Κυριακή 25 Μαΐου 2025

Πίστη

Η πίστη στον Θεό είναι ένα λουλούδι που ανοίγει τα πέταλά του στο φως.

[Δεν είναι μια απόφαση ούτε η ορθή διατύπωση μιας γνώσης που τάχα κάποιος έχει αποκτήσει.

Το να πιστεύει κανείς στον Θεό δεν σημαίνει να το ομολογεί και να το εκφράζει σαν να πρόκειται για μια προσωπική επιλογή κατόπιν σκέψης και επεξεργασίας.

Δεν είναι η απόφαση να τηρήσει κάποιον νόμο ή κάποιες εντολές.]

Είναι το να αφήνεις την καρδιά σου να γέρνει προς τον Θεό με δίψα, όπως ένα λουλούδι που τείνει προς τον ήλιο, χωρίς να αισθάνεσαι την ανάγκη να αποδείξεις — ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό σου — πόσο σωστό ή λογικό είναι αυτό που κάνεις. 

Είναι, καθώς πορεύεσαι σαν το διαβάτη στην έρημο, χωρίς καμία εγγύηση και προστασία, χωρίς ασφαλή πεποίθηση, να τολμάς να κραυγάζεις όπως ο Δαυίδ:

«ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ.»

Πίστη είναι το «ἰδοὺ ἐγώ» στο αντάμωμα από το πουθενά. 

Πίστη είναι η γυναίκα σου που την επιθυμείς με την ψυχή και το σώμα σου και σου χαρίζεται. 

Πίστη είναι το νερό της ζωής που σε ξεδιψά και το πίνεις με την ψυχή σου. 

Πίστη είναι να ανοίγει μέσα σου ένα στόμα που γεύεται με πόθο τη ζωή και αυτό το στόμα να είσαι εσύ και εσύ να μην είσαι τίποτα άλλο από αυτό το στόμα. 

Πίστη δεν είναι να πεις εγώ σήμερα αποφάσισα να ζήσω ορθά ή να ζήσω αλλιώς. 

Δεν είναι να έχεις ένα εγώ που αποφασίζει πώς θα ζήσει. 

Είναι να χάνεις το εγώ σου και να βρίσκεις το νόημά σου ζώντας και συζώντας με ευγνωμοσύνη. 

Είναι να ανακαλύπτεις κάθε μέρα τα ίδια πράγματα ως καινούργια. 

Αλλά περισσότερο ακόμα για την πίστη... μπορούμε να διαβάζουμε τα απαράμιλλα λόγια του Απόστολου Παύλου:

διότι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον αὐτοῦ· διὰ γὰρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας (Ρωμ. 3,20)

λογιζόμεθα γὰρ δικαιοῦσθαι πίστει ἄνθρωπον, χωρὶς ἔργων νόμου (Ρωμ. 3,28)

εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ, καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου· διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ (Γαλ. 2,16)

τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ᾽ ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως; (Γαλ. 3,2)

τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον· οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται (Ἐφ. 2,8–9)

οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ἃ ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸ αὐτοῦ ἔλεος ἔσωσεν ἡμᾶς, διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου (Τίτ. 3,5)


Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Απόσπασμα από το δοκίμιο «Σημειώσεις πάνω στη Λειτουργία» – της Κριστίνα Κάμπο

Η λειτουργία –όπως και η ποίηση– είναι ένα λαμπρό δώρο, μια λεπταίσθητη σπατάλη, πιο αναγκαία και από το χρήσιμο. Διέπεται από αρμονικές μορφές και ρυθμούς, που εμπνέονται από τη δημιουργία και την υπερβαίνουν μέσα στην έκσταση. Στην πραγματικότητα, η ποίηση είχε πάντοτε ως ιδανικό σημείο αναφοράς τη λειτουργία, και φαίνεται αναπόφευκτο πως, καθώς η ποίηση εκπίπτει από όραμα σε χρονικό, υφίσταται εξαιτίας αυτού πλήγμα και η λειτουργία. Το ιερό υπέφερε πάντοτε από την παρακμή του κόσμου.

