Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Η πολιτική συνείδηση, σήμερα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 

Τι ορίζει σήμερα την πολιτική συνείδηση; Μια συνετή σύζευξη παραίτησης και ελπίδας. Όταν ο Θεός διέταξε τον Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ σε κάποια από τα όρη της γης Μωρία, εκείνος παραιτήθηκε χωρίς επιφυλάξεις από τη διεκδίκηση του γιου του και, ωστόσο – ή τουλάχιστον έτσι συλλογίζεται ο Κίρκεγκωρ στον Φόβο και τρόμο – κάπου βαθιά μέσα του εξακολούθησε να πιστεύει (η πίστη, ως γνωστόν, δεν είναι παρά μια μορφή ελπίδας) ότι ο Θεός δεν θα του στερούσε τον Ισαάκ, από τη διεκδίκηση του οποίου, ωστόσο, είχε οριστικά παραιτηθεί. Έτσι, στην έσχατη κατάσταση που βρισκόμαστε, ένας διαυγής και νηφάλιος νους δεν μπορεί παρά να αφήσει κατά μέρος τα σχέδια, τα προγράμματα καθώς και την ιδέα ακόμα ότι θα ήταν δυνατή κάποια ευτυχισμένη πολιτική κοινότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όμως, την ίδια στιγμή που έχει παραιτηθεί από αυτά, είναι αναγκαίο να ελπίζει αλάνθαστα σε εκείνο ακριβώς που χρειάστηκε να απαρνηθεί.

Παραίτηση και ελπίδα, ιδέα και διάψευση, Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα συνυπάρχουν σε ένα μόνο πρόσωπο, αλληλοαναιρούνται και αλληλοεπιβεβαιώνονται. Μόνο μια ελπίδα, που, ελεύθερη από τις προσχηματικές βεβαιότητες των δογμάτων και των ιδεολογιών, των εκκλησιών και των κομμάτων, στρέφεται με όλη της τη δύναμη προς εκείνο που έχει μόλις διακηρύξει αδύνατο, θα μπορέσει να βρει διέξοδο από την πολιορκία των γεγονότων και, πλήττοντας το κυρίαρχο καθεστώς στα αδύνατα σημεία του, να ανακτήσει, ενδεχομένως, το απρόσμενο. Και όπως στην πόλη και στη δημόσια σφαίρα, έτσι και στο ημίφως της ιδιωτικής ύπαρξης, είναι δυνατόν να πιστεύουμε και να ελπίζουμε μόνο σε εκείνη την ευτυχία από την οποία έχουμε μάθει να παραιτούμαστε.

[Αναρτήθηκε στις 10/10/2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=36930] 


Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

Το κατάλειμμα του Ισραήλ – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Εκείνη την ημέρα
όσοι απέμειναν από τον Ισραήλ και οι επιζώντες από τον οίκο του Ιακώβ
δεν θα στηρίζονται πια σε εκείνον που τους καταδυνάστευσε,
αλλά θα στηρίζονται στον Κύριο,
στον Άγιο του Ισραήλ, με ειλικρινή πίστη.
Θα επιστρέψει ό,τι απέμεινε,
ό,τι απέμεινε από τον Ιακώβ, στον ισχυρό Θεό.
Γιατί, ακόμα κι αν ο λαός σου, Ισραήλ,
ήταν σαν την άμμο της θάλασσας,
μόνο ένα κατάλειμμα θα σωθεί.

(Ησαΐας 10, 20-22) 


Η προφητεία εκπληρώθηκε. Το Ισραήλ δεν υπάρχει πια. Μόνο ένα κατάλειμμα θα σωθεί, και σίγουρα δεν θα είναι οι ισχυροί που το κυβερνούν και το οδήγησαν στο τέλος. Τώρα έχει αξία να γνωρίσουμε αυτό που απέμεινε, αυτό το κατάλειμμα, πού βρίσκεται και πώς θα επιβιώσει.


[Αναρτήθηκε την 18η Φεβρουαρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

Παραβολή του Ασώτου και άλλα συναφή

 

Παραβολή του Ασώτου

Η παραβολή του ασώτου αποτελεί μια δραματική αφήγηση που αντανακλά την ανθρώπινη εμπειρία, αφήνοντας ανοιχτό το τέλος της. Ο νεότερος γιος χαρακτηρίζεται ως άσωτος, αλλά στην πραγματικότητα, τόσο ο πατέρας όσο και οι δύο γιοι του ενσαρκώνουν μια εγγενή ασωτεία. Η ελλειμματικότητα είναι η κοινή μας συνθήκη.

Ο πατέρας της παραβολής έχει δυο γιους και δεν τους έχει, είναι πατέρας χωρίς σύντροφο, χωρίς γυναίκα, έχει περιουσία και δεν έχει. Έχει περιουσία που δέχεται, ακόμα και πριν πεθάνει, να κληροδοτήσει, αλλά οι γιοι του – ο ένας με τον ένα, ο άλλος με τον άλλο τρόπο – πιστεύουν ότι ο τρόπος που την μοιράζονται μαζί του δεν είναι ικανοποιητικός, είναι περιοριστικός. Οι δυο του γιοι, έχουν πατέρα χωρίς να έχουν μητέρα, αλλά κυρίως έχουν πατέρα χωρίς να έχουν πεποίθηση στην πατρική του αγάπη. Ο ένας διεκδικεί το μερίδιό του – και η διεκδίκησή του αυτή είναι, θα έλεγε κανείς, το αποτέλεσμα, μιας φυσικής εξέλιξης, μιας ενηλικίωσης – και το παίρνει γιατί με αυτόν τον τρόπο νομίζει ότι μπορεί να ζήσει, γιατί η ζωή του με τον πατέρα δεν είναι σωτηρία, αλλά δέσμευση και δουλεία. Ο άλλος γιος, ο μεγαλύτερος, μένει κοντά στον πατέρα, εργάζεται και φυλάσσει την πατρική περιουσία, αλλά δεν νιώθει ότι αναγνωρίζεται ως αγαπημένος γιος, αισθάνεται περισσότερο σαν πιστός υπηρέτης και επομένως αντί να ανταποδίδει στον πατέρα αγάπη, αντί να νιώθει γι᾽ αυτόν ευγνωμοσύνη, μάλλον τον φθονεί. Όλοι μα όλοι ζουν την παντελή αποτυχία στην αγάπη. 

