Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Φλόγα, κυρίως φλόγα...

Φλόγα, κυρίως φλόγα είναι αυτό που είμαστε και τίποτα άλλο δεν υπάρχει πίσω από αυτό που ονομάζουμε εαυτό. 

Τι αστείο, τι εμμονικό αστείο σκαρώνεις αφιερώνοντας τη ζωή σου για να ζήσεις πολλά χρόνια, για να αποκτήσεις πολλά πράγματα - πλούτο, για να γεμίσεις το μυαλό σου με γνώσεις και εμπειρίες. 

Στάσου για λίγο, δες, πνεύμα η φωνή, πνεύμα η πνοή, πνεύμα το κορμί, τα πάντα πνεύμα· απαρασάλευτα όμορφο – θρόνος του Παλαιού των Ημερών – το αντάμωμα και το αγνάντεμα του κόσμου στις χειμαρρώδεις και φευγαλέες στιγμές σου. 

Το λίγο που ξέρεις, το λειψό που είσαι, μοίρασε το με τη φλόγα της ψυχής, είναι αυτό που μπορεί να πολλαπλασιαστεί άφατα, να πληθύνει και να περισσέψει. Αυτό το λίγο, το λειψό έχει την απαράμιλλη αξία.

Πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να δώσει πνοή, να μεταδώσει ζωή και όχι αυτός που γνωρίζει και κατέχει πολλά.  Είναι αυτός που αναγεννά με έναν δύσκολο, επίμονο και χαρμόσυνο τοκετό την ίδια του τη ζωή. Αυτή τη ζωή. 

Να μη ζεις με κανέναν διχασμό ανάμεσα στο πρέπει και το θέλω. Ανάμεσα στο ζώο και τον Θεό. Θέλε με όλη σου την ψυχή και λέγε και πράττε αυτό που σου πρέπει. Πλάτυνε το στήθος σου... 

Η Κριστίνα Κάμπο έγραψε ένα ποίημα (το πρώτο της ποίημα), με τίτλο Θα πεθάνουμε μακρισμένοι, για ένα ζευγάρι νέων που τα σώματά τους φυλάσσονταν σε μια γυάλινη προθήκη στην  Αιγυπτιακή Αίθουσα των Μουσείων του Βατικανού. Πάνω στην προθήκη αναγραφόταν ότι δεν τους ένωνε κανένας δεσμός συγγένειας. Κοντολογίς δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει κανένας άλλος μάρτυρας για το ενδεχόμενο γεγονός -απαρατήρητο στα μάτια των επιστημόνων- της συνάντησής τους. 

Φλόγα, κυρίως φλόγα είναι αυτό που είμαστε. 


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Θεός, Ζωή και Νόμος

Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για τον νόμο – έναν νόμο έξωθεν επιβεβλημένο. Για τον νόμο δηλαδή που κατά τον Απόστολο Παύλο παράγει και πολλαπλασιάζει τον θάνατο ως κατάρα και την αμαρτία ως κατάρα. Τον νόμο με τον οποίο αναμετρούμενος ο ίδιος αποδεικνύεται πάντοτε μειονεκτικός και άξιος καταδίκης: θυμηθείτε τον φαύλο κύκλο των εξομολογήσεων ενώπιον των πνευματικών (και όχι μόνο) με την υπόρρητη ανάγκη της αυτοδικαίωσης μέσω της αυτοκαταδίκης, θυμηθείτε τον φαύλο, ατέρμονο κύκλο αυτοδικαίωσης-αυτοκαταδίκης της περιδεούς συνείδησης ενώπιον του νόμου. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για έναν τέτοιο τρόπο γνώσης του εαυτού, για έναν τέτοιο τρόπο γνώσης του καλού και του κακού. 

Είναι αντίθετα φτιαγμένος για να αφουγκράζεται -ίσως μεσόστρατα- την καρδιά του, για να βιώνει τον θάνατο και το οντολογικό κακό (κάθε έλλειψη, στέρηση και πόνο) στην ίδια του τη σάρκα (όχι ως αποτυχία συμμόρφωσης σε κάποιο νομικό κανόνα) αλλά ως διακαή υπόμνηση και έναυσμα της δίψας του για τον Θεό, της δίψας για αναμέτρηση μαζί Του πρόσωπο προς Πρόσωπο, της δίψας του για πληρότητα Ζωής. Είναι φτιαγμένος για να βιώνει το δικό του θάνατο και τη δική του -είθε-ανάσταση ενώπιον του Θεού με τον πιο απόλυτο και τον πιο πραγματικό τρόπο. 

