω αν τα κατάφερα, αφού αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνεις μόνο όταν το δοκιμάζεις και όταν το δοκιμάζεις δεν χρειάζεσαι εξηγήσεις. Κάποτε ένας αρχάριος ρώτησε έναν σοφό ανατολίτη γέροντα: «Τι είναι το Bodidarma;» (που θα σήμαινε κατά προσέγγιση το Απόλυτο ή κάτι παρεμφερές). Και ο σοφός απάντησε αμέσως: «Ο θάμνος στο βάθος του κήπου». «Και κάποιος που θα καταλάβαινε αυτή την αλήθεια», ρώτησε ξανά το αγόρι, γεμάτο αμφιβολίες, «αυτός τι θα ήταν;» «Θα ήταν», απάντησε ο γέρος, δίνοντάς του μια καρπαζιά στο κεφάλι, «ένα λιοντάρι με χρυσή γούνα».

[Από τη συλλογή δοκιμίων της Έλσα Μοράντε με τίτλο Υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας και άλλα κείμενα.]


Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Ο επίγειος παράδεισος – της Έλσα Μοράντε

Οι Γραφές, όταν μας αφηγούνται την εκδίωξη του Αδάμ από την Εδέμ, παραβλέπουν μια λεπτομέρεια, που αναμφίβολα ο Ιερός Συγγραφέας της Γένεσης θεωρεί ότι δεν είναι αρκετά σημαντική: δηλαδή την ακραία απόδειξη του σπλαχνικού ελέους, που ο Αιώνιος Πατέρας, παρά την αυστηρότητά του, έδειξε στον άνθρωπο, αφήνοντάς του τη συντροφιά άλλων ζώων, τα οποία δεν είχαν φάει, όπως αυτός, τον καρπό της επιστήμης.

Όπως όλοι γνωρίζουν, δοκιμάζοντας αυτόν τον καρπό, ο άνθρωπος απέκτησε τη γνώση του καλού και του κακού, δηλαδή την ικανότητα να κρίνει. Αλλά τα άλλα ζώα παρέμειναν απρόσβλητα και άνοσα από την ικανότητα του ανθρώπου: και αυτό είναι το πιο αγαπητό χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τα άλλα ζώα από τον άνθρωπο· και είναι γι΄αυτό που ο άνθρωπος επιζητεί κυρίως τη χάρη της συντροφιάς τους, στην οποία όλοι βρίσκουμε κάτι από την απαράμιλλη τρυφή και τις απολαύσεις που κοσμούσαν τις ατέρμονες γιορτές της χαμένης Εδέμ. Και μας τρομάζει να σκεφτόμαστε πόσο πικρή θα ήταν η εξορία μας, αν δεν μας είχε μείνει αυτή η παρηγοριά.

Παρόμοια παρηγοριά παραχωρείται και στους ενήλικες του ανθρώπινου είδους κατά την πρώτη κιόλας ημέρα γέννησης των παιδιών τους. Αλλά δυστυχώς, κάθε μέρα που περνά, το δέντρο της επιστήμης του καλού και του κακού απλώνει τη σκιά του όλο και περισσότερο πάνω τους. Και είναι αυτή η σκιά που συσκοτίζει και αμαυρώνει τις πιο πολύτιμες και εγκάρδιες συζητήσεις με τους συνανθρώπους μας. O φόβος ότι θα μας κρίνουν πνίγει την ειλικρίνεια, εμποδίζει την εγκατάλειψη του ενός στον άλλο, διαστρεβλώνει τα συναισθήματα και διαβρώνει κάθε εμπιστοσύνη. Ειπώθηκε ότι «l’amour est un combat d’orgueil et d’espérance» αλλά στη συντροφιά του σκύλου μας ή της γάτας μας βρίσκουμε ανάπαυση από τους εξαντλητικούς πολέμους της ελπίδας και της περηφάνειας.

Χάρη στα ζώα μπορούμε να αντικρίσουμε, πάνω στη γη, ένα ζωντανό βλέμμα που μας δηλώνει την πιο τρυφερή φιλία, χωρίς καμία σκιά κρίσης! Θα μπορέσετε να παρουσιαστείτε μπροστά τους στις πιο άθλιες όψεις της δυστυχίας και γι’ αυτά θα είσαστε πάντοτε ο αρχαίος άρχοντας της Εδέμ. Δεν θα χρειαστεί να φοβηθείτε την εμφάνιση των ρυτίδων στο πρόσωπό σας: η ασχήμια, η ασθένεια και τα γηρατειά δεν τους είναι αποκρουστικά ελαττώμματα. Αυτά δεν θα βαρεθούν τη θλίψη σας, δεν θα δυσπιστήσουν για τις προθέσεις σας· ούτε κι εσείς χρειάζεται να φοβηθείτε ότι μπορούν, με την αγάπη τους, να παραβιάσουν τις αμπαρωμένες πόρτες της ακηδίας σας.

