Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Η άξεστη δήλωση του Χάιντεγκερ στην συνέντευξή του στο «Spiegel» το 1976: «Μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει» προκαλεί πάντα αμηχανία. Για να την κατανοήσουμε, είναι καταρχάς απαραίτητο να την επανατοποθετήσουμε στο πλαίσιο των συμφραζομένων. Ο Χάιντεγκερ μόλις έχει μιλήσει για την πλανητική κυριαρχία της τεχνικής, η οποία φαίνεται ότι είναι αδύνατο να υπαχθεί σε έλεγχο ή διακυβέρνηση. Η φιλοσοφία και οι άλλες πνευματικές δυνάμεις – η ποίηση, η θρησκεία, οι τέχνες, η πολιτική – έχουν χάσει την ικανότητα να «ταρακουνούν» ή έστω να προσανατολίζουν τη ζωή των λαών της Δύσης. Όθεν η πικρή διάγνωση ότι αυτές «δεν μπορούν να παραγάγουν άμεση αλλαγή στην τρέχουσα κατάσταση του κόσμου» και η αναπόφευκτη συνέπεια σύμφωνα με την οποία «μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει». Ότι επ’ ουδενί τίθεται εδώ το ζήτημα μιας χιλιαστικής προφητείας επιβεβαιώνεται αμέσως μετά από την διευκρίνιση ότι πρέπει να προετοιμαστούμε όχι μόνο «για την εμφάνιση ενός Θεού», αλλά επίσης και περισσότερο ακόμα «για την απουσία ενός Θεού που δύει, για το γεγονός ότι καταποντιζόμαστε μπροστά στον απόντα Θεό».

Εξυπακούεται ότι η διάγνωση του Χάιντεγκερ δεν έχει χάσει σήμερα τίποτα από την επικαιρότητά της· είναι, αντίθετα, θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί, ακόμη πιο αδιαμφισβήτητη και αληθινή. Η ανθρωπότητα έχει απαρνηθεί την καθοριστική σημασία των πνευματικών προβλημάτων και έχει δημιουργήσει μια ειδική σφαίρα στην οποία τα περιορίζει: τον πολιτισμό. Η τέχνη, η ποίηση, η φιλοσοφία και οι άλλες πνευματικές δυνάμεις, όταν δεν έχουν απλώς σβήσει και εξαντληθεί, περιφράσσονται σε μουσεία και πολιτιστικούς οργανισμούς κάθε είδους, όπου επιβιώνουν ως ψυχαγωγίες και διασκεδάσεις λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέρουσες για την πλήξη της ύπαρξης (και συχνά όχι λιγότερο πληκτικές).

Πώς πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε τη πικρή διάγνωση του φιλοσόφου; Με ποια έννοια «μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει»; Εδώ και σχεδόν δύο αιώνες – από τότε που ο Χέγκελ και ο Νίτσε κήρυξαν το θάνατό του, η Δύση έχει χάσει το θεό της. Αλλά αυτό που έχουμε απολέσει είναι μόνο ένας θεός, στον οποίο θα ήταν δυνατό να δώσουμε όνομα και μία ταυτότητα. Ο θάνατος του Θεού είναι, στην πραγματικότητα, η απώλεια των θείων ονομάτων («λείπουν τα θεία ονόματα», παραπονιόταν ο Χαίλντερλιν). Πέρα από τα ονόματα, ωστόσο, παραμένει το πιο σημαντικό: το θείο. Όσο θα είμαστε ικανοί να αντιλαμβανόμαστε ως πράγματα θεία ένα λουλούδι, ένα πρόσωπο, ένα πουλί, μια χειρονομία ή ένα λεπτό φυλλαράκι χόρτου, θα αντέχουμε να ζούμε χωρίς να μπορούμε να ονοματίζουμε έναν Θεό. Μας αρκεί το θείο, το επίθετο μας ενδιαφέρει περισσότερο από το ουσιαστικό. Όχι «ένας Θεός» – μάλλον: «μόνο το θείο μπορεί να μας σώσει».

[Αναρτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=37029] 


Μανία που ονειρεύεται– του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Στο Εθνικό Ρωμαϊκό Μουσείο του ανάκτορου Αλτέμπς φυλάσσεται μία μαρμάρινη κεφαλή που, κατά την παράδοση, παριστάνει κάποιαν Ερινύα αποκοιμισμένη. Το πρόσωπο της Ερινύας, που οι Ρωμαίοι ονόμαζαν Furia, δηλ. θεότητα μαινόμενη (αν πρόκειται πράγματι για κάποιαν από τις τρεις μαινόμενες θεές, είτε την Αληκτώ, είτε τη Μέγαιρα είτε την Τισιφόνη), με τα μάτια κλειστά, τις τούφες των ανακατεμένων μαλλιών στο μέτωπο και το μάγουλο, τα χείλη μόλις ανοιγμένα, αναπαύεται ήσυχα πάνω σ’ ένα μαξιλάρι από σκοτεινό μάρμαρο, σαν να ονειρεύεται.

Μια Ερινύα, μια μαινόμενη θεά, που αντί να θρηνεί και να ωρύεται, τινάζοντας τη φιδίσια της κόμη, κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται, διαψεύδει τον ίδιο της τον εαυτό. Ωστόσο, ακριβώς και μόνο το όνειρο ή ο ύπνος μιας μαινόμενης θεάς μοιάζει με τη σκέψη. Η σκέψη δεν είναι μόνο θεωρητικός στοχασμός, είναι προπαντός μανία. Μπορεί να υπάρξει σκέψη, μπορεί να υπάρξει θεωρητική ενόραση, μόνο αν προηγηθεί η μανία, αν, κοιτάζοντας την αποτροπιαστική αθλιότητα των ανθρώπων και του κόσμου, ο νους — όπως έλεγε ο Τζορντάνο Μπρούνο — που έχει κατέλθει «στα έγκατα του Άδη… νιώθει να τον κατασπαράζουν και να τον κομματιάζουν».

Και μόνο αν μέσα στον ηρωϊκό θυμό μας, στη δική μας ηρωική μανία, καταφέρνουμε να κλείνουμε τα μάτια και να ονειρευόμαστε, βρίσκουμε αληθινή γαλήνη, αποκτούμε ενόραση και θεωρία. Τα όνειρά μας δεν είναι τότε φαντασίες με τα μάτια ανοιχτά, που ξέρουμε ότι είναι απατηλές και μάταιες, αλλά αλήθειες στις οποίες, έστω και με τα μάτια κλειστά, δεν μπορούμε παρά να πιστέψουμε, γιατί πρώτα είδαμε την εκδικητική μανία και την πλάνη. Η σκέψη είναι αυτή η γαλήνευση της μανίας, είναι μια Ερινύα που ονειρεύεται.

[Αναρτήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Απομακρύνεται ο ορίζοντας του πραγματικού

«Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων – να τους σκεπάσει μια εικόνα. » γράφει στους Χτίστες ο Γιώργος Χειμωνάς. Όλο και περισσότερο απομακρύνεται ο ορίζοντας του πραγματικού. Όλο και περισσότερο λατρεύεται και προσκυνάται η τέχνη αντί για τον Δημιουργό. Αργά και σταθερά εξουθενώνεται η ίδια η υπόσταση του βλέμματος. Τα μάτια δεν βλέπουν μακριά. Δεν ατενίζουν ουρανό. Δεν συνδέουν με κάτι άλλο, έξω από τον εαυτό μας. «Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος με ένα υλικό σαν σημασία.» συνεχίζει ο συγγραφέας. Κι εγώ συνεχίζω αναμασώντας τα λόγια του για να πω κάτι διαφορετικό ίσως από ό,τι εκείνος εννοούσε: κάτι σαν ζωή φαίνεται τώρα στους τοίχους και τις οθόνες μας. Κάτι από ένα υλικό σαν σημασία. Όλο και περισσότερα πράγματα φαίνεται ότι γνωρίζουμε. Για όλο και περισσότερα πράγματα φαίνεται ότι μπορούμε να μιλήσουμε. Αλλά ακόμα και οι καυγάδες μας γίνονται περί όνου σκιάς. Απομακρύνεται ο ορίζοντας του πραγματικού. Και χάνεται η γνώση των ορίων μας: η αληθινή ζωή και χαρά που συνοψίζεται στο «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Και ίσως σήμερα ο ύπνος να είναι η τελευταία δημιουργική απασχόληση που μας απέμεινε: ο έξαφνος και σύντομος δρόμος του ουρανού. 


Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Κυριακή των Εικόνων

Η τιμητική προσκύνηση των εικόνων είναι βέβαια μακραίωνο καθεστώς και η πανηγυρική περιφορά τους καθιερωμένο έθιμο. Αυτήν την ημέρα διακηρύσσεται μέσα από μύριες εικόνες, μύριες μορφές και μύριες φωνές, μέσα από ολόκληρο τον υλικό κόσμο, και χωρίς καμία υλοφροσύνη, η Σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού αλλά και το ακάματο έργο του Πνεύματος να μετατρέψει τα πάντα σε πρόσωπα. 

Ωστόσο, αν «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μέγας Βασίλειος), έχω συχνά την εντύπωση ότι οι εικόνες στην εκκλησία λατρεύονται όχι για να αποδοθεί τιμή στο πρωτότυπο αλλά αντίθετα ως αντικείμενα – κοσμήματα (πολύτιμα και περίτεχνα) ενός ψυχολογικού μηχανισμού εξιλέωσης και αυτοδικαίωσης, παρέχοντας την ασφάλεια ότι είναι μακριά από κάθε ζωντανό πρωτότυπο με το οποίο θα μπορούσαμε να συγχρωτιστούμε.

Αλλοίμονο στις ζώσες υπάρξεις εντός και εκτός των ναών. Αλλοίμονο στα ζωντανά πρωτότυπα που χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμία τύψη περιφρονούνται και εγκαταλείπονται κάτω από πολλά στρώματα επιχωματώσεων, μόνο και μόνο γιατί είναι άνθρωποι καθημερινοί και ίσως ανώνυμοι, που δεν πρόκειται να κανονικοποιηθούν ως άγιοι.

Όμως στο Ευαγγέλιο της Κρίσεως διαβάζουμε ότι δίκαιοι και άδικοι θα ρωτήσουμε τον Χριστό πότε τον είδαμε, γιατί ποτέ δεν τον αναγνωρίσαμε. Και αυτός θα μας απαντήσει ότι δεν εμφανίστηκε μπροστά μας όπως περιμέναμε να τον δούμε, ενδεδυμένος με τη δόξα που εμείς θέλαμε να του αποδώσουμε για να τον προσκυνήσουμε δικαιολογημένα, αλλά ως αναγκεμένος, ως γυμνός, ως φυλακισμένος, ως ένας ανώνυμος ζητιάνος της καθημερινής ζωής. 

Αν λοιπόν πράγματι πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι η εικόνα του Θεού, η αληθινή και ζώσα εικόνα Του, τότε αναρωτιέμαι και μπερδεύομαι - όχι δεν είμαι εικονοκλάστης - για ποιες εικόνες τελικά πανηγυρίζουμε την Κυριακή των Εικόνων στην Εκκλησία;


Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Αλληγορία της πολιτικής – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Είμαστε όλοι στην κόλαση, όμως κάποιοι φαίνεται να πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουν εδώ από το να μελετούν και να περιγράφουν λεπτομερώς τους διαβόλους, τη φρικτή και αποτρόπαια όψη τους, τις βάναυσες συμπεριφορές τους, τις ύπουλες μηχανορραφίες τους. Ίσως αυταπατώνται ότι έτσι θα γλιτώσουν από την κόλαση και δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτό με το οποίο καταγίνονται δεν είναι παρά η χειρότερη από τις οδύνες που οι διάβολοι έχουν επινοήσει για να τους βασανίσουν. Όπως ο χωρικός στην καφκική παραβολή, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μετρούν τους ψύλλους στον γιακά του φρουρού. Δεν έχουν, βέβαια, περισσότερο δίκιο εκείνοι που, αντίθετα, περνούν τον χρόνο τους στην κόλαση περιγράφοντας τους αγγέλους του παραδείσου – κι αυτή είναι μία οδύνη, φαινομενικά λιγότερο σκληρή, μα όχι λιγότερο μισητή από την άλλη.

