Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Λέ(γ)ω – του Έρρι ντε Λούκα

 Ο τριακοστός τρίτος (κατά το μασοριτικό κείμενο) ψαλμός, στον ένατο στίχο, αναγγέλλει μιαν αστραπιαία, κεραυνοβόλα σύνθεση: «Γιατί αυτός είπε, και έγινε (συνέβη)». Δεν είναι μια πρόβλεψη για κάτι, αλλά τετελεσμένο γεγονός σε μια στιγμή. Το ρήμα λέ(γ)ω της θεότητας φορτίζει τη λέξη με αυτή την τεράστια δύναμη : να γίνεται αυτό που εκφωνείται. Στον πρόλογο του Ερρίκου του Ε', ο Σαίξπηρ, μέσω του χορού, δηλώνει στους θεατές τους περιορισμούς του και ζητά τη βοήθειά τους: «Φτιάξτε από έναν άνδρα χίλιους, δημιουργήστε έναν ισχυρό στρατό στη φαντασία σας· αν εμείς λέμε «άλογα», φανταστείτε αληθινά άλογα και δείτε τα να τυπώνουν περήφανα με τις οπλές τους τα ίχνη τους στο μαλακό χώμα… διανύοντας, στη σύντομη ώρα της κλεψύδρας, πολλά χρόνια». Εδώ τα λόγια που λέγονται, μέσα στον μικρό περίβολο κάποιας θεατρικής σκηνής, ζητούν να μεταμορφωθούν σε οράματα, να γίνουν τα οράματα εκείνων που κάθονται στην αίθουσα. Έχουν μικρότερη δύναμη από εκείνη που διακηρύσσει ο Ψαλμός, όπου το λεγόμενο είναι αυτοστιγμεί πραγματικότητα, είναι ένα τετελεσμένο γεγονός. Η δύναμη του θεάτρου είναι μικρότερη, αλλά εξίσου ικανή να μας συνεπάρει, να ζωντανέψει μέσα μας εικόνες και συναισθήματα. Μου τυχαίνει ενίοτε να ανέβω σε μία εξέδρα, να πάρω τον λόγο για να τον απευθύνω στους παρευρισκόμενους. Νιώθω τότε το βάρος της φράσης του Αργεντινού συγγραφέα Μπόρχες: «Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης. Ο καθένας, ωστόσο, σε κάποια στιγμή της ζωής του, είναι».

*Δημοσιεύτηκε στις 27/08/2024 στην ιταλική εφημερίδα Avvenire


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

Επιστήμη και ευτυχία – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν


Οι επιστήμες, παρά τη χρησιμότητα που πιστεύουμε ότι αντλούμε από αυτές, δεν μπορούν να μας κάνουν ευτυχισμένους, γιατί ο άνθρωπος είναι ένα ομιλούν ον, που έχει ανάγκη να εκφράσει, με λόγια, χαρά και πόνο, ευχαρίστηση και θλίψη, ενώ η επιστήμη έχει τελικά στο στόχαστρο ένα ον βουβό, που μπορεί να γνωριστεί μέσω του αριθμού και του μεγέθους του (in numero et mensura), όπως όλα τα αντικείμενα στον κόσμο. Οι φυσικές γλώσσες που ομιλούν οι άνθρωποι είναι, δυνητικά και οριακά, ένα εμπόδιο στη γνώση και, ως εκ τούτου, πρέπει να τυποποιούνται και να διορθώνονται, με την εξάλειψη ως «ποιητικών», εκείνων των πλεονασμών και των εμφατικών τονισμών, στους οποίους κυρίως επικεντρώνουμε την προσοχή μας, όταν εκφράζουμε τις επιθυμίες και τις σκέψεις μας, τις συναισθηματικές έλξεις καθώς και τις αποστροφές μας.

Ακριβώς επειδή απευθύνεται σε έναν βουβό άνθρωπο, η επιστήμη δεν μπορεί ποτέ να παραγάγει ηθική. Επομένως, το γεγονός ότι επιφανείς επιστήμονες διεξήγαγαν για το συμφέρον της επιστήμης, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, πειράματα στα σώματα των εκτοπισμένων στα λάγκερ ή των καταδίκων στις αμερικανικές φυλακές, δεν πρέπει αυτό καθαυτό να μας εκπλήσσει. Η επιστήμη βασίζεται πραγματικά στη δυνατότητα να διαχωρίζει τη βιολογική ζωή ενός ζωντανού όντος –σε όλα τα επίπεδά της– από τη ζωή των σχέσεών του· τη σιωπηλή φυτική ζωή, που έχει ο άνθρωπος από κοινού με τα φυτά, από την πνευματική του ύπαρξη ως ομιλούντος όντος. Είναι καλό να το θυμόμαστε αυτό, σήμερα που οι άνθρωποι φαίνεται ότι έχουν αφήσει στην άκρη όλα όσα πίστευαν, για να εμπιστευτούν στην επιστήμη μια προσδοκία ευτυχίας, που δεν μπορεί παρά να διαψευστεί και να προδοθεί. Όπως έχει αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία τα τελευταία χρόνια, οι άνθρωποι που κοιτάζουν τη ζωή τους μέσα από τα μάτια του γιατρού τους είναι εξαιτίας αυτού πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τις πιο στοιχειώδεις πολιτικές ελευθερίες τους και να υποταχθούν άνευ ορίων στις εξουσίες που τους κυβερνούν.