Ήλθε ωστόσο η ώρα που ο νεότερος γιος, όταν δαπάνησε όλη την περιουσία του και ενέσκηψε λιμός στη χώρα που ζούσε και έβοσκε χοίρους και έφθασε σε τέτοιο σημείο πείνας ώστε να επιθυμεί να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανένας δεν τον σπλαχνιζόταν, θυμήθηκε ότι ο πατέρας του θα έκανε τα πάντα για να τον ανακουφίσει από τη στέρηση, γιατί ήταν γιος του. Θυμήθηκε, αναστήθηκε και επέστρεψε. Ο πατέρας, μόλις τον βλέπει, δεν αντέχει να τον περιμένει στην πόρτα, αλλά τρέχει προς αυτόν, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί. Πριν καν προλάβει ο γιος να δηλώσει την αναξιότητά του να ονομάζεται γιος, ο πατέρας, αγγίζοντας τον γιο του, γιορτάζει την επιστροφή του και ζητεί να θυσιαστεί ο μόσχος ο σιτευτός για να χαρούν όλοι.

Ο μεγαλύτερος γιος, όμως, μένει έξω από το σπίτι, αρνούμενος να συμμετάσχει στη χαρά. Ο πατέρας βγαίνει να τον συναντήσει, τον προσκαλεί. Ο γιος επιμένει κάπως έτσι «Πότε χάρηκες όμοια για εμένα; Αυτός λοιπόν που έφυγε και σκόρπισε την περιουσία σου με πόρνες είναι γιος σου, αξίζει για να θυσιάσεις γι’ αυτόν τον μόσχο τον σιτευτό, ενώ εγώ που ζω κοντά σου και δουλεύω πιστά και υπάκουα δεν άξιζα να σε δω να χαίρεσαι έτσι; Θυσίασες ποτέ για εμένα έστω ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου;» «Έλα», του απαντά, «να χαρούμε μαζί, ο μόσχος ο σιτευτός θυσιάζεται για να γιορτάσουμε και να ευφρανθούμε επιτέλους μαζί, για να γίνουμε οικογένεια, για να αγαπηθούμε όπως μας πρέπει, για να χαρώ σαν πατέρας τα παιδιά μου και εσείς να χαρείτε επιτέλους τον πατέρα σας και τον αδελφό σας!».

Λάδι και έλεος, μύρο και βάλσαμο στάζει μέσα στο σπίτι από τη θυσία του μόσχου. Και κατά τρόπο θαυμαστό η εορταστική θυσία γίνεται το οντολογικό θεμέλιο της αγάπης που θα μπορούσε να συνενώσει και να συγκολλήσει με χρυσό τους αρμούς τριών διαιρεμένων και ελλειμματικών υπάρξεων. Συνιστά την ίδια την εκκλησία. 


---

Για τα πατριαρχικά σχήματα στην Αγία Γραφή και την Εκκλησία

Όταν εκφράζαμε τον προβληματισμό μας στον π. Ιωάννη Ζηζιούλα για το γεγονός ότι η Εκκλησία λειτουργεί με πατριαρχικά σχήματα κατά απόλυτο τρόπο (Πατήρ, Υιός, μαθητές, απόστολοι, ιερείς), μας προέτρεπε να δούμε τα φύλα με εικονολογικό τρόπο και να μην προβάλλουμε στα θεολογικά πρόσωπα τις κοινωνικο-ιστορικές αντιλήψεις περί φύλου. 

---

Για την εγγενή ασωτεία μας

Για να ξαναπιάσουμε το ζήτημα της εγγενούς ασωτείας, έξω από την παραβολή του ασώτου, ας θυμηθούμε τη διήγηση της Γένεσης για τη δημιουργία των δύο φύλων, όπου διατυπώνεται ως διαπίστωση πως η συνθήκη του ανθρώπου είναι η ελλειμματικότητα: «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον … τῷ δὲ ᾿Αδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ. καὶ ἐπέβαλεν ὁ Θεὸς ἔκστασιν ἐπὶ τὸν ᾿Αδάμ, καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε μίαν τῶν πλευρῶν αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς. καὶ ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ, εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν ᾿Αδάμ.»(Γένεση, 2: 18-22). 

Με λίγα λόγια δεν αρκούσε το γεγονός ότι ο Αδάμ ήταν εξαρχής ελλιπής, αλλά έπρεπε να διαιρεθεί με τομή το αναγκεμένο σώμα του και να αποσπαστεί ένα πλευρό του για τη δημιουργία μιας επιπλέον ελλειμματικής ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο εγκαινιάζεται ωστόσο ένα νέο μυστήριο, το μυστήριο του πώς από τον μονήρη και ελλιπή άνδρα γίνεται κάποια μεταμόρφωση, γίνεται ένας αναπάντεχος πολλαπλασιασμός, γίνεται η μετάβαση σε δύο ελλείψεις και δύο μοναξιές ερωτευμένες ώστε ο Αδάμ να αναφωνήσει προφητικά: «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη· ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.» (Γένεση, 2, 22-24). Και είναι πράγματι θαυμαστό πώς η ελλειμματικότητα του Αδάμ, αντί να αποτελεί εμπόδιο, μετατρέπεται στα χέρια του πλάστη σε οντολογική μήτρα και αφετηρία μιας αγαπητικής σχέσης μέσω παράδοξης διαίρεσης και πολλαπλασιασμού. Η συγκεκριμένη διήγηση λοιπόν της Γένεσης δεν μπορεί να αφορά στενά τη δημιουργία των δύο βιολογικών φύλων του ανθρώπου… Εδώ πρόκειται κυρίως για τη διήγηση της απαρχής μιας αγαπητικής σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων, που μπορούν να αναφέρονται στον Θεό και να γίνονται σάρκα ο ένας για τον άλλο με το ίδιο τους το έλλειμμα. 