Δυστυχισμένος ο άνθρωπος που αγνοεί τις παρηγοριές μιας τέτοιας φιλίας! Γι’ αυτόν, η γη είναι πραγματικά μια απαρηγόρητη εξορία. Και ποιος αρνήθηκε ότι οι σύντροφοί μας τα ζώα έχουν ψυχή; Όποιος το αρνήθηκε, αποδεικνύει ότι δεν έχει ούτε καρδιά, ούτε κριτήριο. Μπερδεύει το διάφανο φως της ψυχής με τη σκιά της, τη γνώση του καλού και του κακού.


⸙⸙⸙


[Από τη συλλογή δοκιμίων της Έλσα Μοράντε με τίτλο Υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας και άλλα κείμενα. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: frear.gr/?p=35859]

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Επιστολή του Φίλιππου Σέρραρντ στον Γιώργο Σεφέρη

 

                                                                                                                                                                      Κατούνια, 2.11.1966

Αγαπητέ Γιώργο,

Μιλούσες σοβαρά πριν λίγες μέρες, όταν με ρωτούσες για την κόλαση; Όπως και να ‘χει, από εκείνη την ημέρα με απασχολεί αυτό το θέμα. Σκέφτηκα ότι η απάντησή μου μπορεί να ήταν συνοπτική, αλλά όχι πολύ βοηθητική και ένιωσα την ανάγκη να προσθέσω ένα δύο πράγματα. Επομένως, αν δεν μιλούσες σοβαρά, θα πρέπει τώρα να με συγχωρέσεις.

Καταρχάς υπάρχουν δύο τινά, τα οποία φαίνεται ότι δημιουργούν σύγχυση γύρω από το ζήτημα αυτό. Το πρώτο είναι η αντίληψη πως η αιώνια κόλαση είναι κάτι που παρατείνεται συνεχώς μέσα στο χρόνο ή μάλλον που παρατείνεται αιώνια, σαν να μην ήταν δυνατό να τερματιστεί ποτέ. Αυτή η αντίληψη συνδέεται πιθανόν με το ότι η λέξη «αἰώνιος» εκλαμβάνεται εξ ολοκλήρου με την κατά γράμμα σημασία της, σαν να αφορούσε δηλαδή σε μονάδα μέτρησης χρόνου. Στην πραγματικότητα η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στη Βίβλο περισσότερο για να περιγράψει μια ποιότητα ζωής – είτε την εμπειρία της πληρότητας της ζωής είτε της απουσία της. Κατά κύριο λόγο, επομένως, η κόλαση είναι κάτι που σχετίζεται με την έλλειψη της ζωής, την έλλειψη της πραγματικότητας, τη στέρηση.

