Παραβολή του Ασώτου
Η παραβολή του ασώτου αποτελεί μια δραματική αφήγηση που αντανακλά την ανθρώπινη εμπειρία, αφήνοντας ανοιχτό το τέλος της. Ο νεότερος γιος χαρακτηρίζεται ως άσωτος, αλλά στην πραγματικότητα, τόσο ο πατέρας όσο και οι δύο γιοι του ενσαρκώνουν μια εγγενή ασωτεία. Η ελλειμματικότητα είναι η κοινή μας συνθήκη.
Ο πατέρας της παραβολής έχει δυο γιους και δεν τους έχει, είναι πατέρας χωρίς σύντροφο, χωρίς γυναίκα, έχει περιουσία και δεν έχει. Έχει περιουσία που δέχεται, ακόμα και πριν πεθάνει, να κληροδοτήσει, αλλά οι γιοι του – ο ένας με τον ένα, ο άλλος με τον άλλο τρόπο – πιστεύουν ότι ο τρόπος που την μοιράζονται μαζί του δεν είναι ικανοποιητικός, είναι περιοριστικός. Οι δυο του γιοι, έχουν πατέρα χωρίς να έχουν μητέρα, αλλά κυρίως έχουν πατέρα χωρίς να έχουν πεποίθηση στην πατρική του αγάπη. Ο ένας διεκδικεί το μερίδιό του – και η διεκδίκησή του αυτή είναι, θα έλεγε κανείς, το αποτέλεσμα, μιας φυσικής εξέλιξης, μιας ενηλικίωσης – και το παίρνει γιατί με αυτόν τον τρόπο νομίζει ότι μπορεί να ζήσει, γιατί η ζωή του με τον πατέρα δεν είναι σωτηρία, αλλά δέσμευση και δουλεία. Ο άλλος γιος, ο μεγαλύτερος, μένει κοντά στον πατέρα, εργάζεται και φυλάσσει την πατρική περιουσία, αλλά δεν νιώθει ότι αναγνωρίζεται ως αγαπημένος γιος, αισθάνεται περισσότερο σαν πιστός υπηρέτης και επομένως αντί να ανταποδίδει στον πατέρα αγάπη, αντί να νιώθει γι᾽ αυτόν ευγνωμοσύνη, μάλλον τον φθονεί. Όλοι μα όλοι ζουν την παντελή αποτυχία στην αγάπη.
Ήλθε ωστόσο η ώρα που ο νεότερος γιος, όταν δαπάνησε όλη την περιουσία του και ενέσκηψε λιμός στη χώρα που ζούσε και έβοσκε χοίρους και έφθασε σε τέτοιο σημείο πείνας ώστε να επιθυμεί να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανένας δεν τον σπλαχνιζόταν, θυμήθηκε ότι ο πατέρας του θα έκανε τα πάντα για να τον ανακουφίσει από τη στέρηση, γιατί ήταν γιος του. Θυμήθηκε, αναστήθηκε και επέστρεψε. Ο πατέρας, μόλις τον βλέπει, δεν αντέχει να τον περιμένει στην πόρτα, αλλά τρέχει προς αυτόν, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί. Πριν καν προλάβει ο γιος να δηλώσει την αναξιότητά του να ονομάζεται γιος, ο πατέρας, αγγίζοντας τον γιο του, γιορτάζει την επιστροφή του και ζητεί να θυσιαστεί ο μόσχος ο σιτευτός για να χαρούν όλοι.
Ο μεγαλύτερος γιος, όμως, μένει έξω από το σπίτι, αρνούμενος να συμμετάσχει στη χαρά. Ο πατέρας βγαίνει να τον συναντήσει, τον προσκαλεί. Ο γιος επιμένει κάπως έτσι «Πότε χάρηκες όμοια για εμένα; Αυτός λοιπόν που έφυγε και σκόρπισε την περιουσία σου με πόρνες είναι γιος σου, αξίζει για να θυσιάσεις γι’ αυτόν τον μόσχο τον σιτευτό, ενώ εγώ που ζω κοντά σου και δουλεύω πιστά και υπάκουα δεν άξιζα να σε δω να χαίρεσαι έτσι; Θυσίασες ποτέ για εμένα έστω ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου;» «Έλα», του απαντά, «να χαρούμε μαζί, ο μόσχος ο σιτευτός θυσιάζεται για να γιορτάσουμε και να ευφρανθούμε επιτέλους μαζί, για να γίνουμε οικογένεια, για να αγαπηθούμε όπως μας πρέπει, για να χαρώ σαν πατέρας τα παιδιά μου και εσείς να χαρείτε επιτέλους τον πατέρα σας και τον αδελφό σας!».
