Αθήνα, 21 Νοεμβρίου 2014
(Μνήμη Ιωάννη Θ.)
1960. Δεκαπενταύγουστος. Το απόγευμα αρραβωνιάζεσαι. Το απόγευμα, όταν η μέρα θα κλίνει προς τη νύχτα, εύκολα, αυτόματα, θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, σαν το αυτοκίνητο που παίρνει, ύστερα από πολλές στροφές, να κατηφορίζει. Όλα θα γίνουν. Νέα ζωή, θα ξεκινήσει από εκεί. Από το σπίτι της μητέρας στην Τρίπολη. Και τι στροφές είναι αυτές! Απότομες, κλειστές στροφές, φουρκέτες! Είσαι αρχάριος οδηγός, ακολουθείς τον συγγενή της. Δεν πρέπει να φανεί η ατζαμοσύνη σου, δεν πρέπει να φανεί ότι δυσκολεύεσαι να συμπορευτείς με την ίδια ταχύτητα. Τι συνέβη; Βγήκες στην αντίθετη λωρίδα; Έστριψες βιαστικά το τιμόνι; Πάτησες μονομιάς, ασυναίσθητα, δυνατά, το φρένο; Τι συνέβη; Τα λάστιχα στριγγλίζουν. Ντεραπάρισε τ’αμάξι. Παίρνει τούμπες, μία, δύο, τρεις και στέκεται. «Πώς ένοιωσες, μπαμπά; Τι είπες, μέσα σου; Σκέφτηκες κάτι;». «Δεν σκέφτηκα τίποτα, δεν πρόλαβα καν να φοβηθώ, είπα μόνο..αυτό ήταν…τέλος…». Το αυτοκίνητο είχε σταθεί ανάποδα. Ο ουρανός, πλάι σου και πίσω, είχε σχεδόν κολλήσει στα καθίσματα. Έμεινες για λίγο ξαπλωμένος, ακίνητος. Δεν πονούσες, ανέπνεες. Δοκίμασες να σηκωθείς. Μπορούσες. Το πρόσωπο, τα χέρια σου ήταν μουτζουρωμένα. Το ανοικτό κουστούμι σου, από πάνω ως κάτω, καπνισμένο. Το σώμα σου εντούτοις δεν μαρτυρούσε το παραμικρό ίχνος αμυχής ή κάκωσης. Το απόγευμα έγιναν οι αρραβώνες. Κατόπιν η συνεστίαση και ο χορός, το γλέντι. Και το κεράκι σου να λειώνει αθόρυβα στη εκκλησία κάθε Δεκαπενταύγουστο, τόσο αθόρυβα που δεν το παίρναμε χαμπάρι ούτε εμείς, ούτε ο ορθολογισμός σου.
Αν για σένα τότε ήτανε νωρίς να πεθάνεις...
Για εμάς όμως σήμερα είναι αργά…
Δε μας βγαίνει ούτε σε εκείνη τη στροφή, της 15ης Μαΐου 2014, να πούμε «αυτό ήταν πατέρα…τέλος…»
Θέση Βίγλες. 1960. Δεκαπενταύγουστος...