Είναι πλασμένος για να γίνει ο ίδιος Βίβλος Ζωής. 


Το καλό και το κακό – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Η αρχαία διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία το κακό δεν είναι παρά η έλλειψη του καλού και, επομένως, αυτό καθεαυτό δεν υφίσταται, πρέπει να διορθωθεί και να ενσωματωθεί στην έννοια ότι το κακό δεν είναι τόσο η έλλειψη όσο η διαστροφή του καλού  (με τον όρο, που ο Ιβάν Ίλιτς διατύπωσε εν είδει κωδικέλλου, corruptio optimi pessima, «η διαφθορά του άριστου είναι η χειρότερη»). Με αυτόν τον τρόπο, η οντολογική σύνδεση με το καλό παραμένει, αλλά απομένει σε εμάς να σκεφτούμε πώς και με ποια έννοια μπορεί το καλό να διαστραφεί και να διαφθαρεί. Αν το κακό είναι ένα διεστραμμένο καλό, αν σε αυτό αναγνωρίζουμε ακόμη μια αλλοιωμένη και διαστρεβλωμένη μορφή του καλού, πώς μπορούμε να το πολεμήσουμε όταν το βρίσκουμε μπροστά μας σήμερα σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής;

Η διαφθορά του καλού ήταν γνώριμη στη κλασική σκέψη μέσω της πολιτικής διδασκαλίας, σύμφωνα με την οποία κάθε μία από τις τρεις ορθές μορφές διακυβέρνησης –η μοναρχία, η αριστοκρατία και η δημοκρατία (η διακυβέρνηση από έναν, από λίγους ή από πολλούς)– εκφυλιζόταν αναπόφευκτα σε τυραννία, ολιγαρχία και οχλοκρατία. Ο Αριστοτέλης (που θεωρεί την ίδια τη δημοκρατία ως εκφυλισμό της διακυβέρνησης των πολλών) χρησιμοποιεί τον όρο παρέκβασις, δηλαδή παρέκκλιση (από το παραβαίνω, μετακινούμαι στο πλάι, παρα-). Αν αναρωτηθούμε προς τα πού έχουν παρεκκλίνει αυτές οι μορφές, ανακαλύπτουμε ότι, τρόπον τινά, έχουν παρεκκλίνει προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Οι διεφθαρμένες μορφές συνταγματικής διακυβέρνησης μοιάζουν πράγματι με τις υγιείς, αλλά το καλό που ήταν όντως παρόν σε αυτές (το κοινό συμφέρον, το κοινόν), έχει στραφεί τώρα στο ατομικό και το ιδιωτικό (ίδιον). Το κακό, δηλαδή, είναι μια συγκεκριμένη χρήση του καλού, και η δυνατότητα αυτής της διεστραμμένης χρήσης είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το καλό, που με αυτόν τον τρόπο βγαίνει έξω από τον εαυτό του, μετακινείται, τρόπον τινά, παράμερα από τον ίδιο τον εαυτό του. 

Με μια παρόμοια οπτική πρέπει να διαβάσουμε το θεώρημα corruptio optimi pessima, που ορίζει τη νεωτερικότητα. Η πράξη του Σαμαρείτη, που συνδράμει άμεσα τον πάσχοντα πλησίον, βγαίνει έξω από τον εαυτό της και μετατρέπεται σε οργάνωση νοσοκομείων και υπηρεσίες περίθαλψης, που, μολονότι στοχεύουν σε αυτό που θεωρείται ότι είναι καλό, καταλήγουν τελικά να μεταστρέφονται σε κάτι κακό. Το κακό που έχουμε ενώπιόν μας προκύπτει, δηλαδή, από την προσπάθεια να αναχθεί το καλό σε ένα αντικειμενικό κοινωνικό σύστημα. Η φιλοξενία, που ο καθένας μπορεί και οφείλει να προσφέρει στον πλησίον του, μεταλλάσσεται έτσι στη νοσοκομειοποίηση που διαχειρίζεται η κρατική γραφειοκρατία.

