Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Σε ποιον απευθύνεται ο λόγος; – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Σε κάθε εποχή, ποιητές, φιλόσοφοι και προφήτες έχουν θρηνήσει και καταγγείλει χωρίς επιφυλάξεις τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του καιρού τους. Όποιος έτσι θρηνούσε και κατηγορούσε, απευθυνόταν, ωστόσο, σε ομοίους του και μιλούσε στο όνομα κάποιου κοινού ή τουλάχιστον συμμεριζόμενου πράγματος. Υπό αυτή την έννοια, έχει ειπωθεί ότι οι ποιητές και οι φιλόσοφοι μιλούσαν πάντοτε στο όνομα ενός απόντος λαού· απόντος με την έννοια του ελλείποντος, κάποιου του οποίου η έλλειψη γινόταν αισθητή και άρα, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ακόμα παρούσα. Έστω και με αυτόν τον αρνητικό και καθαρά ιδεατό τρόπο, τα λόγια τους εξακολουθούσαν να προϋποθέτουν έναν αποδέκτη.

Σήμερα, ίσως για πρώτη φορά, ποιητές και φιλόσοφοι μιλούν – αν μιλούν – χωρίς να έχουν πια στον νου τους την προσδοκία κανενός αποδέκτη. Η παραδοσιακή αποξένωση του φιλοσόφου από τον κόσμο στον οποίο ζει έχει αλλάξει σημασία· δεν είναι πλέον μόνον απομόνωση ή διωγμός από εχθρικές ή αντίπαλες δυνάμεις. Ο λόγος πρέπει τώρα να αναμετρηθεί με μια απουσία αποδέκτη όχι περιστασιακή, αλλά, τρόπον τινά, συστατική. Γιατί είναι πράγματι χωρίς αποδέκτη, δηλαδή χωρίς προορισμό. Αυτό μπορεί επίσης να διατυπωθεί με τη φράση, όπως ακούγεται από πολλές πλευρές, ότι η ανθρωπότητα – ή τουλάχιστον εκείνο το τμήμα της που είναι πλουσιότερο και ισχυρότερο – έχει φθάσει στο τέλος της ιστορίας της και ότι, επομένως, η ίδια η ιδέα της μετάδοσης και της παράδοσης δεν έχει πια νόημα. Όταν ο Αβερρόης στην Ανδαλουσία του 12ου αιώνα υποστήριζε ότι σκοπός της σκέψης δεν είναι να επικοινωνεί με τους άλλους, αλλά να ενώνεται με τον ενιαίο νου, θεωρούσε δεδομένο ότι το ανθρώπινο είδος είναι αιώνιο. Εμείς είμαστε η πρώτη γενιά, στην πρόσφατη ιστορία, για την οποία αυτή η βεβαιότητα έχει τεθεί εν αμφιβόλω και, μάλιστα, εμφανίζεται πιθανό ότι το ανθρώπινο γένος – τουλάχιστον εκείνο που εννοούσαμε με το συγκεκριμένο όνομα – ενδέχεται να πάψει να υπάρχει.

Κι αν, ωστόσο – όπως κάνω αυτή τη στιγμή –, εξακολουθούμε να γράφουμε, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι μπορεί να είναι ένας λόγος που σε καμία περίπτωση δεν θα τύχει συμμερισμού και δεν θα ακουστεί· και δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτή την έσχατη δοκιμασία της κατάστασής μας ως γραφόντων σε ριζική συνθήκη μη ένταξης.Βεβαίως, ο ποιητής είναι ανέκαθεν μόνος με τη γλώσσα του, αλλά αυτή η γλώσσα ήταν κοινή, πράγμα που τώρα δεν μας φαίνεται πλέον τόσο αυτονόητο. Σε κάθε περίπτωση, το ίδιο το νόημα αυτού που κάνουμε βαίνει μεταμορφούμενο· ίσως να έχει ήδη υποστεί ολοκληρωτική μετάλλαξη. Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε από την αρχή το δικό μας καθήκον και λειτούργημα μέσα στον λόγο – μέσα σε έναν λόγο που δεν έχει πια αποδέκτη, που δεν ξέρει πλέον σε ποιον απευθύνεται. Ο λόγος γίνεται εδώ παρόμοιος με μια επιστολή που έχει επιστραφεί στον αποστολέα, επειδή ο παραλήπτης είναι άγνωστος. Κι εμείς δεν μπορούμε παρά να την κρατήσουμε στα χέρια μας, γιατί ίσως οι ίδιοι να είμαστε ο άγνωστος παραλήπτης της. 