Η χριστιανική λειτουργία έχει ίσως τη ρίζα της στο πολύτιμο δοχείο νάρδου που η Μαρία η Μαγδαληνή* έχυσε στο κεφάλι και στα πόδια του Λυτρωτή, στο σπίτι του Σίμωνα του Λεπρού, το βράδυ πριν από τον Μυστικό Δείπνο. Φαίνεται πως ο Διδάσκαλος ερωτεύτηκε εκείνη τη μαγευτική σπατάλη. Δεν την αντέταξε μόνο με μεγαλοθυμία στη διεστραμμένη φιλανθρωπία του Ιούδα, που, με τον πολύ χαρακτηριστικό τρόπο του, αξίωνε το αντίτιμό της για τους φτωχούς: «Πάντοτε θα έχετε τους φτωχούς, αλλά δεν θα έχετε πάντοτε εμένα» –φοβερός λόγος, που θέτει τον άνθρωπο σε επιφυλακή ενάντια στον κίνδυνο των ηθικολογικά αξιέπαινων περισπάσεων. Ο Θεός δεν είναι πάντοτε παρών και δεν μένει για πολύ· κι όταν είναι, δεν ανέχεται άλλη σκέψη, άλλη μέριμνα και σπουδή από τον ίδιο τον Εαυτό Του. Μάλιστα, ο Ίδιος επανέλαβε εκείνη τη χειρονομία το επόμενο βράδυ, όταν, περιζωσμένος και γονατιστός, έπλυνε με τα θεϊκά Του χέρια τα πόδια των δώδεκα Αποστόλων, με τον ίδιο τρόπο που η Μαγδαληνή, γλιστρώντας παράμερα ανάμεσα στην κλίνη και τον τοίχο, είχε πλύνει τα δικά Του. Ο Θεός, όπως παρατήρησε ένας στοχαστικός νους, ολόθυμα αντλεί έμπνευση από εκείνους που ο Ίδιος εμπνέει.

Και η ευωδία της νάρδου απλώθηκε σε όλη την οικία. Αυτή της Μαρίας της Μαγδαληνής εκχέει την ευωδία της σε όλη τη χριστιανική λειτουργία, περισσότερο και από εκείνη τη γλυκιά της Σουλαμίτιδας, για την οποία γίνεται πολύς λόγος στις Ώρες της Παναγίας, που είναι όλες διαποτισμένες με αρώματα και άνθη. Με τη νάρδο συγκρίνεται –όχι άδικα– το λιβάνι, που έχει τη δύναμη να διαλύει τον στενάχωρο ανασασμό και ανυψώνεται ενώπιον του Θεού από χέρι Αγγέλου. Το λιβάνι είναι ανέκφραστα μυστηριώδες. Είναι ταυτόχρονα προσευχή και κάτι πιο οξύ και διαπεραστικό από την προσευχή. Συνθέτει το άρωμα του έρωτα με εκείνο της παραίτησης, είναι απόδοση ευχαριστίας και φέρει, όπως η νάρδος, μια γλυκιά υπόμνηση θανάτου. «Αυτή με προετοιμάζει για την ταφή μου», είπε ο Σωτήρας με εκείνη τη φωνή που στο βάθος της κανείς δεν μπορούσε να διεισδύσει. Ούτε η Μαγδαληνή, φυσικά, είχε κατανοήσει. Αλλά όταν, τρεις μέρες αργότερα, ήλθε στον Τάφο με άλλα μύρα, αναζητώντας το σεπτό σώμα, εκείνο δεν βρισκόταν πια εκεί. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε, δεν ήταν το χρήσιμο εκείνο που υπηρέτησε την αληθινή τελετή, αλλά το πλεονάζον· όχι η πράξη, αλλά η ιερή λειτουργία της πράξης. Η αληθινή βαλσάμωση του Σώματος του Κυρίου είχε ήδη συντελεστεί στο προσφερόμενο εκείνο δείπνο, και ήταν ταυτόχρονα η μόνη βασιλική και ιερατική χρίση που Εκείνος έλαβε ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη. Και ακόμη περισσότερο: ήταν η αρχή του ευχαριστηριακού μυστηρίου· γιατί το σώμα που εκείνη έτσι προετοίμαζε ήταν ήδη ο έτοιμος να προσφερθεί «άμωμος, αγιασμένος, αμόλυντος άρτος της θυσίας»· και η ανάγκη της να το αγγίξει, να το διαποτίσει με αρώματα και δάκρυα, να το σκουπίσει με τούφες των μαλλιών της, να ενωθεί μαζί του –ήταν μία προσέλευση στη θεία μετάληψη και κοινωνία. Ανεξάντλητη είναι η χειρονομία της Μαγδαληνής· και πράγματι, ο Χριστός διακήρυξε πως θα τη θυμούνται για πάντα. Αυτό που την καθιστά ανεξάντλητη είναι ακριβώς η δωρεά της: όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν ούτε ένα δράμι από εκείνη τη νάρδο, όπως όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν ούτε έναν κόκκο λιβάνι, καμένο ενώπιον του Θεού με καρδιά διάπυρη. Στον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, στο βυζαντινό τυπικό, ψάλλονται –απευθυνόμενα στον Ιούδα– τα εξής λόγια: «Αν είσαι φίλος των φτωχών και λυπήθηκες για την έκχυση ενός βαλσάμου για την παρηγοριά μιας ψυχής, πώς μπόρεσες να πουλήσεις το Φως αντί χρυσού;»