Το κακό είναι, δηλαδή, ένα είδος παρωδίας (και εδώ υπάρχει ένα παρα, μια εκτροπή στο πλάι) του καλού, μια υπερτροφική αντικειμενοποίηση που το απομακρύνει για πάντα από εμάς. Και δεν είναι ακριβώς μία τέτοια θανατηφόρα παρωδία που οι κάθε είδους προοδευτισμοί μάς επιβάλλουν παντού σήμερα ως τη μόνη δυνατή μορφή συνύπαρξης μεταξύ των ανθρώπων; Το «κράτος διοικητικής διακυβέρνησης» και το «κράτος ασφάλειας», όπως τα ονομάζουν οι πολιτικοί επιστήμονες, ισχυρίζονται ότι διευθύνουν και διαχειρίζονται το καλό, αφαιρώντας το από τα χέρια μας και αντικειμενοποιώντας το σε κάποια ξεχωριστή σφαίρα. Και η λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι άραγε μια μετατόπιση του «αγαθού της διάνοιας» έξω από εμάς, σαν να μπορούσε, με ένα είδος υπερβολικού αβερροϊσμού, η σκέψη να υπάρχει χωρίς σχέση με κάποιο σκεπτόμενο υποκείμενο;

Απέναντι σε αυτές τις διαστροφές, χρειάζεται κάθε φορά να αναγνωρίζουμε το μικρό καλό που έχει υφαρπαγεί από τα χέρια μας για να το απελευθερώνουμε από τη φονική μηχανή στην οποία αιχμαλωτίζεται «για το καλό».


*Αναρτήθηκε την 21η Ιανουαρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). 


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Συγκυρία και επανάσταση – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Είναι γεγονός που δεν θα έπρεπε να πάψουμε να αναλογιζόμαστε ότι η επανάσταση (rivoluzione), ένας από τους όρους-κλειδιά του πολιτικού μας λεξιλογίου, έχει αντληθεί από την αστρονομία και εκφράζει την κίνηση ενός πλανήτη που διατρέχει την τροχιά του. Αλλά και ένας άλλος όρος, ο οποίος έχει πάρει πλέον τη θέση της επανάστασης, μέσα στη γενική τάση, που χαρακτηρίζει την εποχή μας, να αντικαθίστανται οι πολιτικές κατηγορίες από οικονομικές,  προέρχεται από το λεξιλόγιο της αστρονομίας. Εννοούμε τον όρο συγκυρία (congiuntura), που o Ντάβιντε Στιμίλλι έχει επισημάνει σε μια υποδειγματική μελέτη του.

Αυτός ο όρος, που δηλώνει «τη φάση του οικονομικού κύκλου που η οικονομική δραστηριότητα διανύει σε μια συγκεκριμένη βραχεία περίοδο», είναι στην πραγματικότητα μια τροποποίηση του όρου σύνοδος (congiunzione), που σημαίνει τη σύμπτωση της θέσης διαφορετικών άστρων σε μια καθορισμένη στιγμή.