Πριν από μερικά χρόνια, ένα αγγλόφωνο περιοδικό μού είχε ζητήσει να απαντήσω στο ερώτημα «Σε ποιον απευθύνεται η ποίηση». Παραθέτω εδώ το ιταλικό κείμενο, ακόμα αδημοσίευτο:

Σε ποιον απευθύνεται η ποίηση;

Μπορεί κανείς να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα μόνο αν κατανοήσει ότι ο αποδέκτης ενός ποιήματος δεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, αλλά μια επιτακτική αξίωση – αυτή καθεαυτήν η επιταγή του ίδιου του ποιήματος.

Η επιταγή δεν ταυτίζεται με καμία από τις τροπικές κατηγορίες (του αναγκαίου, του ενδεχόμενου, του δυνατού και του αδύνατου), οι οποίες μας είναι οικείες: αυτό που αποτελεί αντικείμενο μιας επιταγής δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε ενδεχόμενο, ούτε δυνατό ούτε αδύνατο.

Θα μπορούσε μάλλον να ειπωθεί ότι ένα πράγμα επιτάσσει κάποιο άλλο, όταν, εφόσον υπάρχει το πρώτο, θα υπάρξει και το δεύτερο, χωρίς το πρώτο να το συνεπάγεται λογικά ούτε να το υποχρεώνει να υπάρχει στο επίπεδο των γεγονότων. Η επιταγή βρίσκεται, απλώς, πέρα από κάθε αναγκαιότητα και κάθε δυνατότητα. Όπως μια υπόσχεση που μπορεί να εκπληρωθεί μόνο από εκείνον που τη λαμβάνει.

Ο Μπένγιαμιν έγραψε ότι η ζωή του πρίγκιπα Μίσκιν επιτάσσει να μείνει αξέχαστη, ακόμα κι αν όλοι την έχουν λησμονήσει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ένα ποίημα επιτάσσει να διαβαστεί, ακόμα κι αν κανείς δεν το διαβάζει.

Αυτό μπορεί επίσης να ειπωθεί ως εξής: στο βαθμό που το ποίημα επιτάσσει να διαβαστεί, παραμένει μη αναγνώσιμο, γιατί δεν υπάρχει κυριολεκτικά κανένας αναγνώστης της ποίησης. 

Αυτό ίσως είχε κατά νου ο Θέσαρ Βαγιέχο (César Vallejo), όταν, για να προσδιορίσει την τελική πρόθεση και σχεδόν την αφιέρωση όλης της ποίησής του, δεν έβρισκε άλλες λέξεις πέρα από το "por el analfabeto a quien escribo". Ας σταθούμε στη φαινομενικά πλεοναστική διατύπωση: «για τον αναλφάβητο στον οποίο γράφω». Το "por" δεν έχει εδώ τόσο τη σημασία του «σε» όσο του «αντ’ αυτού», «στη θέση αυτού», όπως έλεγε και ο Πρίμο Λέβι ότι μαρτυρούσε για εκείνους – δηλαδή «εκ μέρους εκείνων» – που στο λεξιλόγιο του Άουσβιτς ονομάζονταν «μουσουλμάνοι», δηλαδή για εκείνους που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να καταθέσουν. Ο αληθινός αποδέκτης της ποίησης είναι αυτός που δεν είναι σε θέση να τη διαβάσει (σημ. μεταφρ.: δηλαδή οι πάντες και κανένας). Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι το βιβλίο, που προορίζεται για εκείνον που δεν μπορεί να το διαβάσει – τον αναλφάβητο – έχει γραφτεί με ένα χέρι που, κατά κάποιον τρόπο, δεν ξέρει να γράφει, με ένα αναλφάβητο χέρι. Η ποίηση επιστρέφει κάθε γραφή στο μη αναγνώσιμο από το οποίο προέρχεται και προς το οποίο συνεχίζει να ταξιδεύει. 