Λάδι και έλεος, μύρο και βάλσαμο στάζει μέσα στο σπίτι από τη θυσία του μόσχου. Και κατά τρόπο θαυμαστό η εορταστική θυσία γίνεται το οντολογικό θεμέλιο της αγάπης που θα μπορούσε να συνενώσει και να συγκολλήσει με χρυσό τους αρμούς τριών διαιρεμένων και ελλειμματικών υπάρξεων. Συνιστά την ίδια την εκκλησία.
---
Για τα πατριαρχικά σχήματα στην Αγία Γραφή και την Εκκλησία
Όταν εκφράζαμε τον προβληματισμό μας στον π. Ιωάννη Ζηζιούλα για το γεγονός ότι η Εκκλησία λειτουργεί με πατριαρχικά σχήματα κατά απόλυτο τρόπο (Πατήρ, Υιός, μαθητές, απόστολοι, ιερείς), μας προέτρεπε να δούμε τα φύλα με εικονολογικό τρόπο και να μην προβάλλουμε στα θεολογικά πρόσωπα τις κοινωνικο-ιστορικές αντιλήψεις περί φύλου.
---
Για την εγγενή ασωτεία μας
Για να ξαναπιάσουμε το ζήτημα της εγγενούς ασωτείας, έξω από την παραβολή του ασώτου, ας θυμηθούμε τη διήγηση της Γένεσης για τη δημιουργία των δύο φύλων, όπου διατυπώνεται ως διαπίστωση πως η συνθήκη του ανθρώπου είναι η ελλειμματικότητα: «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον … τῷ δὲ ᾿Αδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ. καὶ ἐπέβαλεν ὁ Θεὸς ἔκστασιν ἐπὶ τὸν ᾿Αδάμ, καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε μίαν τῶν πλευρῶν αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς. καὶ ᾠκοδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ, εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν ᾿Αδάμ.»(Γένεση, 2: 18-22).
Με λίγα λόγια δεν αρκούσε το γεγονός ότι ο Αδάμ ήταν εξαρχής ελλιπής, αλλά έπρεπε να διαιρεθεί με τομή το αναγκεμένο σώμα του και να αποσπαστεί ένα πλευρό του για τη δημιουργία μιας επιπλέον ελλειμματικής ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο εγκαινιάζεται ωστόσο ένα νέο μυστήριο, το μυστήριο του πώς από τον μονήρη και ελλιπή άνδρα γίνεται κάποια μεταμόρφωση, γίνεται ένας αναπάντεχος πολλαπλασιασμός, γίνεται η μετάβαση σε δύο ελλείψεις και δύο μοναξιές ερωτευμένες ώστε ο Αδάμ να αναφωνήσει προφητικά: «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη· ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.» (Γένεση, 2, 22-24). Και είναι πράγματι θαυμαστό πώς η ελλειμματικότητα του Αδάμ, αντί να αποτελεί εμπόδιο, μετατρέπεται στα χέρια του πλάστη σε οντολογική μήτρα και αφετηρία μιας αγαπητικής σχέσης μέσω παράδοξης διαίρεσης και πολλαπλασιασμού. Η συγκεκριμένη διήγηση λοιπόν της Γένεσης δεν μπορεί να αφορά στενά τη δημιουργία των δύο βιολογικών φύλων του ανθρώπου… Εδώ πρόκειται κυρίως για τη διήγηση της απαρχής μιας αγαπητικής σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων, που μπορούν να αναφέρονται στον Θεό και να γίνονται σάρκα ο ένας για τον άλλο με το ίδιο τους το έλλειμμα.
---
Μυστήριο
Και να το μυστήριο:
Πώς ένα τίποτα σχεδόν μπορεί να πληθαίνει και να αβγατίζει;
Πώς πέντε άρτοι και δύο ψάρια μόνο σαν τεμαχίζονται μπορούν να πολλαπλασιάζονται και να περισσεύουν;
Πώς ένας πατέρας μονάχος, πλούσιος ή πτωχός, πάντως κατ’ ουσίαν πάμπτωχος, ένας πατέρας στο ύψος του τίποτα, με έναν γιο χαμένο, εξαθλιωμένο που επιστρέφει από τη χώρα της ασωτίας κι έναν άλλο γιο που μένει κοντά του και νομίζει ότι αδικείται από αυτόν, έναν γιο φθονερό γιατί δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι αγαπιέται σαν γιος, γίνεται ουράνιος, τρυφερός, και πρόσχαρα θυσιάζει το σχεδόν τίποτά του για να το μοιραστεί με τους γιους του, για να χαρούν όλοι μαζί και να χορτάσουν, για να γίνουν η οικογένεια, η εκκλησία ενός άλλου ουράνιου Πατέρα και μιας άλλης ουράνιας Μητέρας;