Ο Στιμίλλι μνημονεύει το χωρίο από το δοκίμιο του Βάρμπουργκ με τίτλο Αρχαία Παγανιστική Μαντεία σε κείμενα και εικόνες της εποχής του Λούθηρου, όπου οι όροι congiunzione και rivoluzione συμπαρατίθενται και συσχετίζονται: «Μόνο εντός εκτεταμένων χρονικών διαστημάτων περιφοράς, που ονομάζονται rivoluzioni (συνδηλούνται ωστόσο με τη λέξη αυτή και οι επαναστάσεις), ήταν δυνατό να αναμένονται τέτοιες congiunzioni (σύνοδοι). Σε ένα σύστημα σχεδιασμένο με προσοχή και λεπτομέρεια, οι σύνοδοι διακρίνονταν σε μεγάλες και μέγιστες· αυτές οι τελευταίες ήταν οι πιο επικίνδυνες, λόγω της συνάντησης των ανώτερων πλανητών, του Κρόνου, του Δία και του Άρη. Όσο περισσότερες συγκλίσεις πλανητών συνέπιπταν σε μία σύνοδο, τόσο πιο τρομακτικό φαινόταν το γεγονός, αν και ο πλανήτης με πιο ευνοϊκό χαρακτήρα μπορούσε να επηρεάσει τον χειρότερο». Και είναι σημαντικό ότι ένας επαναστάτης σαν τον Ωγκύστ Μπλανκί, απογοητευμένος από τις προσδοκίες του, μπόρεσε να συλλάβει στο τέλος της ζωής του την ιστορία των ανθρώπων ως κάτι που, όπως η κίνηση των άστρων, επαναλαμβάνεται αέναα και αναπαράγει αιώνια τις ίδιες παραστάσεις.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας είναι ένα τέτοιο ακριβώς φαινόμενο, όπου μια οικονομική συγκυρία, από τη φύση της τυχαία και αυθαίρετη, προσπαθεί να επιβάλει την τρομακτική κυριαρχία της σε ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Θα ήταν καλό, λοιπόν, να αφήσουμε να εκπέσει και να διαρραγεί χωρίς επιφυλάξεις η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και τα άστρα και να κόψουμε σε κάθε τομέα τον δεσμό που επίμονα συσφίγγεται μεταξύ του αστρονομικού πεπρωμένου και της επανάστασης, της ανάγκης και της οικονομικής συγκυρίας, των επιστημών της φύσης και της πολιτικής. Η πολιτική δεν είναι γραμμένη στις ουράνιες σφαίρες ούτε στους νόμους της οικονομίας: βρίσκεται στα αδύναμα χέρια μας και στη διαύγεια με την οποία διαψεύδουμε κάθε αξίωση να τα εγκλωβίσουμε μέσα σε συγκυρίες και επαναστάσεις.

*Αναρτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Τέσσερα


1. Ο Λόγος

Η αξία του λόγου δεν έγκειται στη λειτουργία της γλώσσας και της επικοινωνίας, αλλά στη φανέρωση του τρόπου της ύπαρξής μας, στο γεγονός ότι ο λόγος είναι φως και σαρκωμένη ύπαρξη και έμπρακτη αλήθεια ζωής. Λόγος είναι αυτό το «είπε και εγένετο»...που δημιουργεί και ταυτόχρονα φανερώνει τα πράγματα. Κοντολογίς αυτό το συγκλονιστικό και υπέρλαμπρο που είναι ο λόγος διαφέρει από ό,τι γνωρίζουμε ως επικοινωνιακή γλώσσα και  γραμματική, όπως το αναστημένο σώμα του Χριστού διαφέρει από ένα βιολογικό ή εκ νέου εμφυχωμένο σώμα. Διαφέρει τόσο όσο το νόημα από τις σημασίες των λέξεων. Μου αρκεί νομίζεις να μου λες καρέκλα και τραπέζι και να καταλαβαίνω καρέκλα και τραπέζι;

Φιλάνθρωπο το ατύχημα της Βαβέλ…που όλοι άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες και να μην κατανοούνται μεταξύ τους. Δεν κατανοούσαν ότι το μυστρί ήταν μυστρί και το τούβλο τούβλο. Και άφησαν τη δουλειά τους στη μέση. Και ημιτελής ο πύργος και χάσματα αναμεταξύ τους...και άκουγαν έκπληκτοι ο ένας του άλλου τη φωνή ένθεν και ένθεν…

Αλλά αλήθεια πες μου σε τι μας βοήθησε η κατανόηση των λέξεων, το να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη;

Φιλάνθρωπο, ναι, φιλάνθρωπο το χάος της Βαβέλ... άραγε θα επαναληφθεί κάτι παρόμοιο και σήμερα που μιλάμε όλοι ολοένα και περισσότερο την ίδια γλώσσα;

Ίσως είναι καιρός να ακούσουμε εκείνους που έχουν ξεχάσει ή αδυνατούν να μιλήσουν σωστά ή να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι λέει η γάτα όταν νιαουρίζει και το πουλάκι όταν κελαηδά.