Η πολυπλοκότητα της χειρονομίας της Μαγδαληνής έγκειται σε κάτι που από λειτουργικό γίνεται μυστηριακό. Μπορεί όμως κανείς να θυμηθεί, πριν ακόμη από τη δική της χειρονομία, εκείνη –την όχι λιγότερο άφατη, έστω κι αν ήταν απλούστερη– των σοφότατων Μάγων· οι οποίοι, ξεκινώντας το ταξίδι τους προς αναζήτηση ενός ενδεούς νηπίου, δεν του πρόσφεραν ούτε γάλα ούτε σπάργανα, αλλά τα σύμβολα του τριπλού Του αξιώματος: του Προφήτη, του Ιερέα και του Βασιλιά. Δείχνοντας έτσι ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός, ακόμη κι όταν παρουσιάζεται σε εμάς τελείως φτωχός, δεν μας απαλλάσσει από τον συμβολικό εορτασμό της δόξας Του, όπως αυτή εικονίζεται μέσα στη λειτουργία. Και ότι αυτή, έστω και μέσα στην αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη τέλεσή της, παραμένει κατεξοχήν πράξη θεωρητική –μιας λεπτότητας και μιας σοβαρότητας που καθιστούν κάθε αυθαίρετη μεταβολή της όχι απλώς επικίνδυνη, αλλά θανάσιμη.

*Σημείωση: υιοθετείται εδώ η δυτική εκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο της Μαρίας της Μαγδαληνής ταυτίζεται με την ανώνυμη γυναίκα που άλειψε τον Χριστό με μύρο στην οικία του Σίμωνα του Λεπρού (βλ. Ματθ. 26,6–13 και Μάρκ. 14,3–9), καθώς και με τη Μαρία της Βηθανίας, την αδελφή του Λαζάρου (βλ. Ιω. 12,1–8).

[Από το βιβλίο της Κριστίνα Κάμπο με τίτλο «Κάτω από ψεύτικο όνομα», Adelphi, 1998]

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Δεν υπάρχει...

Δεν υπάρχει τρυφερότερη αιωνιότητα από τη στιγμή και νοσταλγικότερη θεά από τη θνητή Πηνελόπη.

Και ίσως αυτοί οι στίχοι του Σολωμού από το πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων «Κι’ απ’ όπου χαράζει/Ώς όπου βυθά,/ Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι» ή ο άλλος από το δεύτερο σχεδίασμα του ίδιου ποιήματος «Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! Βαρεί το καλυβάκι» έρχονται να ταιριάξουν με το αλωνάκι και το καλυβάκι της στιγμής μας, που γίνεται μες στη φλόγα της ζωής, όπως τραγουδιέται στον Πόρφυρα από τον ίδιο ποιητή, «απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου».