Η αληθινή πολιτική βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο οδύνες. Ξεκινά καταρχήν με το να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε και ότι δεν μπορούμε να διαφύγουμε τόσο εύκολα από την κολαστήρια μηχανή που μας περιβάλλει. Για τους δαίμονες και τους αγγέλους ξέρουμε ό,τι ξέρουμε, όμως ξέρουμε επίσης ότι η κόλαση οικοδομήθηκε με μια απατηλή φαντασίωση του παραδείσου και ότι σε κάθε εδραίωση των τειχών της Εδέμ αντιστοιχεί η εμβάθυνση της αβύσσου της Γέεννας. Γνωρίζουμε λίγα για το καλό και δεν αποτελεί αντικείμενο στο οποίο μπορούμε να εντρυφήσουμε· το κακό το ξέρουμε μόνο στο βαθμό που εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε τη μηχανή της κόλασης που μας βασανίζει. Ίσως να μην υπήρξε ποτέ επιστήμη του καλού και του κακού και, πάντως δεν μας ενδιαφέρει εδώ και τώρα. Η αληθινή γνώση δεν είναι επιστήμη – είναι, μάλλον, μια διέξοδος. Και είναι πιθανό ότι αυτή σήμερα ταυτίζεται με μια πεισματική, διαυγή, γρήγορη αντίσταση επιτόπου.


[Αναρτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 


Μέλλον

Μέλλον είναι αυτό που μου έχω να ζήσω, που είναι η ζωή μου, που έχω αρχίσει να το ζω, που χωνεύεται μέσα μου σαν αμυδρή ανάμνηση, αλλά δεν μπορώ να το ζήσω ακόμα στην πληρότητά του. Κάθε παρελθόν είναι μια μελλοντική ανάμνηση. Και όλες οι στιγμές που παρέρχονται συνιστούν ένα αίνιγμα: διαπλέκονται και συναντώνται σε ένα άγνωστο μέλλον. Για όλα –τι παράξενο– μας κατατρύχει μια βαθιά νοσταλγία χωρίς καμιάν επιθυμία επιστροφής. 

Αλλά μέλλον είναι επίσης αυτό που πρέπει να αφήνω πίσω μου για να ζω, για να ατενίζω το φως. 

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Αδάμ πού ει;

Πώς να ήταν άραγε… πώς να ηχούσε η φωνή του Θεού στον κήπο της Εδέμ, όταν καλούσε τον Αδάμ, μετά την παρακοή και την πτώση του;

Πιστεύω πως ηχούσε με ανείπωτη αγωνία και αγάπη κάπως έτσι… Πού είσαι παιδί μου, πού είσαι σπλάχνο μου; Σήκω, έλα όπως πριν κοντά μου, γιατί μου κρύβεσαι, γιατί με φοβάσαι; Σου συνέβη αυτό για το οποίο σε είχα προειδοποιήσει, έπαθες αυτό που φοβόμουν ότι θα πάθεις, δώσε μου τώρα τις πληγές σου, άσε με να γίνω η θεραπεία σου. 

Έφαγες από τον καρπό που δεν έπρεπε και γέμισες πληγές και ένιωσες το θάνατο; Εγώ θα πάρω αυτές τις πληγές και το θάνατο και τις αποτυχίες σου πάνω μου, θεραπευμένες, αναστημένες, εγώ θα γίνω τώρα θάνατος και Ανάσταση για εσένα, εγώ είμαι ο καρπός που έχεις ανάγκη να τρως για να ζεις, εμένα να βλέπεις παντού, εγώ έρχομαι να σε ελκύσω ακόμα και στις αποτυχίες σου, εγώ θέλω να είμαι ο μαγνήτης όλων των πόθων σου.

Κι ο Αδάμ, που είχε θελήσει να γίνει Θεός χωρίς τον Θεό, απάντησε ότι ακούγοντας τη φωνή του Θεού…αντί να αναθαρρήσει και να τρέξει κοντά του, φοβήθηκε και κρύφτηκε. Και πρόσθεσε μάλιστα ότι «φταίει η γυναίκα που μου έδωσες βοηθό», φταίει η πολυτιμότερη εικόνα της παρουσίας σου, το πολυτιμότερο δώρο σου... φταίει αυτή για το τωρινό μου κατάντημα… φταίει εκείνη που βλέποντάς την είχα νιώσει ότι ήταν σάρκα από τη σάρκα μου και είχα γίνει προφήτης και άνδρας ερωτευμένος... 