Η ευτυχία ωστόσο δεν μπορεί ποτέ να διαχωριστεί από τις απλές, τετριμμένες λέξεις που ανταλλάσσουμε μεταξύ μας, από το κλάμα και το γέλιο της χαράς ή τη συγκίνηση που μας κάνει να κλαίμε, χωρίς να ξέρουμε αν αυτό οφείλεται σε πόνο ή ευχαρίστηση. Ας αφήσουμε τους επιστήμονες στη σιωπή και τη μοναξιά των αριθμών, ας αγρυπνήσoυμε με νηφαλιότητα ώστε αυτοί να μην εισβάλουν στον χώρο της ηθικής και της πολιτικής, που είναι ο μόνος ο οποίος μπορεί να μας ικανοποιήσει αληθινά.

⸙⸙⸙

[Αναρτήθηκε στις 8.9.2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2024

Σύννεφα – του Έρρι Ντε Λούκα

Ξεκίνησα να μεταφράζω σελίδες περίπου στα μισά της ζωής μου. Με ωθούσε μια προσκόλληση στην πρωτότυπη γλώσσα που έβλεπα ότι δεν γινόταν σεβαστή. Δεν επρόκειτο για τίποτα λιγότερο από το βιβλίο που ονομάζεται Βίβλος. Ψαλμός 105 (Μασοριτικό κείμενο), όπου αναπολούμε εν συντομία την έξοδο από τη δουλεία στην Αίγυπτο και την έναρξη της πορείας στην ελευθερία που έχει τη μορφή της ερήμου. Στον στίχο 39 διαβάζουμε για τη θεότητα που «άπλωσε μία νεφέλη για να τους προστατεύσει». Αντίθετα, μεταφράζω κατά γράμμα: «άπλωσε ένα σύννεφο σαν χαλί», γιατί δεν υπάρχει στο πρωτότυπο το ρήμα «προστατεύω». Τι σχέση έχει εδώ το χαλί; Το επίμηκες σχήμα του σύννεφου απλώνει μια σκιά που είναι πραγματικά ένα χαλί, είναι ένας μακρόστενος τάπητας κάτω από τον ήλιο. Στο ομοιόμορφο τοπίο της ερήμου χρειάζεται στους ανθρώπους, που βαδίζουν, ένα σημείο προσανατολισμού. Το σύννεφο δεν είναι απλά μια σκέπη προστασίας από το βαρύ καύμα του ήλιου, είναι κυρίως ο οδηγός της πορείας στη γη, η πρόνοια μιας ουράνιας σήμανσης. Αυτή είναι και η χρηστική αξία της ιεράς γραφής: όχι ως ένα καταφύγιο από τις κακουχίες και τις αντιξοότητες, αλλά ως το μονοπάτι για να αντιμετωπίσω την έρημό τους. Να αναστηλώσω ένα αρχαίο θραύσμα, να αποτινάξω τη σκόνη του: η μετάφραση μου επέτρεψε να νιώσω μέρος ενός αρχιτεκτονικού κήπου μέσω του οποίου ανανεώνεται η συντήρηση ενός δημόσιου χώρου, όπου συναντώνται οι γενιές των ανθρώπων.


⸙⸙⸙


[Δημοσιεύτηκε στις 28/8/2024 στην ιταλική εφημερίδα Avvenire. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Έξι ποιήματα – του Φραντσέσκο Τζούστι

ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ


Με τον τρόπο που τα θρύψαλα του χρόνου

αβγάτισαν στην πέτρα σου τ’ αλάτι,

είμαι μέσα σου, Βενετία,

αλλά δεν ξέρω πού, γιατί δεν νιώθω

ότι με νιώθεις,

τι ξέρεις για μένα

κι αν μου λες ότι ξέρεις δεν ξέρω αν είναι αλήθεια

έτσι στραμμένη που είσαι να κοιτάζεις αυτούς που έρχονται

να σε γαλιφίσουν,

να σου φέρουν χρήματα όπως σε μια γυναίκα του δρόμου

που δείχνεται και βάφεται,

κι εσύ είσαι μακάρια με αυτά που κάνουν,

κι αυτό είναι, το βλέπω,

που με αρρωσταίνει πιο πολύ.



Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ


Έρχονται τα Χριστούγεννα

και νιώθει λίγο άρρωστος και γερασμένος

ο άνθρωπος στο κόκκινο παγκάκι του Δήμου.

Κανείς δεν τον βλέπει· τρέχουν βιαστικοί ο καθένας με

την τύχη του

εκείνοι που επιστρέφουν. Και όταν ο άγγελος,

έχοντας κατεβεί απ’ το δέντρο

με τα φωτάκια, έρχεται και στέκεται δίπλα του,

τα μάτια του σκεπάζει ομίχλη δακρύων

για να τον ξεμακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο που είναι

άλλου είδους, άλλης λαλιάς.

Έρχονται τα Χριστούγεννα κι όλους τους τραβούν

πιο πολύ μέσα στο σπίτι παρά εδώ κι εκεί, αλλά όχι αυτόν

που σπίτι δεν έχει, που καμία φωτιά

δεν μπορεί να τον πυρώσει. Έχει το περιστέρι

αποσταμένο

στον ίδιο πάγκο χουχουλιασμένο, αυτός

και το όνειρο που σιγά σιγά σβήνει.



ΤΟ ΣΥΚΟ


Ακριβό μου κοτσυφάκι

τσίμπα τσίμπα το όμορφο αυτό σύκο

με το μακρύ μακρύ ράμφος σου – στρώσου στη δουλειά,

μην αφήνεις στο άλλο που σε ακολουθεί

αυτήν την τερπνή ραδιουργία, αυτόν τον εκμαυλισμό

της διασκέδασης.

Περνά ένα τώρα από κάτω και κοιτά ψηλά –πόσο καλό πρέπει να είναι εκείνο εκεί

το χοντρό χοντρό σύκο

και τι γούστο θα είχε να του δώσεις μια γερή μπουκιά.

Και μετά περνά ένα άλλο

και …το ακριβώς αντίθετο –τι καταστροφή αυτά

τα σύκα κάτω στο χώμα,

όταν λαθεύεις κι ακουμπάς ένα σου πόδι την πατάς,

έτσι λέει, καθώς χάνει, ανόητο προς στιγμή,

αυτό το υπέροχο γλυκό δώρο.



ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ


Τι μπορώ να κάνω

αν είμαι ποιητής και όταν

περνώ κάτω απ’ αυτό το δέντρο

που είναι όλος μου ο κήπος, ν’ αδράξω

κάτι

ξεχασμένο, σαν να ήταν εκείνο το

σπίτι μου, όπως φτερουγίζοντας πετά

το πουλάκι ήσυχο ήσυχο γύρω απ’ το καμπαναριό, όταν ένας κουβάς με

χρώμα

αναποδογυρίζει ανάμεσα στα σύννεφα και χύνεται

και είμαι ελεύθερος πάνω απ’ αυτό που βλέπω

και η πόλη χάνεται, ανοιχτή παλάμη στην άκρη της

θάλασσας,

και, κρυμμένα, βρέχονται τα γεράνια φλογισμένα

στην πήλινη γλάστρα που νοσταλγεί τα περιβόλια,

από αυτό το χρώμα που απλώνεται και ρέει

ευτυχισμένο και στοιχειωμένο απ’ τη μαγεία,

όταν στο σβήσιμο της μέρας οι καμπάνες

πετούν

για να σημαδέψουν τη μοίρα μας;



ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ


Έχει παπούτσια τόσο μεγάλα

όσο ολάκερη η κιβωτός, που προσάραξε στο Αραράτ. Μέσα

φέρει ακέραιο το πλήθος των ανέμελων πουλερικών

και την ύπαιθρο που μαύρη κίτρινη πράσινη γα-

λάζια τον περιέβαλλε. Είναι γι’ αυτό

που αναπνέει ακόμα όταν

στρέφεται προς τα πίσω κρατώντας μια πατάτα

βραστή στο χέρι.



ΠΑΝΤΑ


Τη νύχτα έρχομαι εκεί που είμαι.

Κύκλοι πείσματος, από μια πέτρα που εκτοξεύτηκε,

διευρύνονται,

προκαλούν τον ουρανό όσο είναι ακόμα ζωντανός.

Στην πόρτα το μάνταλο, η ευλογημένη ελιά,

το καρφί.

Μες στο σπίτι, εικόνα λουλουδιών χωρίς λουλούδια,

πάντα εσύ που ποτέ δεν σε βρίσκω.


⸙⸙⸙


[Τα ποιήματα προέρχονται από την ποιητική συλλογή Ζώντας με πατάτες, 2019-2021, εκδόσεις nottetempo. Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...