Θα πεθάνουμε μακρισμένοι. Θα είναι πολύ
αν ακουμπήσω το μάγουλο στην παλάμη σου
την Πρωτοχρονιά· αν στη δικιά μου το ίχνος
θωρήσεις μιας άλλης αποδημίας.
Για την ψυχή πολύ λίγα
ξέρουμε. Θα πιει ίσως από τις λεκάνες
των κοίλων νυχτών χωρίς ήχο βημάτων
θα ξαποστάσει κάτω από αέρινες φυτείες
που βλάστησαν από τις πέτρες…
Ω, κύριε και αδελφέ! Μα για εμάς μόνο
πάνω σε μια κρυστάλλινη προθήκη
φιλομαθείς λαοί θα γράψουν
ίσως μετά από χίλιους χειμώνες:
«Κανένας δεσμός δεν ένωνε αυτούς τους δύο που κείτονται
στην έρημη νεκρόπολη.»