---

Μυστήριο

Και να το μυστήριο: 

Πώς ένα τίποτα σχεδόν μπορεί να πληθαίνει και να αβγατίζει; 

Πώς πέντε άρτοι και δύο ψάρια μόνο σαν τεμαχίζονται μπορούν να πολλαπλασιάζονται και να περισσεύουν;

Πώς ένας πατέρας μονάχος, πλούσιος ή πτωχός, πάντως κατ’ ουσίαν πάμπτωχος, ένας πατέρας στο ύψος του τίποτα, με έναν γιο χαμένο, εξαθλιωμένο που επιστρέφει από τη χώρα της ασωτίας κι έναν άλλο γιο που μένει κοντά του και νομίζει ότι αδικείται από αυτόν, έναν γιο φθονερό γιατί δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι αγαπιέται σαν γιος, γίνεται ουράνιος, τρυφερός, και πρόσχαρα θυσιάζει το σχεδόν τίποτά του για να το μοιραστεί με τους γιους του, για να χαρούν όλοι μαζί και να χορτάσουν, για να γίνουν η οικογένεια, η εκκλησία ενός άλλου ουράνιου Πατέρα και μιας άλλης ουράνιας Μητέρας;



Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Η λάσπη και τα άστρα– του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όλοι θυμούνται το ανέκδοτο, που αφηγείται ο Σωκράτης στον «Θεαίτητο», για την «εύστροφη και χαριτωμένη», θρακιώτισσα υπηρέτρια, που γελάει παρατηρώντας τον Θαλή καθώς, με το βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό και τα άστρα, δεν αντιλαμβάνεται τι έχει μπροστά στα πόδια του και πέφτει σε ένα πηγάδι. Σε μια σημείωση στο «Γενοβέζικο τετράδιο», ο Μοντάλε διεκδικεί, κατά κάποιον τρόπο, και εγκωμιάζει την πράξη του φιλοσόφου, γράφοντας: «Όποιος σέρνει τα πόδια του στη λάσπη και τα μάτια του στα άστρα· αυτός είναι ο μόνος ήρωας, αυτός είναι ο μόνος ζωντανός». Το γεγονός ότι ο εικοσάχρονος ποιητής συνοψίζει και προαναγγέλλει σε αυτή τη σημείωση την ουσία της μελλοντικής του ποιητικής, δεν διέφυγε από τους κριτικούς· όμως, εξίσου σημαντικό είναι ότι αυτή η ποιητική, όπως κάθε αληθινή ποιητική, εμπεριέχει τρόπον τινά μια θεολογία, έστω και αρνητική, την οποία ένας προσεκτικός μελετητής έχει ανακεφαλαιώσει δραστικά με τον όρο «θεολογία του ψίχουλου» («Μόνο το θείο είναι ακέραιο στη γουλιά και στο ψίχουλο» – διαβάζουμε στη Ρεβέκκα, «Μόνο ο θάνατος το νικάει, αν ζητά ολόκληρη τη μερίδα»).

Η θεολογία που μας απασχολεί εδώ, όπως είναι προφανές ήδη από τον δυϊσμό «λάσπη/άστρα» της νεανικής σημείωσης και τις «σκοτεινές δυνάμεις του Αριμάν», που ανακαλεί σε μια παρέμβασή του το 1944, είναι αναμφίβολα γνωστική. Όπως σε κάθε γνωστικιστική σκέψη, οι αρχές – ή οι θεοί – είναι δύο, ένας αγαθός και ένας κακός - μοχθηρός, ένας απολύτως ξένος προς τον κόσμο και ένας δημιουργός που, αντίθετα, τον έχει πλάσει και τον κυβερνά. Στα πιο ριζοσπαστικά γνωστικά ρεύματα, ο αγαθός θεός είναι τόσο ξένος προς τον κόσμο, που δεν μπορούμε καν να πούμε ότι υπάρχει: σύμφωνα με τους Βαλεντινιανούς, δεν είναι υπάρχων, αλλά προ-ϋπάρχων (προ-ων), δεν είναι αρχή, αλλά προ-αρχή (προαρχή), όχι πατέρας, αλλά προ-πατέρας (προπάτωρ). Και όπως είναι ξένος προς τον κόσμο, έτσι είναι ξένος και προς τη γλώσσα, παρομοιαζόμενος με μια άβυσσο (βυθός) στενά συνδεδεμένη με τη σιγή (σιγή): «Η σιγή, μητέρα κάθε πράγματος που εκπορεύεται από την άβυσσο, καθώς δεν μπορούσε να πει τίποτα για τον άρρητο, σώπασε· στον βαθμό που τον κατανοούσε, τον ονόμασε ακατανόητο». Η αρνητική ή αποφατική θεολογία, τόσο αγαπητή στον Μοντάλε, ήδη από την συλλογή Κόκαλα σουπιάς («Αυτό μονάχα μπορούμε σήμερα να σου πούμε / αυτό που δεν είμαστε, αυτό που δεν θέλουμε»), δεν είναι, υπό αυτή την έννοια, παρά η άλλη όψη του γνωστικισμού. Ο προϋπάρχων θεός ονομάζει, στην πραγματικότητα, το στάδιο που προηγείται της αποκάλυψης και του γλωσσικού συμβάντος που ορίζει την ανθρώπινη συνθήκη (την ανθρωπογένεση). Ο χριστιανισμός επιχειρεί να επιλύσει τον γνωστικό δυϊσμό ταυτίζοντας τον αγαθό θεό, τον Πατέρα, με τον δημιουργό, αλλά, για να αντιμετωπίσει το κακό στοιχείο που έχει απωθήσει, πρέπει να υποθέσει την ενσάρκωση σε έναν Υιό, που, ως Χριστός, δηλαδή ως Μεσσίας, έχει την αποστολή να σώσει και να απολυτρώσει τον κόσμο.