Ύστερα, υπάρχει και η άλλη ιδέα, ότι δηλαδή η κόλαση είναι κάποιος τόπος. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από το μυαλό των Ιησουϊτών που κάνουν το σχόλιο στο οποίο αναφέρθηκες (ήταν, νομίζω, η Αγία Θηρεσία του Λιζιέ, εκείνη που το διατύπωσε: είπε κάπου: «πιστεύω ότι η κόλαση υπάρχει, αλλά δεν πιστεύω ότι βρίσκεται κανείς σε αυτήν»). Τούτη η παρατήρηση, που υποδηλώνει καθαρά ρωμαιοκαθολική αντίληψη, φαίνεται να δέχεται ότι η κόλαση είναι ένα είδος αντικειμενικού τόπου δημιουργημένου από τον Θεό για να στεγάσει καταραμένες ψυχές. Και επίσης –αυτή η ιδέα της κολάσεως ως αντικειμενικού χώρου που κατοικείται από τους κολασμένους– είναι ένα είδος προβολής εκείνης της φρικτής ηθικιστικής νοοτροπίας που διαχωρίζει την ανθρωπότητα σε δύο στρατόπεδα ή σε δύο τάξεις, τους καλούς και τους κακούς, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς, τα πρόβατα και τα ερίφια, και τοποθετεί τους μεν σ’ έναν τόπο που ονομάζεται παράδεισος και τους δε σ’ έναν τόπο που ονομάζεται κόλαση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων ή ψυχών (με αυτήν την αυστηρή, κατά γράμμα, ερμηνεία): η διαχωριστική γραμμή δεν χαράσσεται κατά τρόπο αντικειμενικό και εξωτερικό ανάμεσα σε τάξεις ανθρώπων (καλών και κακών), αλλά κυρίως εσωτερικά, μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό, μεταξύ των «θετικών» και «αρνητικών» πραγμάτων, στην ενιαία ανθρώπινη φύση). Αυτή η εξωτερική διαίρεση των ανθρώπων σε δίκαιους και αμαρτωλούς, είναι απλώς μια ηθική κρίση που βασίζεται… ο Θεός ξέρει σε τι: είναι κρίση κάποιου που ξεχνά ότι κανένας δεν μπορεί να είναι ολότελα κακός, ακριβώς όπως κανένας δεν μπορεί να είναι ολότελα καλός (ακόμα και ο Χριστός ρώτησε: «τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός»[1]). Η θεία δικαιοσύνη έχει –υποπτεύεται κανείς– εντελώς διαφορετικούς νόμους –όπως «οἱ πρῶτοι ἔσονται ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἔσονται πρῶτοι»[2] ή «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον»[3]. Δυστυχώς, όμως, αυτή η ιδέα ότι υπάρχει ένας τόπος που ονομάζεται παράδεισος, όπου οι καλοί απολαμβάνουν αιώνια μακαριότητα και ακόμα ένας άλλος τόπος που ονομάζεται κόλαση, όπου οι κακοί υποφέρουν και θα υποφέρουν για πάντα, έχει αποκτήσει βαθιές ρίζες στους ανθρώπους και περνιέται ως χριστιανική ιδέα: υπάρχει μάλιστα μια ολόκληρη παράδοση διδασκαλιών, η οποία πασχίζει να κάνει τους ανθρώπους «καλούς» τρομοκρατώντας τους με οράματα και εικόνες αιώνιας τιμωρίας για τις ενδεχόμενες αμαρτίες τους (οι αμαρτίες αυτές παρουσιάζονται με απόλυτη σαφήνεια, κατηγοριοποιημένες και λεπτομερώς). Τούτο είναι, αν μη τι άλλο, αποτρόπαιο και είναι αυτό ακριβώς το πράγμα που ο Blake πάντοτε αρνιόταν και μάχονταν. Επίσης δεν φαίνεται πολύ Ορθόδοξο, ό, τι και αν λένε, ειδικά αν κανείς θυμάται εκείνα τα λόγια από τον Όρθρο της Κυριακής του Πάσχα αναφορικά με την κόλαση ότι έχει δηλαδή συντριβεί (ή θανατωθεί που είναι το ίδιο πράγμα [4].

Κόλαση είναι το βάρος, η πνιγηρή και μουχλιασμένη ατμόσφαιρα, το ζοφερό σκοτάδι, η απουσία χαράς στη ζωή κάποιου. Υπ’ αυτήν την έννοια, μου φαίνεται απόλυτα –και τρομαχτικά– πραγματική και νομίζω ότι ο καθένας σε αυτήν τη γη βρίσκεται κυρίως «στην κόλαση», αν και υπάρχουν στιγμές που κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι βρίσκεται στον παράδεισο. Υποθέτω ότι «ο κολασμένος» θα μπορούσε να περιγραφεί κατά κάποιον τρόπο ως μια ύπαρξη κλεισμένη στον εαυτό της, χωρισμένη από κάθε «άλλον» ή «άλλους». Ο Ντοστογιέφσκι ονομάζει κόλαση τον πόνο που προέρχεται από την αδυναμία μας να αγαπήσουμε. Θα πρόσθετα, επίσης, ότι κόλαση είναι ο πόνος που προέρχεται από την αδυναμία μας να δεχθούμε αγάπη. Κάποιος από τους Ορθόδοξους αγίους λέει ότι αποτελεί ανοσιούργημα η σκέψη και μόνο ότι ο Θεός δεν αγαπά τους αμαρτωλούς, αλλά αυτή η αγάπη του Θεού γίνεται αισθητή με διαφορετικούς τρόπους: γίνεται αισθητή ως βάσανο μεν από εκείνους που την αρνούνται, ως χαρά δε από εκείνους που τη δέχονται[5].

