Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ενοχλεί τόσο πολύ η διατύπωση περί ιεραρχίας στην Αγία Τριάδα. Υποστηρίζεται ότι ο Περγάμου παρερμηνεύει τη φράση του Χριστού «ὁ Πατήρ μου μείζων μου ἐστίν Ιω. ιδ' 28). Μα αυτό δεν ήταν για εκείνον σημείο ιεραρχίας με εξουσιαστικό πρόσημο, δεν καταδείκνυε κατωτερότητα, αλλά τρόπο ύπαρξης με υική ευγνωμοσύνη, θεμελιωτικό μιας αγάπης όχι ως αφηρημένης ουσίας αλλά ως ζώσας και προσωπικής οντολογικής σχέσης. Η επιμονή πολλών να «αποδομήσουν» αυτή τη θεώρηση φαίνεται μάλλον βιαστική, ή ακόμη και άδικη, αν χάνει αυτό το βάθος.
Είμαι υπέρ ενός θεολογικού-ποιητικού στοχασμού που δεν φοβάται τις «μεγεθύνσεις» μέσα στο μυστήριο, ούτε τις «ιεραρχίες» όταν είναι ριζωμένες στην αγάπη και όχι στην εξουσία.
Η επιμονή στην αιτιώδη σχέση των προσώπων οφείλεται στην ανάγκη οντολογικής θεμελίωσης της αγάπης ως τρόπου ύπαρξης με ευγνωμοσύνη. Όπως θα αδυνατούσαμε να πιστέψουμε ότι ο Θεός μπορεί να είναι Θεός αγάπης, όχι μόνο αν ο Υιός Του (το παιδί Του) δεν έπαιρνε πάνω Του, σαρκούμενος, τον πόνο και τον θάνατο, αλλά και αν δεν σταυρωνόταν μαρτυρικά και άδικα, όπως ένας εγκληματίας, για να αναλάβει ο ίδιος, στην ίδια Του τη σάρκα, και τα φρικιαστικά εγκλήματα σε βάρος των αθώων που βλέπουμε να συμβαίνουν διαρκώς γύρω μας, έτσι και δεν θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε τη φράση ότι «ο Θεός είναι αγάπη»,
αν δεν ακούγαμε εκείνα τα θεμελιωτικά και παρήγορα λόγια της υιικής ευγνωμοσύνης και αναγνώρισης του πατρικού μεγαλείου:
«ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μου ἐστίν» (Ιω. ιδ', 26-28),
καθώς και τα λόγια εκείνα της σπλαχνικής πατρικής ευδοκίας:
«Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. γ΄, 17 και ιζ΄, 5),
«Τίνι γὰρ εἶπέν ποτε τῶν ἀγγέλων· Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε, καὶ πάλιν· Ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν;» (Πρ. Εβρ. α΄, 5).
Στην ουσία είμαστε όλοι μας ανεξαιρέτως παιδιά και από το πρώτο μας κλάμα, μέσα στην πρώτη μας κραυγή, γνωρίζουμε ότι οφείλουμε την ύπαρξή μας σε εκείνο το μεγάλο σώμα, που είναι ολόκληρο ένα πρόσωπο αιτιώδες και θεμελιωτικό της ύπαρξής μας. Αλλά και η πατρότητα, τι μεγαλείο! Ένας μεγάλος άνθρωπος, ένα μεγάλο σώμα, που αυτός καθεαυτός ως αυθύπαρκτη μονάδα είναι ο κανένας, βρίσκει όλο το νόημά του στο μικρό, το ελάχιστο, το ανήμπορο βρέφος – στο ίδιο του το σπλάχνο, που εναγκαλίζεται και του έχει δώσει πρώτος το όνομά του, φωνάζοντας με ενθουσιασμό κάπως έτσι:
«Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε.» (Ψαλμ. β΄, 7).
Στην ουσία είμαστε όλοι μας ανεξαιρέτως παιδιά και επειδή κραυγάζουμε ενίοτε από τα βάθη της ύπαρξής μας σπαρακτικά, όπως ο καθένας και το καθετί στον κόσμο αυτό, με τους τόσους πόνους και τις τόσες αδικίες, έχουμε μια τυφλή πίστη ότι κάποιος, δεν μπορεί, μας ακούει – όπως υπήρχε κάποιος να ακούσει την κραυγή μας όταν γεννηθήκαμε και να μας παρηγορήσει. Γι’ αυτό ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, ο σταυρωθείς και αναστάς Κύριος, δεν μπορεί παρά να αποτελεί πάντοτε την κορυφαία σύλληψη στον απαρηγόρητο κόσμο μας και «το καταφύγιο όλων των ανθρώπινων ερώτων».