Το μεγάλο θέμα του γνωστικισμού, στον βαθμό που εξακολουθεί να μας αφορά, δείχνει ότι στον άνθρωπο συνυπάρχουν ένα στοιχείο ξένο προς τον κόσμο και ένα εγκόσμιο, μια αγαθή και μια κακόβουλη αρχή, και ότι η ανθρώπινη ζωή καθορίζεται, ως εκ τούτου, από την αρχή μέχρι το τέλος από τη σύγκρουση και την πιθανή συμφιλίωση αυτών των δύο αντίθετων στοιχείων. Πρόκειται για ένα δυσχερές και επίμοχθο καθήκον, επειδή οι δύο αρχές – η λάσπη και τα άστρα – είναι τόσο βαθιά και αξεδιάλυτα μπλεγμένες μεταξύ τους στην επίγεια ύπαρξη, ώστε ο διαχωρισμός τους να αποβαίνει πρακτικά αδύνατος. Σύμφωνα με τη γνωστική θεολογία, την οποία ο χριστιανισμός κληρονομεί - τουλάχιστον εν μέρει- άκριτα, ο κόσμος είναι το αποτέλεσμα μιας αποβολής ή εκβολής  (καταβολή ή προβολή) από την ανώτερη ουράνια σφαίρα στη χαμηλότερη υλική. Ο Ωριγένης, αναπαράγοντας γνωστικές παραδόσεις, διευκρινίζει ότι «στα ελληνικά, καταβολή σημαίνει περισσότερο απορρίπτω ή αποβάλλω (deicere), δηλαδή πετάω έξω». Οι ψυχές, παρά τη θέλησή τους, αποβλήθηκαν από την ανώτερη σφαίρα στην κατώτερη και «ντύθηκαν με πιο πυκνά και συμπαγή σώματα (crassioribus et solidioribus)» και για αυτόν τον λόγο «κάθε πλάσμα τρέφει την ελπίδα να απελευθερωθεί από τη φθορά» (η αναφορά είναι στην  Προς Ρωμαίους 8,20: «Η κτίση υποτάχθηκε στη ματαιότητα χωρίς να το θέλει»... και περιμένει, με στεναγμούς και ελπίδα, να ελευθερωθεί από τη φθορά)· αλλά για τον γνωστικό, λύτρωση σημαίνει μόνο να συλλέγει με υπομονή, τις σπίθες και τα σωματίδια του θείου φωτός που έχουν συγχωνευτεί με το σκοτάδι, να τα διαχωρίζει ένα προς ένα από τη λάσπη και να τα επαναφέρει στην ουράνια πατρίδα τους.

Ότι η σύγχρονη κουλτούρα, της οποίας ο γνωστικισμός του Μοντάλε αποτελεί εδώ απλώς ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, διατρέχεται και εξυφαίνεται από γνωστικιστικά μοτίβα, γίνεται φανερό από το γεγονός –που μόνο αυτονόητο δεν μπορεί να θεωρηθεί σήμερα– ότι ακόμα και το αριστούργημα της φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα περιγράφει την ανθρώπινη συνθήκη με τον όρο Geworfenheit («ερριμμενότητα» : κατάσταση του απορριγμένου, του αποβεβλημένου), ο οποίος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν είναι παρά μετάφραση του όρου καταβολή του Ωριγένη και του όρου προβολή των Βαλεντινιανών. Όμως ένα γνωστικιστικό μοτίβο υπήρχε κατά κάποιον τρόπο και στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, όχι μόνο στην εικόνα των δύο διαφορετικών αλόγων που καθιστούν δύσκολη και επίπονη την ηνιοχία του άρματος της ψυχής στον Φαίδρο, αλλά και στο ανέκδοτο του Θεαίτητου, από το οποίο ξεκινήσαμε, καθώς και στον μύθο του σπηλαίου στην Πολιτεία. Το πρόβλημα για τον άνθρωπο, κάθε φορά, είναι το να καταφέρει να συμφιλιώσει ασυμβίβαστα στοιχεία: το μαύρο και το άσπρο, τη λάσπη και τα άστρα, το σκοτάδι της σπηλιάς και τη λαμπρότητα του ήλιου. Το καλό είναι, πράγματι, πάντοτε πλεγμένο με το κακό και δεν είναι δυνατόν να χαρίζεται παρά ως ένα λεπτό σωματίδιο, ένα διάκενο ή ένα ψήγμα φωτός συγκεχυμένο με το σκοτάδι: όπως η ίριδα στη λάσπη, σύμφωνα με την εύγλωττη εικόνα μιας από τις ύψιστες ποιητικές δημιουργίες του Μοντάλε, Το χέλι (L'anguilla). Και το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η «σπινθηροβόλα έκλαμψη» ή η «στιγμιαία ίριδα» του καλού εμφανίζονται «διαρρέοντας / μέσα από τα βαλτόνερα», από τόπους «άγονους και ερημωμένους», όπως το χέλι (anguilla) [που στα ιταλικά είναι, εξάλλου, ο τέλειος αναγραμματισμός της φράσης "la lingua" («η γλώσσα»)]· αλλά ότι εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο κίνδυνος για τον γνωστικό – ο οποίος οφείλει να διαχωρίζει τις φωτεινές σπίθες που έχουν παγιδευτεί στον βούρκο– να μετατρέψει τελικά, άθελά του, σε είδωλο το σκοτάδι από το οποίο θα έπρεπε να δραπετεύσει.

Πράγματι, ο δυϊσμός του καλού και του κακού και η μεταξύ τους σύγχυση εμφανίζονται μαζί εξαρχής και κανένα από αυτά τα δύο αρχετυπικά στοιχεία δεν μπορεί να επικρατήσει του άλλου. Η σπίθα του φωτός έχει τόσο πολύ συγκαλυφθεί και συγκεραστεί με τη λάσπη που δεν μπορεί να αποκοπεί πλήρως από αυτήν, ούτε η λάσπη μπορεί να διαχωριστεί τελείως από το ουράνιο τόξο που την περιβάλλει τόσο στοργικά. Στο γνωστικιστικό παράδειγμα, αυτά τα στοιχεία σχηματίζουν, όπως λέγεται, ένα σύστημα και ο απερίσκεπτος, που μηχανεύεται τρόπους για να τα επαναφέρει στην υποτιθέμενη αρχική τους κατάσταση διαχωρισμού, δεν μπορεί παρά να απομείνει με άδεια χέρια. Έτσι, ο ποιητής, με τα πόδια του στη λάσπη, που αγωνίζεται ηρωικά να κρατήσει τα μάτια του σταθερά στραμμένα στα άστρα, δεν καταφέρνει πια να τα ξεχωρίσει από τον βόρβορο, όπου αυτά είναι απλώς μια φωτεινή ανταύγεια ή μια λάμψη του. Δεν είναι πια ικανός να βγει από το πηγάδι στο οποίο, όπως ο Θαλής, έχει γλιστρήσει. Εύλογος είναι ο ορισμός που ο Τζαντζότο μπόρεσε να δώσει στο σύμπαν του Μοντάλε, γράφοντας πως για εκείνον «η ανθρώπινη μοίρα είναι o “ενταφιασμός”, η κατάληξη σε ίζημα, στο “λιγότερο από όσα / σου άρπαξε η τάφρος μέσα στη γη”, είναι η ανακάλυψη του εαυτού μας ως μιας κολλώδους και επώδυνης αδράνειας… μέσα στη τρομαχτική μήτρα μιας αλήθειας που είναι ολωσδιόλου γήινη. Μάλιστα, θα πρέπει να την πούμε “χωμάτινη”, όπως χωμάτινος είναι ο άνθρωπος του Μοντάλε, πλασμένος από μια λάσπη που βλασταίνει σχεδόν τυχαία στη ζωή, αλλά τείνει πάντοτε να επιστρέφει στον εαυτό της». Ο άγγελος που θα έπρεπε να λυτρώσει αυτή τη θαμμένη ζωή είναι τώρα απλώς, όπως στο ομώνυμο ποίημα του 1968, ένας «μαύρος άγγελος», «ούτε ουράνιος ούτε ανθρώπινος», «από στάχτη και καπνό» ή, όπως σε ένα μεταγενέστερο ποίημα, μόνο ένα «ανεξίτηλο λάθος εκ παραδρομής». Και είναι χαρακτηριστικό ότι στο σκεπτικό απονομής του Νόμπελ το 1975 στον ποιητή διατυπώνεται ρητή επισήμανση σε «μια θεώρηση της ζωής χωρίς ψευδαισθήσεις» – η ψευδαίσθηση εν προκειμένω είναι ότι τα άστρα θα ήταν δυνατόν ποτέ να διαχωριστούν από την ιλύ. Ίσως, αντιστρέφοντας το νεανικό ρητό, θα ήταν προτιμότερο για τον ποιητή –όπως και για κάθε άνθρωπο– να κρατάει τα πόδια του στα άστρα και τα μάτια του στη λάσπη.