Κι ο Θεός ανήγγειλε τότε στον Αδάμ με θλίψη και αγωνία ότι θα του επέτρεπε να τον εγκαταλείψει, να φύγει από τον παράδεισο… να κρύβεται από αυτόν… να τον κατηγορεί ως άδικο και να τον ακούει κρυμμένος με τρόμο ως ακαταμάχητο ανταγωνιστή και όχι ως αγάπη μέχρι να νιώσει ότι η αγάπη δεν τον εγκατέλειψε ποτέ… ότι ήρθε και σκήνωσε μέσα του, μέσα στη ζωή του… ότι αναδύθηκε από την ίδια εκείνη γυναίκα που βιάστηκε να κατηγορήσει... ότι αναδύθηκε από εκείνη για να συντρίψει κάθε κακό…


Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Αναφορικά με τα πλεονεκτήματα του να μην ακουγόμαστε – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ανεπίκαιρος είναι, πρωτίστως, εκείνος ο λόγος που απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο, σε καμία περίπτωση, δεν θα μπορέσει να τον δεχτεί. Όμως, ακριβώς αυτό καθορίζει την αξιολογική του κατάταξη. Αν ένα βιβλίο που απευθύνεται μόνο στους προκαθορισμένους αναγνώστες του είναι ελάχιστα ενδιαφέρον και δεν επιβιώνει πέρα από το κοινό στο οποίο προοριζόταν, η αξία ενός έργου μετριέται αντίθετα από την προκλητική τόλμη με την οποία απευθύνεται σε εκείνους που δεν θα μπορέσουν να το αποδεχτούν. Προφητεία, προορισμένη να μείνει ανήκουστη και αδιάβαστη, είναι το όνομα αυτής της ιδιαίτερης τόλμης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπολογίζει πως μιαν ημέρα – μακρινή προς το παρόν – θα αναγνωριστεί: ένα έργο παραμένει ζωντανό μόνο όσο υπάρχουν αναγνώστες που δεν μπορούν να το αποδεχτούν. Η κανονικοποίηση, που καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή του, είναι στην πραγματικότητα η κατεξοχήν μορφή της κατάπτωσής του. Μόνο στον βαθμό που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου κάτι από την ανεπικαιρότητά του, το έργο μπορεί να βρει τους αυθεντικούς του αναγνώστες, δηλαδή εκείνους που θα πρέπει να υποστούν το τίμημα της αδιαφορίας ή την εχθρότητας των άλλων.

Η τέχνη της γραφής δεν συνίσταται, επομένως, μόνο – όπως έχει υποστηριχθεί – στο να συγκαλύπτει ή να αφήνει ανείπωτες τις αλήθειες που είναι πολυτιμότερες για εμάς, αλλά, πρωτίστως, στην ικανότητα να επιλέγει το κοινό που δεν θα θελήσει να τις δεχτεί. Εξυπακούεται ότι αυτή η επιλογή δεν είναι καρπός υπολογισμού ή σχεδίου, αλλά αποκλειστικά μιας γλώσσας που δεν παραχωρεί τίποτε στην επικαιρότητα – δηλαδή στους κανόνες που ορίζουν τι μπορεί να λεχθεί και με ποιον τρόπο. Είτε ξεκάθαρος και αδιαμφισβήτητος είτε, όπως συχνά συμβαίνει, σκοτεινός και δυσνόητα αρθρωμένος, προφητικός είναι πάντοτε εκείνος ο λόγος, του οποίου η δύναμη έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι παραμένει ανήκουστος.

[Αναρτήθηκε στις 13/10/2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Σάββατο 1 Μαρτίου 2025

Ανάσταση

 Της μνήμης 

τα σκαλιά κατέρχομαι ένα ένα

–και κάποτε κατρακυλώντας–

ως το χώμα. 

Ως εκεί όπου

το στήθος μου δεν φθάνει

για τη γλυκόπικρη, πλατιά συγνώμη

κι άλλην ανάσταση από εσένα δεν γνωρίζει. 


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...