[Αναρτήθηκε στις 23/08/2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Εκουσίως, λοιπόν, και συνειδητά;

Αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως; Στην παράδοσή μας, στην πολιτική και κοινωνική μας ζωή, η έννοια της θέλησης, της βούλησης, της προαίρεσης κυριαρχεί. Με βάση αυτή κρινόμαστε· πάνω σ’ αυτή στήνονται τα δικαστήρια και αιτιολογούνται οι καταδικαστικές αποφάσεις. Πάνω σ’ αυτή θεμελιώνονται οι κάθε είδους παράδεισοί μας και οι κολάσεις μας.

Όλες τις πράξεις τείνουμε να τις σταθμίζουμε και να τις μετράμε με το ζύγι και το μέτρο του θεμιτού· κρίνουμε την κάθε πράξη βάσει του κατά πόσον πραγματικά τη θελήσαμε. Κι όμως, η ζωή και οι καθημερινές μας χειρονομίες άλλα μας δείχνουν, άλλα μας διδάσκουν – και άθελά τους διαψεύδουν την εμμονική πίστη μας στη σαφή θέλησή μας. Πώς είναι δυνατόν να μας κατατρύχει το κατά Παύλον άλλα θέλω και άλλα κάνω; Πώς είναι δυνατόν να λέμε ότι δεν κάνουμε αυτά που θέλουμε και θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να κάνουμε;

Τι είναι, τελικά, αυτή η θέληση, η ανθρώπινη βούληση και λογική προαίρεση, στην οποία στήνουμε τον πιο ιερό βωμό μας και το πιο αυστηρό δικαστήριό μας; Και γιατί θέλουμε αυτά που θέλουμε και πράττουμε αυτά που πράττουμε ή, ακόμα χειρότερα, γιατί να θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να θέλουμε και να πράττουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να πράττουμε; Τι παραλογισμός έχει στηθεί γύρω από την έννοια της βούλησης;

Όλη η ζωή είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που ξετυλίγεται λέξη τη λέξη, σελίδα τη σελίδα, χειρονομία τη χειρονομία — χωρίς σαφές νόημα και σκοπό, με έκπληξη και απορία. Ένα μυθιστόρημα που, όσο ζούμε, εξακολουθούμε να θέλουμε να το διαβάζουμε με όρεξη. Σε αυτό ακόμη και οι εγκληματίες είναι νήπια που αγνοούν τι κάνουν, γιατί το κάνουν και τι θέλουν να πουν με αυτό που κάνουν. Μέσα σε αυτό όλοι οι χαρακτήρες και οι επαναλαμβανόμενες πράξεις τους – ανερμήνευτες και ενίοτε φριχτές – είμαστε εμείς. Αλλά εξακολουθούμε να γυρνάμε τη σελίδα για να δούμε τι θα γίνει παρακάτω και προς τι όλα αυτά. Μέσα σε αυτό είμαστε όλοι αναλφάβητοι και παράξενα, απροσδιόριστα, και ανεπίγνωστα όμορφοι.


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Με τέρψη και αγωνία

«ἐν γὰρ αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν.» (Πράξεις Αποστόλων, 17:28)  

Με τέρψη και αγωνία, σαν τον κολυμβητή που κρατά το κεφάλι του πάνω απ’ το νερό· και όχι με καύχηση για εκείνο το λιμάνι απ' όπου ξεκινήσαμε ή στο οποίο προοριζόμαστε, καθώς λέμε, να καταλήξουμε. 


Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Ὅ,τι ἀπομένει ἀπ’ ἐμένα

(ἀφιερωμένο σ’ ἐσένα, στοὺς γνωστούς καὶ ἀγνώστους γείτονες, στὶς ἴδιες στράτες, στὰ ἴδια κτήρια, κάτω ἀπὸ τὰ ἴδια παράθυρα, καὶ προπαντός στὶς γλάστρες, στὰ πουλιά καὶ τὶς γάτες τῆς συνοικίας)

Ὅ,τι ἀπομένει ἀπ’ ἐμένα

εἶναι ὅ,τι σιγὰ-σιγὰ ὡρίμασε

καὶ αἴφνης συνειδητοποιῶ

ὅτι ποτὲ δὲν ἤμουν ἐγώ,

ἀλλὰ κάποιος ἄλλος,

πάντοτε γνώριμος καὶ παραγνωρισμένος,

μὲ ἄσπρα μαλλιά. 


Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Ἀκούω ἐνίοτε...

Ἀκούω ἐνίοτε μέσα μου τὴ φράση «κλεῖσε τὴν πόρτα πίσω σου, ὅσο μπορεῖς πιὸ ἀθόρυβα· ἢ φύγε, ἁπλῶς φύγε...»· καὶ σκέφτομαι πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ δυσκολότερος καὶ ὡραιότερος θάνατος· ἕνα νόημα ζωῆς πλρες, ποὺ ἴσως οὔτε οἱ ποιητές, οὔτε οἱ φιλόσοφοι, οὔτε οἱ ἱεροκήρυκες τολμοῦν νὰ γευθοῦν πραγματικά.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Μάγειρες, ηθοποιοί και καπετάνιοι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μια φράση του Κίρκεγκωρ περιγράφει τέλεια την ιστορική μας κατάσταση: «Προσέξτε: το πλοίο βρίσκεται πλέον στα χέρια του μάγειρα του πληρώματος και τα λόγια που μεταδίδει το μεγάφωνο του καπετάνιου δεν αφορούν πια τη ρότα, αλλά το τι θα φάμε αύριο». Κάποτε, το πλοίο δεν το οδηγεί ο μάγειρας, αλλά ένας ηθοποιός, που, αντί για τη ρότα, μας μιλά για την παράσταση που παίζει. Σε κάθε περίπτωση, το πλοίο δεν μπορεί παρά να ναυαγήσει.

[Αναρτήθηκε στις 3/11/2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Νοέμβριος – τοῦ Τζοβάνι Πάσκολι

Κρυστάλλινος ὁ ἀέρας, ὁ ἥλιος τόσο φωτεινός

ποὺ τὶς βερικοκιὲς γυρεύεις ἀνθισμένες,

καὶ τῆς προυνιᾶς τὴ λεπτόπικρη εὐωδιά

τὴ νιώθεις στὴν καρδιά…


Μὰ ἡ προυνιὰ εἶναι ξερή, καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιά,

μὲ μαῦρες κλωστές, ὑφαίνουν τὴν αἰθρία,

κι ἄδειος ὁ οὐρανός, καὶ κούφια, κάτω ἀπ’ τὸ πόδι τὸ ἠχηρό,

φαντάζει ἡ γῆ.


Σιωπὴ τριγύρω· μόνο, μὲς στὶς ριπὲς τοῦ ἀνέμου,

ἀκοῦς μακριά, ἀπὸ κήπους καὶ περιβόλια,

τὴν ἀχνὴ πτώση τῶν φύλλων· εἶναι τὸ καλοκαίρι,

τὸ ψυχρό, τῶν πεθαμένων.


Έτσι θα κρατήσει η ζωή;

Έτσι θα κρατήσει η ζωή;        

Με λέξεις που υπόσχονται την αλήθεια και καταλήγουν ψέματα;         

Με τους άλλους ανθρώπους να επιβεβαιώνουν τη μοναξιά;         

Με τους αγίους και τους αγγέλους, να στέκουν παγωμένοι και νεκροί, 

σε παραστάσεις και ανάγλυφα, 

σε εκκλησίες του Θεού χωρίς Θεό;

Έτσι θα κρατήσει η ζωή, έως το τέλος;

Απόσπασμα ποιήματος του Μάριο Λούτσι για το φθινόπωρο

Γεμάτοι φθινόπωρο οἱ ποταμοί

ἀπ’ τὰ βουνὰ συρρέουν χρυσωμένοι,

πρὸς τὴ θάλασσα παίρνουν

τὸν ξέπνοο ἦχο τῶν χωριῶν.

Στὶς γαλήνιες πόρτες

γυναῖκες, παραδομένες στὶς ἐποχές, κάθονται

καὶ ράβοντας ἐπαναλαμβάνουν

στὸν ἄνεμο τὰ ὡραῖα, σκορπισμένα ὀνόματα. 

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...