Η επίκληση του «φτωχού / χαμένου Νεστοριανού» στο Ουράνιο τόξο, το ποίημα που ανοίγει την ενότητα Silvae της Θύελλας, επιτρέπει να διευκρινίσουμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του «γνωστικισμού» του Μοντάλε, τον οποίο μας ενδιαφέρει εδώ να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια. Οι οπαδοί του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από το 428 έως το 432 και καταδικασμένου ως αιρετικού στη Σύνοδο της Εφέσου (431), υποστήριζαν την παρουσία δύο φύσεων στον Χριστό, της θείας και της ανθρώπινης, αλλά αρνούνταν ότι αυτές ήταν ενωμένες υποστατικά, δηλαδή οντολογικά, σε ένα και μοναδικό πρόσωπο (υπόσταση). Σε αντίθεση με τους μονοφυσίτες, που αναγνώριζαν στον Χριστό μόνο τη θεία φύση, ο Νεστόριος υποστήριζε, όπως και ο αντίπαλός του Κύριλλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, τον διφυσιτισμό, αλλά δεν αντιλαμβανόταν την ένωσή τους, σύμφωνα με το καθ’ υπόστασιν, το πρότυπο που ο Κύριλλος κατάφερε να επιβάλει στη Ρώμη, δηλαδή οντολογικά σε μία μόνο ύπαρξη, αλλά με μιαν ηθική, θα λέγαμε, έννοια, μέσω του προσώπου (πρόσωπον) του Χριστού, που δεν ταυτιζόταν με την υπόσταση. Έτσι, η δυαδικότητα στον Νεστόριο υπερτερεί της ενότητας, η οποία, καθώς στηρίζεται μόνο στο ηθικό πρόσωπο του Χριστού, αποδυναμώνεται· γι' αυτό οι Νεστοριανοί κατηγορήθηκαν, άδικα, ότι κήρυτταν δύο πρόσωπα στον Χριστό.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί ο Μοντάλε γοητεύτηκε από τον «φτωχό Νεστοριανό»: η ένωση μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου, της λάσπης και των άστρων, δεν συντελείται ποτέ άπαξ δια παντός, αλλά πραγματοποιείται μόνο στιγμιαία και ατελώς, «στη γουλιά και στο ψίχουλο». Στη Φανταστική συνέντευξη του 1946, ο Μοντάλε το δηλώνει χωρίς περιστροφές, όταν σχολιάζει τη γυναικεία μορφή στην Ίριδα, «συνεχίστρια και σύμβολο της αιώνιας χριστιανικής θυσίας»: «Εκείνος που την κατανοεί είναι ο Νεστοριανός, ο άνθρωπος που γνωρίζει καλύτερα τις συγγένειες που συνδέουν τον Θεό με τα ενσαρκωμένα πλάσματα, όχι βέβαια ο ανόητος πνευματιστής ή ο άκαμπτος και αφηρημένος μονοφυσίτης». Η συγγένεια δεν είναι μία ακλόνητη υποστατική ένωση, με βάση την ουσία και τη φύση, αλλά δύσκολη και ποτέ οριστική «μέσα στη νύχτα του κόσμου», «επειδή» –όπως καταλήγει το ποίημα, που στη συνέντευξη χαρακτηρίζεται “ως κλειδί, ως τρομερό κλειδί”– «το έργο Του (που στο δικό σου / μεταμορφώνεται) πρέπει να συνεχιστεί». Η λύτρωση, η αναγνώριση και η επαναφορά στην πηγή των φωτεινών σπινθήρων που είναι αναμεμειγμένες με τη λάσπη, δεν έχει ποτέ τέλος, πρέπει να επ-αναλαμβάνεται ακατάπαυστα. Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που, από τη Σατούρα και μετά, ο ποιητής εγκαταλείπει τη γνωστική του θεολογία και εξομολογείται ανοιχτά τον σκεπτικισμό του, αν όχι την απόγνωσή του. Αν υπάρχει Θεός, είναι ένας Θεός «που δεν οδηγεί στη σωτηρία γιατί δεν γνωρίζει / τίποτα για εμάς και, προφανώς, / τίποτα για τον εαυτό του».