 

«Κι εμείς είχαμε δουλειές», έλεγε, μια επιγραφή στο νεκροταφείο του Σχιστού, «αλλά τις αφήσαμε στη μέση». Ίσως είναι καιρός να αρχίσουμε να συμφιλιωνόμαστε με την ανάγκη να αφήνουμε της δουλειές μας και τις δουλείες μας στη μέση.

 

Κλείσε το φως αλλά μίλα μου. Τα λόγια χάνω. Τα λόγια σου χάνω. Αλλά σε ακούω. Σε νιώθω. Φως μου. 

 

2. Στιγμές καθημερινές

«Φως του νου η καθημερινότητα» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Η κάθε στιγμή είναι η ύστατη και η πρώτη. Ίσως η φράση του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου αναφορικά με την παρθενία της Παναγίας, τον τοκετό της και τον θάνατο του Χριστού «τρία μυστήρια κραυγής άτινα εν ησυχία επράχθη» να ισχύει για το απαρατήρητο θαύμα των καθημερινών στιγμών μας. Τώρα ναι μπορεί να γίνει η αρχή της δεύτερης ζωής, της αναγέννησής μας, τώρα το στήθος μας για μια στιγμή πλατύνεται με την ανάσα του απείρου, ενώ δένει μέσα μας ο καρπός της γνώσης ότι η ζωή είναι μόνο μία και μοναδική. Τώρα, ναι, στην επαναληπτικότητα της κάθε ημέρας, στα τετριμμένα και κοινά πράγματα, στις λέξεις και τις κουβέντες τις καθημερινές ωριμάζει το θαύμα. Το θαύμα που δεν είναι τερατώδες σημείο, τεχνική τελειότητα και παντοδυναμία, αλλά θνητή σάρκα και φτωχή πραγματικότητα. Που δεν είναι το αποτέλεσμα της αλληλουχίας μιας αλυσίδας γεγονότων... ούτε εύγλωττη, αλάνθαστη και χωρίς κενά επικοινωνία. Αλλά η φωτεινή και διήκουσα ασυνέχεια της κάθε στιγμής που με απορία και θαυμασμό και όρεξη ανερμήνευτη ζούμε. Και σπεύδουμε αμήχανα να μοιραστούμε. Ποιος διανοήθηκε ποτέ να πει ότι οι μηχανές θα αντικαταστήσουν τους ανθρώπους; 

 

3. «Καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. (Γεν. 2,16-17) 

Δεν μπορώ να εννοήσω την εντολή του Θεού στους πρωτόπλαστους ως εξωτερική απαγόρευση πράγματος επιθυμητού αλλά ως εσωτερικό κάλεσμα ελευθερίας να γεμίσουν από πληρωτικό νόημα ζωής και να χαρούν με όλα τα πράγματα. Ο καρπός του δέντρου του καλού και του κακού δεν μπορεί να ήταν αντικείμενο επιθυμίας ή όρεξης στην οποία ετίθετο εξωτερικός περιορισμός απαγόρευση (φρένο) από τον Θεό. Μπορούσαν να εντρυφούν σε όλα και να χαίρονται με όλα, σύμφωνα με τη φύση τους και τη θεία εντολή που ήταν χαραγμένη στις σάρκινες καρδιές τους, γνωρίζοντας ότι μπορούν να παρεκτραπούν και να θελήσουν –μολονότι τα είχαν όλα– να γίνουν μόνοι τους θεοί πάνω στη γη και να γνωρίσουν αλαζονικά τα πράγματα, όπως αυτοί πλέον θα όριζαν, παρά το γεγονός ότι έτσι θα κατρακυλούσαν στο θάνατο ποικιλοτρόπως. Μετά από τέτοια εσωτερική θανάσιμη αλλοίωση αυτοθεοποίησης και μόνο τότε είδε η Εύα ότι «ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι»...μέχρι τότε ούτε το είχε ανάγκη ούτε το επιθυμούσε...