Θα έλεγα, λοιπόν, καταρχάς, ότι η κόλαση δεν είναι ένας τόπος και δεν είναι αιώνια (με την έννοια μιας αδιάκοπης συνέχειας χωρίς τέλος). Και θα ισχυριζόμουν περαιτέρω ότι είναι κάτι που τελείται και εκτυλίσσεται στο εσωτερικό ενός ανθρώπου, υποκειμενικά και έχει να κάνει με την παρουσία ή τη στέρηση της ζωής, με την παρουσία ή τη στέρηση της χαράς. Αναφορικά, ωστόσο, με το τι συμβαίνει κατά την Κρίση (είτε κατά την προσωπική κρίση του καθενός από εμάς είτε κατά την έσχατη Κρίση), αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Αλλά ο θάνατος για τον καθέναν προσωπικά δεν θα ήταν δυνατόν, μου φαίνεται, να επηρεάζει πραγματικά, με άλλον τρόπο, την κρίση: κάποιος βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, «στην κόλαση» (με την παραπάνω έννοια), φερειπείν, ή όχι στην κόλαση, οπωσδήποτε όμως με την ενδιάθετη ικανότητα πάντοτε, αν βρίσκεται «στην κόλαση», να ελευθερωθεί, με την ενδιάθετη ικανότητα να αγαπήσει και να δεχθεί αγάπη: όλα εξαρτώνται από τον κάθε έναν από εμάς προσωπικά –ή όπως οι Ορθόδοξοι Πατέρες λένε: «Ο Θεός μάς δημιούργησε χωρίς τη βοήθειά μας, αλλά δεν μπορεί να μας σώσει χωρίς τη βοήθειά μας»[6]–και θα προσθέταμε εύλογα ότι δεν μπορούμε να σώσουμε τον εαυτό μας χωρίς τον Θεό.

Πραγματικά, μέσα από την Ορθόδοξη οπτική, κάθε ζωή που δεν είναι τέλεια, ακέραιη, ολοκληρωμένη, είναι σε κάποιον βαθμό «κόλαση»∙ αλλά επίσης καμία ζωή –όσο ατελής, μερική, ανολοκλήρωτη και αν είναι– δεν στερείται την ικανότητα ή τη δυνατότητα να γίνει τέλεια, ακέραιη και ολοκληρωμένη. Η αιτία που μεταξύ των Ορθοδόξων δεν συναντάται η έννοια του καθαρτηρίου και αγνοείται η ρωμαιοκαθολική διάκριση μεταξύ κολάσεως και καθαρτηρίου, δεν είναι ότι αυτοί πιστεύουν, όπως λανθασμένα νομίζεται ενίοτε, πως οι ψυχές βρίσκονται είτε στον παράδεισο είτε σε κατάσταση αιώνιας καταδίκης και χωρίς την παραμικρή ευκαιρία να μεταβούν στον παράδεισο∙ οφείλεται στην πίστη τους ότι ακόμα και η ψυχή που βρίσκεται στην πιο βαθιά κόλαση εξακολουθεί να έχει την ικανότητα να εξέλθει από αυτήν, να μετανοήσει (να αλλάξει νου/ζωή): ακόμα και ο διάβολος δεν στερείται, από αυτή την άποψη, τη δυνατότητα της μετανοίας. Κοντολογίς, δεν υπάρχει χώρος στην ορθόδοξη σκέψη (κυρίως σε αυτήν) για την ιδέα της κολάσεως στην οποία κάποιος καταδικάζεται για πάντα, όπως επίσης δεν υπάρχει χώρος για την ιδέα μιας κολάσεως διακριτής από το καθαρτήριο, καθότι ο εξαγνισμός και η απολύτρωση είναι διαδικασία στην οποία όλοι, ανεξάρτητα από την προσωπική τους κατάσταση, μπορούν να συμμετέχουν: αρκεί μόνο να το θέλουν. Έτσι εξηγείται η αδιάλειπτη και επίμονη Ορθόδοξη προσευχή για τους κεκοιμημένους –όλους τους κεκοιμημένους, αγίους ή «αμαρτωλούς»: διότι δεν υπάρχει κανένα όριο στην τελείωση που μπορεί να επιτευχθεί από έναν άγιο και κανένας περιορισμός, επίσης, στην ικανότητα ενός αμαρτωλού να γίνει τέλειος. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, ωστόσο, κάνουν τη διάκριση μεταξύ κολάσεως και καθαρτηρίου και έχουν παγιδευτεί σε τούτη τη σφαλερή έννοια της κολάσεως ως τιμωρίας και πόνου χωρίς καμία ελπίδα ή δυνατότητα απολύτρωσης. Και επειδή η αντίληψη τους αυτή δεν συνάδει με την ιδέα της άπειρης αγάπης του Θεού, αναγκάζονται να προβαίνουν σε τέτοιες ευρηματικές, πλην όμως ανούσιες, διατυπώσεις, όπως εκείνη, παραδείγματος χάριν, για την κόλαση που «υπάρχει αλλά δεν βρίσκεται κανένας μέσα σε αυτήν». Αναγκάζονται να το κάνουν αυτό, γιατί έχουν καταρχάς διαμορφώσει λανθασμένη ιδέα –ένα είδος χρονικής και χωροταξικής ιδέας– της κολάσεως.