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Αχ, αν το γνώριζα – της Πατρίτσια Καβάλλι

Αχ, αν το γνώριζα

πως αρκούσε ένα φιλί ν’ ανοίξει τους δρόμους

του σύμπαντος:

αστέρια και πλανήτες να διασταυρώνονται,

μιλώντας, ολόκληροι αστερισμοί

να υφαίνονται.

Κι εγώ, ανάμεσά τους, που κοιτώ·

υφαντικό στημόνι φλογερό,

που κρατώ, και δεν ρωτώ.


*Από την ποιητική συλλογή Vita meravigliosa (Θαυμαστή ζωή)


Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Ο επερχόμενος μεσαίωνας– του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Σέρτζιο Μπετίνι, με τίτλο Η τέχνη στο τέλος του αρχαίου κόσμου, περιγράφει έναν κόσμο που δύσκολα δεν θα αναγνωριζόταν ως παρόμοιος με αυτόν στον οποίο ζούμε:

«Οι πολιτικές λειτουργίες αναλαμβάνονται από τη γραφειοκρατία του κράτους, που αποκτά εντονότερα χαρακτηριστικά και απομονώνεται (προμηνύοντας τις βυζαντινές και μεσαιωνικές αυλές), ενώ οι μάζες αποσύρονται από την πολιτική (σπέρμα της λαϊκής ανωνυμίας του Μεσαίωνα). Ωστόσο, εντός του κράτους σχηματίζονται νέοι κοινωνικοί πυρήνες γύρω από ποικίλες μορφές δραστηριότητας (σπέρμα των μεσαιωνικών συντεχνιών), και τα λατιφούντια, τα οποία έχουν καταστεί αυτάρκη, προοιωνίζουν την οργάνωση ορισμένων μεγάλων μοναστηριών και του ίδιου του φεουδαρχικού κράτους.»

Αν η συγκέντρωση των πολιτικών λειτουργιών στα χέρια μιας κρατικής γραφειοκρατίας, η αποκοπή της από τη λαϊκή βάση και η αυξανόμενη αποχή των μαζών αποτυπώνουν τέλεια τη δική μας ιστορική συνθήκη, αρκεί να επικαιροποιήσουμε τους όρους των επόμενων γραμμών του βιβλίου, για να αναγνωρίσουμε κάτι οικείο. Στα μεγάλα λατιφούντια, που επικαλείται ο Μπετίνι, αντιστοιχούν σήμερα οικονομικές και κοινωνικές ομάδες που δρουν με ολοένα και μεγαλύτερη αυτάρκεια, ακολουθώντας μια λογική εντελώς αποσυνδεδεμένη από τα συμφέροντα της συλλογικότητας· και στους κοινωνικούς πυρήνες, που σχηματίζονται εντός του κράτους, αντιστοιχούν όχι μόνο τα λόμπι που δρουν μέσα στις κρατικές γραφειοκρατίες, αλλά και η ενσωμάτωση στις κυβερνητικές λειτουργίες ολόκληρων επαγγελματικών κατηγοριών, όπως συνέβη τα τελευταία χρόνια με τους γιατρούς.

Το συγκεκριμένο βιβλίο του Μπετίνι δημοσιεύτηκε το 1948. Το 1971 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ρομπέρτο Βάκκα Ο επερχόμενος μεσαίωνας, όπου ο συγγραφέας προέβλεπε μια καταστροφική εξέλιξη των πιο αναπτυγμένων χωρών, οι οποίες δεν θα ήταν πλέον σε θέση να επιλύσουν τα προβλήματα που συνδέονται με την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας, τις μεταφορές, την ύδρευση, τη διαχείριση των απορριμμάτων και την επεξεργασία της πληροφορίας. Αν ο Βάκκα μπορούσε να γράψει ότι οι αναγγελίες επικείμενων καταστροφών ήταν εκείνα τα χρόνια τόσο πολυάριθμες, ώστε να έχουν δημιουργήσει μια πραγματική «καταστροφολογική» λογοτεχνία, σήμερα οι αποκαλυπτικές προβλέψεις, ιδίως εκείνες που σχετίζονται με το κλίμα, έχουν τουλάχιστον διπλασιαστεί.