Σε αυτό το πλαίσιο εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί ενοχλεί τον συντάκτη του άρθρου και τους σχολιαστές - αναγνώστες του, η επίμονη διακήρυξη του Περγάμου ότι το Πρόσωπο του Θεού Πατέρα αποτελεί το αίτιο της θεότητας, ήτοι της θείας ουσίας. Με αυτή τη ρήση διατυπώνει την πίστη του ότι η ύπαρξη ενός Θεού αγάπης δεν ξεπηδά «εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν» από κάποια ουσία· δεν μπορεί να οφείλεται έτσι απλά σε μια θεία ουσία, αλλά κυρίως στο Πρόσωπο του Θεού Πατρός. Αυτή η διατύπωση θεμελιώνει οντολογικά την αγάπη και έναν τρόπο ύπαρξης εν ευγνωμοσύνη και αυτή η τριαδική θεολογία διαμορφώνεται με βάση τις μαρτυρίες του ιστορικού Ιησού, που δεν διαφοροποιείται από τον δοξασμένο εσχατολογικό Χριστό – δεν υπάρχει διάσπαση μεταξύ ιστορικού και εσχατολογικού Χριστού.
Και αυτά τα λέω, γιατί διαβλέπω μια υπερβολική προσπάθεια αποδόμησης ακόμα και των πιο ωραίων και γόνιμων σημείων της θεολογικής σκέψης του Περγάμου, σε βαθμό μάλιστα που, κατά τρόπο – εκτιμώ – εντελώς αβάσιμο, φθάνει ο συντάκτης στο σημείο να αναγνωρίσει στη σκέψη του εκλιπόντος το θεολογικό υπόβαθρο του κοινωνικού φύλου και του αυτοπροσδιορισμού, αλλά και – ούτε λίγο ούτε πολύ – να τον προσδιορίζει ως έναν σύγχρονο Άρειο.
Αναρωτιέμαι, επαναλαμβάνω, γιατί ενοχλούν μέσα στην άκτιστη θεότητα τα μεγέθη (δηλώσεις τέτοιες εισήχθησαν από τον Ιησού πρώτα και κύρια), καθώς και η ιεραρχία, που ούτως ή άλλως την έχει εισαγάγει η οντολογική έννοια της πατρότητας, εφόσον μάλιστα δεν πρόκειται για κτιστές πραγματικότητες αλλά για αντίληψη της θείας ζωής εν αγάπη και παραμυθία της δικής μας απαρηγόρητης ζωής. Γιατί ενοχλεί η έννοια της ιεραρχίας σε μια ζωή αγάπης, τη στιγμή που όλοι γνωρίζουμε πόσο «ψοφούν» για την ιεραρχία της εξουσίας και για την καθοδήγηση άλλων ανθρώπων ιερείς και θεολόγοι; Μήπως γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στηλιτεύονται στο άρθρο οι λέξεις «ιεραρχία» και «υποταγή», που ωστόσο σε μια πραγματικότητα θεϊκής αγάπης, με οντολογικό υπόβαθρο, δεν θα μπορούσαν να έχουν την έννοια της εξουσίας, της κυριαρχίας, της καθυπόταξης και της καθοδήγησης τυφλών από τυφλούς;
Πόσο σίγουροι είμαστε για το θεολογικό σύστημά μας και κυρίως πόση πεποίθηση έχουμε ότι είμαστε σε θέση να διαφωτίσουμε τους άλλους και να ξεκαθαρίσουμε ποιοι είναι αιρετικοί και ποιοι ορθόδοξοι;
Πιστεύω ότι η πραγματικά παρηγορητική θεολογία είναι κυρίως ποίηση, είναι ποιητικός τρόπος ζωής, έκφρασης και σκέψης, με πολλή απορία και αγωνία για την αλήθεια της αγάπης στη ζωή μας, για τη δυνατότητα βασιλείας στις καρδιές μας μιας τέτοιας λογής θείας κοινωνίας και πνευματικά εμπνευσμένης ζωής.
Η απόλυτη βεβαιότητα στα θεολογικά μας συστήματα είναι επικίνδυνη. Έλεγε ένας γνωστός ψυχίατρος και λογοτέχνης: «Η ψυχιατρική δεν με έμαθε τίποτα για την ψυχή του ανθρώπου, για την ψυχή του ανθρώπου κυρίως διδάχτηκα από τη λογοτεχνία». Νομίζω ότι το ίδιο ισχύει κατ’ επέκταση για τη θεολογία. Στην ουσία οι θεολογικοί στοχασμοί δεν μας έμαθαν τίποτα για τον Θεό. Περισσότερο μας διδάσκει η κοινή ζωή των κοινών ανθρώπων και οι καθημερινές ιστορίες τους.
Πριν παραθέσουμε και παρασκευάσουμε με επιστημονική λεπτομέρεια ένα άψογο θεολογικό σύστημα, το οποίο ωστόσο είναι ικανοί να το εννοήσουν και να το καθορίσουν λίγοι, ας μεριμνούμε να μη διαγράφουμε με μονοκοντυλιά ανθρώπους και κάποιες ενδεχομένως γόνιμες ιδέες τους. Πριν φανερωθούμε ως καλοί και άψογοι θεολόγοι, ας είμαστε πατέρες των απαρηγόρητων, έστω και αν αυτή η πατρότητα εκφράζει μιαν άγια ιεραρχία.