Γι’ αυτό οι θεολόγοι αναβάλλουν επιδέξια, αλλά όχι δίχως μια δόση υποκρισίας, την οριστική αποκοπή τους από τα γήινα για τον παράδεισο που έρχεται, όταν το αναστημένο σώμα, έχοντας γίνει πνευματικό, θα αποκαλύψει τη δόξα του και η ίριδα δεν θα είναι παρά μια άλως γύρω από αυτό που κάποτε ήταν η λάσπη της σάρκας. Δεν πρόκειται εδώ για έλλειψη πίστης, ως προς την οποία οι άνθρωποι είναι πάντοτε ανεπαρκείς. Αν η πίστη είναι, όπως λέει ο απόστολος, «ελπιζομένων υπόστασις», δηλ. η πραγματική ύπαρξη αυτών που ελπίζονται, ο ποιητής εδώ, όπως ίσως κάθε άνθρωπος, δεν πιστεύει αρκετά σε αυτά που φαίνεται να μην υπάρχουν και είναι, ωστόσο, πιο πραγματικά από εκείνα που φαίνεται να υπάρχουν και συνεπώς, όπως υποδεικνύουν οι θεολόγοι, πρέπει να αναβάλλει διαρκώς τα πράγματα που ελπίζει για έναν άλλο κόσμο.

Ενάντια σε αυτήν την αδυναμία της γνώσης να υπερβεί τον ανεξάλειπτο δυϊσμό της, χρειάζεται προπαντός να εγερθεί μια πολιτική ένσταση. Και αν η στρατηγική πρέπει να είναι πολιτική, μια πρώτη τακτική κίνηση είναι να μεταφέρουμε εδώ και τώρα όλα εκείνα που οι θεολόγοι μεταθέτουν στον μελλοντικό παράδεισο. Αν το ένδοξο σώμα θα επιδείξει στον παράδεισο όλα τα όργανά του, συμπεριλαμβανομένων αυτών της αναπαραγωγής και της αφόδευσης, τότε συμφέρει να αποσπάσουμε από το μέλλον αυτήν την υποθετική δόξα για να την επαναφέρουμε στον μοναδικό δυνατό της τόπο: το σώμα μας, εδώ και τώρα. Το ένδοξο σώμα δεν είναι ένα άλλο σώμα, είναι το ίδιο σώμα, απελευθερωμένο από τα μάγια που το διχάζουν ως προς τον εαυτό του, διαχωρίζοντας τη λάσπη από τα άστρα, το φως από το σκοτάδι. Όλα, όπως διδάσκουν οι Χασιδιστές, μπορούν να είναι σπινθήρες της θεότητας και, και όπως αναφέρεται με την ωμή, καυστική γλώσσα του Ταλμούδ, «τρία πράγματα προαναγγέλλουν τον καιρό που έρχεται: ο ήλιος, το Σάββατο και το tashmish», μια λέξη που σημαίνει τόσο τη σεξουαλική ένωση όσο και την αφόδευση.

Αν το καλό είναι σύμμεικτο με το κακό, αν η ίριδα δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη λάσπη, αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα υπάρχει μόνο αρνητικά σε σχέση με το άλλο. Αντίθετα και τα δύο, η ίριδα και η λάσπη, είναι τρόποι ή τροποποιήσεις του Θεού, που εκφράζουν –διαφορετικά, αλλά ισόκυρα– την ουσία του. Ο γνωστικός δυϊσμός καταρρέει και ακυρώνεται στη διατύπωση Deus sive natura, όπου το sive δεν εξαλείφει τη διαφορά, αλλά τη μετατρέπει σε ένα, θα λέγαμε, πολιτικό καθήκον. Το sive συνδέεται ετυμολογικά με τον σύνδεσμο sic, που σημαίνει  «ούτως» ή «έτσι» (εξού και το ιταλικό ως έκφραση συναίνεσης). Οι τρόποι είναι το «ούτως», το «έτσι» της θείας ουσίας, το απλό και κενωτικό δόσιμό της, η αυτοκατάφασή της. Αλλά ο τόπος αυτού του sive, αυτού του «έτσι» και αυτής της συναίνεσης, βρίσκεται σε κάθε άνθρωπο, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει ύπαρξη εδώ και τώρα στα «ελπιζόμενα» πράγματα. Ο Θεός είναι η φύση, τα άστρα είναι η λάσπη, όχι με μια παράλογη, εξωπραγματική ταυτότητα, αλλά επειδή ο άνθρωπος τους παρέχει τον τόπο της αμοιβαίας συναίνεσής τους, της δύσκολης και δύσβατης αλλά απλής συνταύτισής τους. Το σκοτάδι –όπως έχει ειπωθεί από έναν άλλο ποιητή– είναι το έργο του φωτός, και τίποτα από όσα συμβαίνουν στον κόσμο δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συνεργασία τους, στην οποία κάθε άνθρωπος είναι φιλοξενούμενος και μεσάζων.

Με αυτήν την οπτική πρέπει να ξαναδιαβαστεί η πολύτιμη Μικρή Διαθήκη, που ολοκληρώνει τη Θύελλα και ίσως περιέχει τη λιγότερο ασαφή και υπεκφυγική, αν και αντιφατική, μαρτυρία της πολιτικής πίστης του Μοντάλε. Αν η ίριδα είναι εδώ η «μαρτυρία / μιας πίστης που πολεμήθηκε, / μιας ελπίδας που κάηκε πιο αργά / από ένα γερό κούτσουρο στο τζάκι», τότε δεν μπορεί να είναι αληθινό, όσο κι αν το υπαινίσσεται αμέσως μετά ο ποιητής, ότι «μια ιστορία δεν διαρκεί παρά μόνο στη στάχτη / και η αντοχή είναι απλώς η εξαφάνιση». Στους στίχους που κλείνουν τη διαθήκη, ο Μοντάλε βρίσκει πράγματι, για πρώτη και ίσως τελευταία φορά, το νεύρο για μια ρητά πολιτική δήλωση: «Ο καθένας αναγνωρίζει τους δικούς του: η περηφάνια / δεν ήταν φυγή, η ταπείνωση δεν ήταν / δειλία, το αμυδρό μες στην τριβή στραφτάλισμα / εκεί κάτω δεν ήταν από σπίρτο».

 

[Αναρτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet , στη στήλη Una voce. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=36904]


[Σημείωση του Μεταφραστή: Το κείμενο αυτό είναι μια σύντομη αφήγηση των περιπετειών της ανθρώπινης γνώσης μέσα από την ανάγνωση της ποίησης του Μοντάλε.