Νομίζω ότι όσα είπα είναι αρκετά για το εσπερινό κήρυγμά μου της Τετάρτης[7]! Αν δεν μιλούσες σοβαρά όταν εξέφραζες το ερώτημά σου, μη δώσεις σημασία. Ίσως δεν χρειάζεται να δώσεις σημασία σε καμία περίπτωση.

Έκανα, όπως βλέπεις, κάμποσες αλλαγές στον Πρόλογο, και ελπίζω ότι έχω εξαλείψει τα σημεία για τα οποία είχες ορισμένες αμφιβολίες. Έστειλα μια λίστα με τις αλλαγές στον Κίλι[8] και ελπίζω ότι θα τις αποδεχθεί. Πιστεύω ότι μάλλον θα το κάνει. Η αίσθηση μου είναι –και μέχρι τώρα ήταν– ότι όσο περισσότερα μπορεί κανείς να αφαιρέσει τόσο καλύτερα.

                                                                                                    Γεια χαρά                                                                                  

Φίλιππος

Παρακαλώ συγχώρεσέ με που έγραψα όλα τούτα στα αγγλικά. Αμφιβάλλω αν τα ελληνικά μου θα με βοηθούσαν να αντεπεξέλθω στις υψηλές απαιτήσεις των θεολογικών νοημάτων!

Υποσημειώσεις:

[1] Λουκάς 18:19
[2] Μάρκος 9:35 και Λουκάς 13:30
[3] Ματθαίος 8:11-12
[4]Υπάρχουν αρκετές αναφορές στον Χριστό, που καταλύει το κράτος του Άδη με την εκ νεκρών Ανάστασή Του, στη μεταμεσονύχτια Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα και επίσης στην Πασχαλινή ομιλία, που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η οποία διαβάζεται, εις ευήκοον όλων, αμέσως πριν αρχίσει η θεία Λειτουργία, αναφέρεται ότι ο Άδης θανατώνεται (ἐνεκρώθη).
[5] Ισαάκ της Νινευής (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος), Μυστικές Πραγματείες, μεταφρασμένο από τον Α. J. Wensinck (Άμστερνταμ, 1923), ΧΧVII, σ. 136
[6] Καβάσιλας, Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ΙΙ, 10∙ Αθανάσιος, MPG 26, 369∙ Βασίλειος, MPG 32, 117B∙ Αυγουστίνος, MPL 38, 923, κ.α.
[7] Ο Σεφέρης απαντώντας γράφει στην από 10/11/1966 επιστολή του: «Πολλές ευχαριστίες για το “εσπερινό σου κήρυγμα της Τετάρτης”, που μου προξένησε τρομερό ενδιαφέρον. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η ευγενική απάντησή σου δημιουργεί άλλα ερωτήματα. Έτσι όταν έρθεις πάλι στην Αττική μην αμελήσεις να με συναντήσεις».                                            [8] Πρόκειται για τον Έντμουντ Κίλι (Edmund Keeley) νεοελληνιστή φιλόλογο, δοκιμιογράφο, μεταφραστή και συγγραφέα – στενό φίλο και συνεργάτη του Σέρραρντ.

(Επιστολή του Φίλιππου Σέρραρντ στον Γιώργο Σεφέρη: από το βιβλίο “THIS DIALECTIC OF BLOOD AND LIGHT/GEORGE SEFERIS – PHILIP SHERRARD/AN EXCHANGE: 1947-1971” [DENISE HARVEY PUBLISHER, 2015] που επιμελήθηκε και εξέδωσε η Denise Sherrard)

[Πρώτη Ανάρτηση στο Αντίφωνο: https://antifono.gr/%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%ce%af%ce%bb%ce%b9%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%83%ce%ad%cf%81%cf%81%ce%b1%cf%81%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3/]

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Λόγος Αγίου Νεοφύτου στον Α΄ Ψαλμό