Ακόμη κι αν οι καταστροφές –όπως εκείνες που σχετίζονται με την πυρηνική ενέργεια– είναι, αν όχι πιθανές, πάντως δυνατές, η υποβάθμιση των συστημάτων, μέσα στα οποία ζούμε, γίνεται αντιληπτή χωρίς να λαμβάνει απαραιτήτως τη μορφή μιας θεαματικής καταστροφής. Η πολιτική, οικονομική και πνευματική αποσύνθεση των ευρωπαϊκών χωρών είναι, για παράδειγμα, καταφανής σήμερα, ακόμη κι αν συνεχίσουν να επιβιώνουν για κάποιο διάστημα.

Πώς να εννοήσουμε, λοιπόν, την έλευση ενός νέου Μεσαίωνα; Με ποιον τρόπο η πολιτική αποχή, που παρατηρούμε γύρω μας, θα μπορέσει να μετασχηματιστεί σε μια «λαϊκή ανωνυμία» ικανή να επινοήσει νέες και ανώνυμες μορφές έκφρασης και ζωής; Και πώς η απομόνωση των κρατικών γραφειοκρατιών και η εξάπλωση αυτάρκων εξουσιών θα μπορέσουν να προκαλέσουν έμμεσα την εμφάνιση φαινομένων ανάλογων με τα μεγάλα μοναστήρια, όπου η έξοδος από την υπάρχουσα κοινωνία παράγει νέες κοινοτικές μορφές;

Είναι βέβαιο ότι αυτό θα μπορέσει να συμβεί μόνο αν ένας αρχικά ισχνός αλλά αυξανόμενος αριθμός ατόμων κατορθώσει να διαβάσει, στα πολιτικά μορφώματα που διαλύονται, τον οιωνό νέων ή παλαιότερων μορφών ζωής.


[Αναρτήθηκε στις 28 Απριλίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: frear.gr/?p=37103] 




Μάης και πάλι

Ανάγλυφη και πληθωρική, η ομορφιά της ζωής αναβλύζει μέσα από το χώμα. Και πάλι, στην άνοιξη βαπτίζομαι, όπως τα νήπια στον Χριστό. Μόνο το ακάθαρτο μπορεί να μεταμορφωθεί. Μόνο από το νερό και το χώμα μπορεί να ξεπηδήσει ζωή.

Και από την καρδιά, που ποθεί με νέα πνοή να ξαναζήσει και ξαναδιαβάζει μέσα της, με πίστη, τις χαρακιές του νόμου. Μόνο το ακάθαρτο μπορεί να μεταμορφωθεί. Μόνο από το νερό και το χώμα μπορεί να ξεπηδήσει ζωή, όπως τα νήπια στον Χριστό. Μόνο από τη ζωή μπορεί να γεννηθεί ζωή.

Δεν είναι η αρετή που νικά το πάθος, ούτε ο νόμος που νικά τον θάνατο, ούτε το καθαρό και το άγιο που υπερισχύει του βρώμικου. Το Πνεύμα είναι εκείνο που αναγεννά και μεταμορφώνει. Που δίνει αξία στο νερό και στο χώμα, στο φθαρτό και εύθραυστο και ακάθαρτο υλικό μας.

Το Πνεύμα και η πίστη που ξεπηδά από τα φυλλοκάρδια και βγαίνει σήμερα ένας κανένας μαζί τους, χέρι χέρι, να περπατήσει στον κόσμο σαν νήπιο και να τον ψηλαφίσει για άλλη μια φορά.


Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες;

Συχνά, όταν τίθεται το ερώτημα γιατί την Ανάσταση του Χριστού είδαν ελάχιστοι και έκτοτε κανείς, δίνεται η απάντηση ότι ο Θεός δεν θέλησε να...