Μπορεί να άνθρωπος να υπερβεί τον γνωστικιστικό δυϊσμό που τον κατατρύχει από την αρχή του βίου του;

Φαίνεται ότι ο ποιητής για τον οποίο μιλά ο φιλόσοφος αλλά και ο ίδιος ο φιλόσοφος που διαβάζει τον ποιητή καταλήγουν μέσα από τις σκολιές οδούς του μυαλού και της ανθρώπινης εμπειρίας στην αλήθεια (όχι για να θεμελιώσουν κάποιες θεολογικές ή μελλοντικές προσδοκίες): στην αλήθεια ως πολιτική στάση με βαθιά οντολογικό –και αμετάθετο για το μέλλον– περιεχόμενο.

Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε σε όλα και με όλα, το φως: και με τη νύχτα δηλαδή, και με τη λάσπη και με τους πόνους μας και τις ελλείψεις μας και με το θάνατό μας (που δεν είναι ηθικό κακό) να τραγουδήσουμε ότι τα πάντα είναι φως και όχι να λατρέψουμε το σκοτάδι μας σαν φως ή να παρουσιάσουμε το σκοτάδι μας σαν λιγότερο σκοτάδι.]


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Τι απομένει; – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 1.

«Έχω μια τέτοια δυσπιστία στο μέλλον που κάνω σχέδια μόνο για το παρελθόν». Αυτή η φράση του Φλαϊάνο – ενός συγγραφέα του οποίου τα λογοπαίγνια πρέπει να λαμβάνονται εξαιρετικά σοβαρά – περιέχει μια αλήθεια που αξίζει να στοχαστούμε. Το μέλλον, όπως και η κρίση, αποτελεί σήμερα ένα από τα κύρια και πιο αποτελεσματικά εργαλεία της εξουσίας. Είτε αυτό επισείεται ως ένα τρομακτικό σκιάχτρο (φτωχοποίηση και οικολογικές καταστροφές) είτε ως αχτινοβόλα ιστορική προοπτική (όπως συμβαίνει με τον ανόητα γλυκερό και κούφιο προοδευτισμό), η ουσία παραμένει ίδια: επιχειρείται να περάσει η ιδέα ότι πρέπει να προσανατολίζουμε τις πράξεις και τις σκέψεις μας αποκλειστικά προς το μέλλον. Ότι πρέπει, δηλαδή, να αφήσουμε κατά μέρος το παρελθόν, που δεν μπορεί να αλλάξει και άρα είναι άχρηστο –ή, στην καλύτερη περίπτωση, να το διατηρήσουμε σε ένα μουσείο– και, όσον αφορά το παρόν, να ενδιαφερόμαστε μόνο στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί την προετοιμασία του μέλλοντος. Τίποτα πιο ψευδές: το μόνο που κατέχουμε και μπορούμε να γνωρίζουμε με κάποια βεβαιότητα είναι το παρελθόν, ενώ το παρόν είναι εξ ορισμού δύσκολο να το συλλάβουμε και το μέλλον, που δεν υπάρχει, μπορεί να εφευρεθεί εκ του μηδενός από κάθε λογής απατεώνα. Να δυσπιστείτε, τόσο στην προσωπική ζωή όσο και στη δημόσια σφαίρα, απέναντι σε όποιον σας προσφέρει ένα μέλλον: αυτός σχεδόν πάντα προσπαθεί να σας παγιδεύσει ή να σας ξεγελάσει. «Δεν θα επιτρέψω ποτέ στη σκιά του μέλλοντος», έγραψε ο Ίβαν Ίλιτς, «να σκοτίσει τις έννοιες μέσω των οποίων μπορώ να σκέφτομαι και να αναλογίζομαι αυτό που είναι και αυτό που υπήρξε». Και ο Μπένγιαμιν παρατήρησε ότι με την ανάμνηση (που είναι κάτι διαφορετικό από τη μνήμη ως στατικό αρχείο) ενεργούμε στην πραγματικότητα πάνω στο παρελθόν, το καθιστούμε κατά κάποιον τρόπο ξανά δυνατό. Ο Φλαϊάνο είχε λοιπόν δίκιο προτείνοντάς μας να κάνουμε σχέδια για το παρελθόν. Μόνο μια αρχαιολογική έρευνα για το παρελθόν μπορεί να μας επιτρέψει να έχουμε πρόσβαση στο παρόν, ενώ ένα βλέμμα στραμμένο αποκλειστικά στο μέλλον μας στερεί, μαζί με το παρελθόν, και το παρόν μας.

2.

Φανταστείτε να μπαίνετε σε ένα φαρμακείο ζητώντας ένα φάρμακο που χρειάζεστε επειγόντως. Τι θα κάνατε αν ο φαρμακοποιός σας απαντούσε ότι το φάρμακο αυτό παρήχθη πριν από τρεις μήνες και επομένως δεν είναι διαθέσιμο; Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σήμερα μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο. Η αγορά των βιβλίων έχει γίνει ένα «Παραλογιστάν», όπου η συνεχής κυκλοφορία απαιτεί να παραμένει το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο όσο το δυνατό λιγότερο (συχνά όχι περισσότερο από ένα μήνα). Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο εκδότης προγραμματίζει βιβλία που πρέπει να εξαντλήσουν τις πωλήσεις τους –αν υπάρχουν– σε βραχυπρόθεσμο διάστημα και εγκαταλείπει την ιδέα να δημιουργήσει έναν κατάλογο που θα διαρκεί στο χρόνο. Γι' αυτό και εγώ –παρόλο που θεωρώ τον εαυτό μου καλό αναγνώστη– αισθάνομαι όλο και περισσότερο άβολα μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο (φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις), όπου οι πάγκοι είναι κατειλημμένοι μόνο από καινούργιες εκδόσεις και όπου βρίσκω όλο και πιο σπάνια το «φάρμακο» (δηλαδή το βιβλίο), του οποίου έχω ζωτική ανάγκη. Αν οι βιβλιοπώλες και οι εκδότες δεν επαναστατήσουν ενάντια σε αυτό το σύστημα, το οποίο έχει επιβληθεί ως επί το πλείστον από τους μεγάλους διανομείς, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει η ενδεχόμενη εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων. Έτσι όπως έχουν γίνει, ούτε καν θα μπορούμε να τα νοσταλγούμε.

3.