[Ο Άγιος Νεόφυτος Πάφου, όντας σε μεγάλη ηλικία εντελώς αναλφάβητος, έμαθε καταρχάς από στήθους το Ψαλτήρι. Στη συνέχεια έπιασε να αποστηθίζει ευχές, τροπάρια και λόγια Πατέρων της Εκκλησίας. Όπως αναφέρει ο Κόντογλου  «κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν τον δίδαξε, γι᾿ αυτό μπορεί να πει κάποιος πως ο άγιος Νεόφυτος είναι “διδακτός Θεού”». Προλογίζοντας ο Άγιος Νεόφυτος, ο κατά κόσμον άξεστος και αμόρφωτος, με τον «εξίτηλο» νου, τη συνοπτική ερμηνεία του Ψαλτηρίου, που καταπιάστηκε να ολοκληρώσει σε δέκα μόλις λόγους, μας λέει, στις πρώτες γραμμές: 
«Ἄνωθεν ἐκ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων Πνεύματι θείῳ ἐνηχούμενος ὁ θεῖος Δαυῒδ περὶ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προεφήτευσεν ἀτεχνῶς καὶ περὶ πλείστων ἑτέρων· οὗ παρὰ τῆς θείας ἐλλάμψεως καὶ θεωρίας γένοιτο καὶ τὸν τῆς ἐμῆς ταπεινότητος ἐξίτηλον φωτισθῆναι νοῦν, ὥστε μηδὲν ἔξωθεν τῆς λεωφόρου τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μεθ᾿ οὗ ἐκεῖνος ἐλάλει, περιφέρεσθαι ἡμᾶς, ἀλλὰ φαιδρῶς ἅμα καὶ ἀπλανῶς ἐκεῖθεν ἐνθουσιαζόμενοι τὰ τῶν ψαλμῶν ἄδυτα ἐξομαλίζειν εἰς δόξαν Θεοῦ…».
(Καθώς ενηχούνταν από το θείο Πνεύμα – που εκπορεύεται από τον Πατέρα των φώτων – ο θεόπνευστος Δαβίδ προφήτεψε ατεχνώς, δηλαδή με τρόπο απέριττο και αληθινό, για τον μονογενή Υιό του Θεού, καθώς και για πλήθος άλλων πραγμάτων· ας αξιωθεί, λοιπόν, και ο δικός μου ληθαργικός νους – μέσω της θείας έλλαμψης και θεωρίας – να φωτιστεί, ώστε να μη βρεθούμε να περιφερόμαστε έξω από τη λεωφόρο του Αγίου Πνεύματος, με το οποίο εκείνος μιλούσε, αλλά – με χαρμόσυνο και απλανή ενθουσιασμό από το ίδιο Πνεύμα – να κατορθώσουμε να εξομαλύνουμε τα δύσβατα και απόκρυφα σημεία των ψαλμών προς δόξαν Θεού…). 

Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου με τα σχόλιά του στον πρώτο ψαλμό. ]

<ΛΟΓΟΣ Α΄> ΚΑΘΙΣΜΑ Α΄

Ψαλμός α΄ (1)

1. «Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν». 

Πολλοὺς μακάριους καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες ἀνέδειξε ἡ βιοτή μας, προπάτορες, προφῆτες, ἀπόστολους καὶ τοὺς λοιποὺς ποὺ ἕπονται κατὰ τὴν τάξη, κυρίως πάντως «μακάριος ἀνὴρ» εἶναι καὶ λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπερφυσικὰ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο δίχως πατέρα, γιατί, ἐνῶ ὑπάρχει ὡς τέλειος Θεὸς καὶ κατ᾿ οὐσίαν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, ἔχει γίνει, μὲ τὴν πατρικὴ εὐδοκία καὶ τὴ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τέλειος ἄνδρας, χωρίς νὰ μεταβληθεί σαρκούμενος κατά τη θεϊκή του ουσία, ἀλλὰ θεώνοντας τὴν ἀνθρωπότητα ποὺ προσέλαβε· αὐτός ὄχι μόνον «οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν», ἀλλὰ καὶ κατεφύτευσε τὴν εὐσέβεια, ἀφοῦ ξερρίζωσε ὁλοκληρωτικὰ τὴν ἀσέβεια· τί ἀλήθεια θὰ ἦταν ἀσεβέστερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀγνοεῖ κανεὶς τὸν Δημιουργὸ καὶ νὰ λατρεύει τὴν κτίσιν μᾶλλον παρὰ Ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔκτισε; 

 2. «Ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη», διότι ὄχι μόνο δὲν ἁμάρτησε ποτέ, ἀλλὰ καὶ βάσταξε στοὺς ὤμους Του τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. 

«Ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισε» τὴν «καθέδρα», δηλαδὴ τὸν θρόνο τῆς ὲξουσίας ὅσων λυμαίνονται καὶ ἐξουθενώνουν τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ κάθισε πάνω στὴν πέτρα πολλές φορὲς καὶ στὶς ἐρημιὲς διδάσκοντας τοὺς ὄχλους καὶ κηρύττοντας τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· γιατὶ πολλοὶ «λοιμοί» μὲ ἀνθρώπινο πρόσωπο κάθισαν ἀγέρωχοι σὲ θρόνους λαμπροὺς καὶ σὲ ὀχήματα ντυμένα μὲ χρυσάφι, τὸν κόσμο βέβαια δὲν ὠφέλησαν σὲ τίποτα· ὁ Χριστὸς, ὅμως, ποὺ κάθισε πάνω στὴν πέτρα καὶ στὸ εὐτελές γαϊδουράκι, ἔχει τὸν κόσμο σώσει. 

«Καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν, ἀλλ᾿ ἢ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου» κάνοντας «τὸ θέλημα» τοῦ Πατέρα «καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός», καθότι δὲν ἦλθα, λέγει, γιὰ νὰ κάνω τὸ θέλημα τὸ δικό μου, ἀλλὰ τοῦ Πατέρα ποὺ μὲ ἀπέστειλε, οὔτε ἦλθα γιὰ νὰ καταλύσω τὸν νόμο ἢ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ γιὰ νὰ πληρώσω τὸν νόμο καὶ τὶς προφητεῖες. 

3. Ναί, ὅμως καὶ κάθε ἄνθρωπος ποὺ μὲ τὸν νοῦ του ἀφίσταται ἀπό λογισμοὺς ποὺ δὲν ἀποφέρουν κέρδος, μελετώντας τὸν νόμο τοῦ Κυρίου κάθε ἡμέρα καὶ νύχτα, ὁμοιάζει μὲ ξύλο, «πεφυτευμένο παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων», κατάφορτο μὲ καρποὺς ἀρετῶν, ὤριμους καὶ ἔτοιμους γιἀ συγκομιδή, ποὺ τοὺς ἔδωσε στὸν κατάλληλο χρόνο, καὶ ἀπό τὰ φύλλα τῆς πνευματικῆς του ἐργασίας δὲν θὰ γυμνωθεῖ ποτὲ, ἀλλά, καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ φοίνικα, ἀείφυλλο θὰ μένει μαζὶ μὲ τὸν καρπό του, «καὶ πάντα ὅσα ἂν ποιῇ» ἔργα ἱερὰ «κατευοδωθήσεται». 

4. «Οὐχ οὕτως» βέβαια «οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως» (γιατὶ δὲν ἐπιτρέπει σ’ αὐτοὺς ἡ ἀσέβεια νὰ ὁμοιωθοῦν μὲ ξύλο ποὺ ἔχει φυτευθεῖ σὲ τὸπο μὲ πηγές καὶ τρεχούμενα νερά), «ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς» ἀποξηραμένος εἰκονίζεται, «ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ῥᾷον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς». 

5. «Διὰ τοῦτο», δηλαδὴ ἐξαιτίας τῆς ἀσεβείας, «οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει», δηλαδὴ μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ ἀποστοῦν τῆς ἀσεβείας· ὡστόσο, κατὰ τὴν κοινὴ κρίση, θ’ ἀναστηθοῦν ὅλοι, εὐσεβεῖς καὶ ἀσεβεῖς, γιὰ νὰ λὰβουν κατὰ τὶς πράξεις τους ἕκαστος. «Οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων»· γιατὶ ἡ βούληση τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι βέβηλη καὶ σαθρή, ἐνῶ ἡ βούληση τῶν δικαίων εἶναι ἄμωμη καὶ ἀκράδαντη· ὡς ἐκ τούτου ἡ βούληση τῶν δικαίων εἶναι ἀσύμφωνη μὲ τὴ βούληση τῶν ἁμαρτωλῶν· 

6. «ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων», καθαρὴ καὶ ἀμόλυνση, «καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται», δηλαδή τόσο οἱ πράξεις τους, ὅσο καὶ οἱ ἴδιοι, ἀφανίζονται».