 

4. Η γύμνια, η ελευθερία και η ντροπή στην αφήγηση της Γένεσης

Με βάση την αφήγηση της Γένεσης οι πρώτοι άνθρωποι ήταν γυμνοί όπως τα ζώα, αλλά όπως τα ζώα δεν αισχύνονταν για τη γύμνια τους. Ουσιαστικά δεν υπήρχε γύμνια, ένιωθαν αρμονικά με το σώμα τους, το σώμα της γυναίκας τους, τα ζώα και την κτίση. Ήταν και οι ίδιοι ζώα. Αλλά, σύμφωνα με τον ορθόδοξο θεολόγο Παναγιώτη Νέλλα, ήταν ζώα θεούμενα. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος αγαπούσε (ασκούνταν στην αγάπη), ήταν ελεύθερος (έκανε ό,τι έκανε με βαθιά θέληση, φλογερή όρεξη και χαρά) και ερωτευόταν με σαρκικό έρωτα τη γυναίκα του («τούτο ἐστὶν σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς μου καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου»...«Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»).

Αντιλαμβάνομαι την παραδείσια ελευθερία του ανθρώπου με την ετυμολογική σημασία της, συνδεόμενη με το ρήμα ελεύθω (έρχομαι σε κάποιον) και όχι με τη σημερινή έννοια της διανοητικής κρίσης ενός αμήχανου όντος που καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε πολλές επιλογές. Σε επίπεδο έρωτα η ελευθερία του ανθρώπου ήταν η θεληματική και φλογερή προσκόλληση στη γυναίκα του. Στη σχέση του μαζί της δεν υπήρχε τίποτα να τον χαλάσει (ακόμα και αν υπήρχαν πάνω της κάποιες ατέλειες: την αγαπούσε), τίποτα για να τη συγκρίνει με άλλες. Ήταν η απόλυτα ωραία γι' αυτόν γυναίκα του. Σε πιο καθολική διάσταση η ελευθερία του ήταν η φλογερή προσκόλλησή του στον Θεό, τους ανθρώπους και τα πράγματα σύμφωνα με τις εντολές της αγάπης (αν θελήσετε να γνωρίσετε τα πράγματα χωρίς τον τρόπο αυτό, δηλαδή εγωιστικά, μόνοι σας, θα διαρραγούν οι όμορφοι δεσμοί σας, θα διαρραγεί η αρμονία με όλους και όλα, θα γνωρίσετε τον θάνατο και τον πόνο τόσο στις σχέσεις σας όσο και βιολογικά).

Αφότου ο άνθρωπος παράκουσε και θέλησε να γνωρίσει αλαζονικά τα πράγματα αντί να λειτουργεί πλέον ελεύθερα (ελεύθω: έρχομαι προς εσένα), αρχίζει να λειτουργεί με την ντροπή (εντρέπομαι: στρέφομαι μέσα μου, κρύβομαι στον εαυτό μου) και αισθάνεται πλέον το σώμα του γυμνό και απροστάτευτο και νιώθει ότι και το σώμα των ζώων είναι επίσης γυμνό και αισχύνεται που είναι κι αυτός γυμνός σαν τα ζώα και αισχύνεται που είναι ζώο και δεν είναι Θεός, όπως θα ήθελε να έχει γίνει και θέλει να βρει τρόπο να προστατέψει ο ίδιος το σώμα του και να το ντύσει και είναι διασπασμένος και αποξενωμένος σε ένα κόσμο κατακερματισμένο, αντιμέτωπος με πλήθος εχθρών και έρμαιο ποικίλων επιθυμιών και ορέξεων, αμήχανος ενώπιον πολλών και αντιφατικών επιλογών. Νιώθει την ανάγκη να προστατευτεί από βλέμματα που τον βλέπουν ως αντικείμενο και όχι ως πρόσωπο.

Η άλλοτε θεσπέσια ώρα του δειλινού, που συνομιλούσε με τον Θεό, είναι η ώρα του απολογισμού αυτού του νέου δύσκολου τρόπου ζωής, κατά την οποία τα βήματα του Θεού, δεν τα αφουγκράζεται πλέον με την αθώα και πλέρια αλλοτινή χαρά, αλλά με φόβο και ενοχή και αποτροπιασμό.