Ο Νικόλα Κιαρομόντε έγραψε κάποτε ότι το ουσιώδες ερώτημα, όταν αναστοχαζόμαστε τη ζωή μας, δεν είναι τι είχαμε ή τι δεν είχαμε, αλλά τι μένει από αυτήν. Τι απομένει από μια ζωή – αλλά επίσης και μάλιστα πρωτίστως: τι απομένει από τον κόσμο μας, τι απομένει από τον άνθρωπο, την ποίηση, την τέχνη, τη θρησκεία, την πολιτική, σήμερα που όλα, όσα ήμασταν συνηθισμένοι να συνδέουμε με αυτές τις τόσο επιτακτικές πραγματικότητες, εξαφανίζονται ή μεταμορφώνονται μέχρι να γίνουν αγνώριστα; Στον δημοσιογράφο που τη ρώτησε, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, «τι απομένει για εσάς από τη Γερμανία, όπου γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;», η Χάννα Άρεντ απάντησε «απομένει η γλώσσα». Αλλά τι είναι μια γλώσσα ως υπόλειμμα, μια γλώσσα που επιζεί από τον κόσμο του οποίου υπήρξε έκφραση; Και τι είναι αυτό που αληθινά μας απομένει, όταν μας απομένει μόνο η γλώσσα; Μια γλώσσα που μοιάζει να μην έχει πλέον τίποτα να πει και που, ωστόσο, πεισματικά παραμένει και αντιστέκεται και την οποία δεν μπορούμε να αποχωριστούμε; Θα ήθελα να απαντήσω: είναι η ποίηση. Τι είναι, στην πραγματικότητα, η ποίηση, αν όχι αυτό που απομένει από τη γλώσσα, αφού έχουν απενεργοποιηθεί μία προς μία οι κανονικές επικοινωνιακές και πληροφοριακές της λειτουργίες; Θυμάμαι ότι η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν μου είπε κάποτε ότι δεν ήταν ικανή να πάει στο χασάπη και να του ζητήσει: «δώστε μου ένα κιλό φιλετάκια». Δεν νομίζω ότι ήθελε να πει ότι η γλώσσα της ποίησης είναι μια πιο καθαρή γλώσσα, που βρίσκεται πέρα από τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε στο χασάπη ή για τις άλλες καθημερινές χρήσεις. Πιστεύω κυρίως ότι η γλώσσα της ποίησης είναι το άφθαρτο και ακατάλυτο που παραμένει και αντιστέκεται σε κάθε χειραγώγηση και σε κάθε διαφθορά, η γλώσσα που παραμένει ακόμη και μετά τη χρήση που της κάνουμε στα sms και στα tweet, η γλώσσα που μπορεί να καταστρέφεται απεριόριστα και ωστόσο παραμένει, όπως έχει γραφεί ότι ο άνθρωπος είναι το άφθαρτο που μπορεί να καταστρέφεται απεριόριστα. Αυτή η γλώσσα που απομένει, αυτή η γλώσσα της ποίησης –που είναι επίσης, το πιστεύω, η γλώσσα της φιλοσοφίας– σχετίζεται με αυτό που, στη γλώσσα, δεν λέει κάτι, αλλά καλεί. Δηλαδή, καλεί με το όνομα. Η ποίηση και η σκέψη διασχίζουν τη γλώσσα προς την κατεύθυνση του ονόματος, εκείνου του στοιχείου της γλώσσας που δεν διαλέγεται και δεν πληροφορεί, που δεν λέει κάτι για κάτι, αλλά ονομάζει και καλεί. Ένα σύντομο κείμενο που ο Ίταλο Καλβίνο συνήθιζε να αφιερώνει στους φίλους του ως την «πνευματική του διαθήκη» κλείνει με μια σειρά από κομμένες και σχεδόν λαχανιασμένες φράσεις: «θέμα της μνήμης – χαμένη μνήμη – το να διατηρείς και να χάνεις ό,τι χάθηκε – ό,τι δεν αποκτήθηκε – ό,τι αποκτήθηκε καθυστερημένα – ό,τι κουβαλάμε μαζί μας – ό,τι δεν μας ανήκει…». Πιστεύω ότι η γλώσσα της ποίησης, η γλώσσα που μας απομένει και καλεί, καλεί ακριβώς αυτό που χάνεται. Ξέρετε ότι, στην ατομική ζωή, καθώς και στη συλλογική, η μάζα των πραγμάτων που χάνονται, η σπατάλη των μικρών, ανεπαίσθητων και απαρατήρητων γεγονότων που ξεχνάμε καθημερινά είναι τόσο απροσμέτρητη, που κανένα αρχείο και καμία μνήμη δεν θα μπορούσαν να τα χωρέσουν. Αυτό που απομένει, αυτό το μέρος της γλώσσας και της ζωής που σώζουμε από την καταστροφή, έχει νόημα μόνο αν σχετίζεται στενά με το χαμένο, αν με κάποιο τρόπο το εκπροσωπεί, αν το καλεί με το όνομά του και, απαντά στο όνομά του. Η γλώσσα της ποίησης, η γλώσσα που απομένει, είναι για εμάς ακριβή και πολύτιμη, γιατί καλεί ό,τι χάνεται. Γιατί ό,τι χάνεται είναι του Θεού.

[ Αναρτήθηκε στις 11/06/2017 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση στο 14ο ηλεκτρονικό τεύχος του περιοδικού Φρέαρ: https://mag.frear.gr/ti-apomenei/ ]

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Ήταν λέει...

 Ήταν λέει, στον ύπνο του, στο εξωτερικό. Και εργαζόταν. Σε μια ηλικία απροσδιόριστη, όμως νεανική. Και ήταν κάποιοι καθισμένοι σε ένα πεζούλι, έξω από ένα σουπερμάρκετ και τον ρωτούσαν να τους πει, αν έχει δει και αν ξέρει πώς είναι το πρόσωπο ενός πολύ καλού, ενός άγιου ανθρώπου. Πώς είναι; Πόσο φωτεινό μπορεί να είναι; Και απαντά… όσο φωτεινό μπορεί να είναι σ’ ένα λειψό και συννεφιασμένο άνθρωπο… γιατί το φως πέφτει μέσα του αθόρυβα, σταγόνα σταγόνα και, ενώ είναι βράχος, ξαφνικά, χωρίς να ξέρει το πώς και το γιατί, τον περιλούζει και αναγνωρίζει ότι πάντα ήταν στο φως… και κλαίει…γιατί νόμιζε ότι άντεχε το σκοτάδι του σαν βράχος και ότι ήταν το σκοτάδι του το φως του.

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...