Ἀθήνα, 27 Δεκεμβρίου 2016

[Ακολουθεί το πρωτότυπο:

<ΛΟΓΟΣ Α΄> ΚΑΘΙΣΜΑ Α΄

Ψαλμὸς α΄ (1)

1. «Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν». Πολλοὺς μὲν μακαρίους καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρας ὁ καθ᾿ ἡμᾶς καθυπέδειξε βίος, προπάτορας, προφήτας, ἀποστόλους καὶ καθεξῆς, διαφερόντως δὲ μακάριος ἀνὴρ ἐκεῖνος ἐστι καὶ λέγεται, ὁ ὑπερφυῶς ἐκ τῆς Παρθένου τεχθεὶς ἄνευ πατρός, ὅτι τέλειος ὑπάρχων Θεὸς καὶ κατ᾿ οὐσίαν ἴσος τοῦ Πατρὸς γέγονε καὶ τέλειος ἀνὴρ πατρικῇ εὐδοκίᾳ καὶ συνεργίᾳ Πνεύματος ἁγίου, μὴ σαρκώσας τὴν θεότητα ἀλλὰ θεώσας ἣν προσελάβετο ἀνθρωπότητα· ὃς οὐ μόνον ὅτι «οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν», ἀλλὰ καὶ ῥιζηδὸν ἐκτίλας τὴν ἀσέβειαν τὴν εὐσέβειαν κατεφύτευσε· τί γὰρ ἀσεβέστερον γένοιτ᾿ ἂν τοῦ ἀγνοεῖν τὸν δημιουργὸν καὶ λατρεύειν τὴν κτίσιν παρὰ τὸν κτίσαντα; 2. «Ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη», ὅτι οὐ μόνον ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, ἀλλὰ καὶ ἦρε τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. «Ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισε» τὴν τῶν λυμεώνων, ἀλλ᾿ ἐπὶ πέτραν πολλάκις καὶ ἐπ᾿ ἐρημίας διδάσκων τοὺς ὄχλους καὶ κηρύττων τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν· πολλοὶ γὰρ λοιμοὶ καὶ ἀγέρωχοι ἐκάθισαν ἐν ἀγλαῶν ἕδραις καὶ ὀχήμασι χρυσοκολλήτοις, τὸν κόσμον δὲ ὠφέλησαν οὐδέν, Χριστὸς δὲ ὁ ἐπὶ πέτρᾳ καὶ ἐπὶ πώλῳ εὐτελεῖ καθεσθεὶς σέσωκε κόσμον. «Καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν, ἀλλ᾿ ἢ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου» Πατρὸς «τὸ θέλημα» ποιῶν «καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός», ὅτι· Οὐκ ἦλθον, φησίν, ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός, οὐδ᾿ ὅτι· Ἵνα καταλύσω τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας, ἀλλ᾿ ἵνα πληρώσω. 3. Ναὶ μὴν ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄνθρωπος ὁ τὸν νοῦν ἀποστήσας λογισμῶν νηκερδέων, μελετῶν δὲ ἐν νόμῳ Κυρίου «ἡμέρας καὶ νυκτὸς» ἐμφέρειαν φέρει ξύλου παμφόρου «πεφυτευμένου παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων», ὡρίμους καὶ δρυπετεῖς καρποὺς ἀρετῶν εὐκαίρως τελεσφοροῦντος, καὶ τὸ φύλλον τῆς πνευματικῆς αὐτῶν ἐργασίας ἀπορρυήσει οὐδέποτε, ἀλλὰ κατ᾿ ἐμφέρειαν τοῦ φοίνικος ἀείφυλλον μένει σὺν τῷ καρπῷ, «καὶ πάντα ὅσα ἂν ποιῇ» ἔργα ἱερὰ «κατευοδωθήσεται». 4. «Οὐχ οὕτως» δὲ «οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως» (οὐ συγχωρεῖ γὰρ αὐτοῖς ἡ ἀσέβεια ὁμοιωθῆναι ξύλῳ πεφυτευμένῳ παρ᾿ ὕδασιν), «ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς» ἐξηραμένος εἰκάζονται, «ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ῥᾷον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς». 5. «Διὰ τοῦτο», δηλαδὴ τὸ τῆς ἀσεβείας κακόν, «οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει», ἤτοι ἐν διακρίσει, τοῦ ἀποστῆναι τῆς ἀσεβείας, ἐν δὲ τῇ κοινῇ κρίσει πάντες ἀναστήσονται εὐσεβεῖς τε καὶ ἀσεβεῖς, ἵνα λήψωνται κατὰ τὰς πράξεις αὐτῶν ἕκαστος. «Οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων»· βουλὴ γὰρ ἁμαρτωλῶν βέβηλος καὶ σαθρά, βουλὴ δὲ δικαίων ἄμωμος καὶ ἀκράδαντος· διὸ ἀσύμφωνος βουλὴ δικαίων ἁμαρτωλοῖς· 6«ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων», καθαρὰν καὶ ἀβέβηλον, «καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται», ἤτοι αἱ πράξεις αὐτῶν σὺν αὐτοῖς ἀπολοῦνται».]  

Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λό...