 

Η εργασία και η ζωή – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ακούμε συχνά να επαινείται το ιταλικό Σύνταγμα επειδή έθεσε ως θεμέλιό του την εργασία. Ωστόσο, όχι μόνο η ετυμολογία του όρου (η λέξη labor στα λατινικά δηλώνει κάποια βασανιστική καταπόνηση και ταλαιπωρία), αλλά και η πρόσληψή του ως εμβληματικό σύνθημα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης («Η εργασία  απελευθερώνει» ήταν γραμμένο στη σιδηρόφρακτη πύλη του Άουσβιτς) θα έπρεπε να μας θέσει σε επιφυλακή απέναντι σε μια τόσο απερίσκεπτα θετική ερμηνεία του. Από τις σελίδες της Γένεσης, που παρουσιάζουν την εργασία ως τιμωρία για το αμάρτημα του Αδάμ, έως το περίφημο απόσπασμα της Γερμανικής Ιδεολογίας, όπου ο Μαρξ ανήγγελλε ότι στην κομμουνιστική κοινωνία θα ήταν δυνατό, αντί να εργάζεται κανείς, «να κάνει σήμερα αυτό, αύριο εκείνο, το πρωί να πηγαίνει για κυνήγι, το απόγευμα να ψαρεύει, το βράδυ να εκτρέφει και να φροντίζει τα ζώα και μετά το γεύμα να διατυπώνει τις σκέψεις και τις κρίσεις του, ανάλογα με τη διάθεσή του», μια υγιής δυσπιστία απέναντι στην εργασία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας παράδοσης.

Υπάρχει, όμως, ένας ακόμη σοβαρότερος και βαθύτερος λόγος που θα έπρεπε να αποτρέπει τη θεμελίωση της κοινωνίας πάνω στην εργασία. Αυτός προέρχεται από την επιστήμη, και συγκεκριμένα από τη φυσική, η οποία ορίζει το έργο (ή, με άλλα λόγια, την εργασία) μέσω της δύναμης που χρειάζεται να ασκηθεί σε ένα σώμα για να μετακινηθεί. Στο έργο, που ορίζεται με αυτόν τον τρόπο, εφαρμόζεται κατ’ ανάγκην ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, που αποτελεί ίσως την κορυφαία έκφραση του έσχατου πεσιμισμού, στον οποίο καταλήγει η πραγματική επιστήμη, η ενέργεια τείνει μοιραία να υποβαθμίζεται και η εντροπία, που εκφράζει την αταξία ενός ενεργειακού συστήματος, εξίσου μοιραία να αυξάνεται. Όσο περισσότερο παράγουμε έργο, τόσο περισσότερο η αταξία και η εντροπία θα αυξάνονται αναπότρεπτα στο σύμπαν.

Η θεμελίωση, επομένως, μιας κοινωνίας στην εργασία σημαίνει την αφιέρωσή της όχι στην τάξη και στη ζωή, αλλά στην αταξία και στον θάνατο. Μια υγιής κοινωνία θα έπρεπε μάλλον να μην μεριμνά μόνο για τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι εργάζονται και παράγουν εντροπία, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να σχολάζουν και να παρατηρούν στοχαστικά, παράγοντας εκείνη τη «νεγεντροπία», χωρίς την οποία η ζωή δεν θα ήταν δυνατή.

*Αναρτήθηκε στις 24/12/2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Θα πεθάνουμε μακρισμένοι - της Κριστίνα Κάμπο

Θα πεθάνουμε μακρισμένοι. Θα είναι πολύ

αν ακουμπήσω το μάγουλο στην παλάμη σου

την Πρωτοχρονιά· αν στη δικιά μου το ίχνος

θωρήσεις μιας άλλης αποδημίας.


Για την ψυχή πολύ λίγα

ξέρουμε. Θα πιει ίσως από τις λεκάνες

των κοίλων νυχτών χωρίς ήχο βημάτων

θα ξαποστάσει κάτω από αέρινες φυτείες

που βλάστησαν από τις πέτρες…


Ω, κύριε και αδελφέ! Μα για εμάς μόνο

πάνω σε μια κρυστάλλινη προθήκη

φιλομαθείς λαοί θα γράψουν 

ίσως μετά από χίλιους χειμώνες:


«Κανένας δεσμός δεν ένωνε αυτούς τους δύο που κείτονται

στην έρημη νεκρόπολη.»


*Από την πρώτη ποιητική συλλογή της Κριστίνα Κάμπο (29/04/1923 - 10/01/1977) με τίτλο "Passo d'addio", 1956.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...