Η τιμητική προσκύνηση των εικόνων είναι βέβαια μακραίωνο καθεστώς και η πανηγυρική περιφορά τους καθιερωμένο έθιμο. Αυτήν την ημέρα διακηρύσσεται μέσα από μύριες εικόνες, μύριες μορφές και μύριες φωνές, μέσα από ολόκληρο τον υλικό κόσμο, και χωρίς καμία υλοφροσύνη, η Σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού αλλά και το ακάματο έργο του Πνεύματος να μετατρέψει τα πάντα σε πρόσωπα.
Ωστόσο, αν «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μέγας Βασίλειος), έχω συχνά την εντύπωση ότι οι εικόνες στην εκκλησία λατρεύονται όχι για να αποδοθεί τιμή στο πρωτότυπο αλλά αντίθετα ως αντικείμενα – κοσμήματα (πολύτιμα και περίτεχνα) ενός ψυχολογικού μηχανισμού εξιλέωσης και αυτοδικαίωσης, παρέχοντας την ασφάλεια ότι είναι μακριά από κάθε ζωντανό πρωτότυπο με το οποίο θα μπορούσαμε να συγχρωτιστούμε.
Αλλοίμονο στις ζώσες υπάρξεις εντός και εκτός των ναών. Αλλοίμονο στα ζωντανά πρωτότυπα που χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμία τύψη περιφρονούνται και εγκαταλείπονται κάτω από πολλά στρώματα επιχωματώσεων, μόνο και μόνο γιατί είναι άνθρωποι καθημερινοί και ίσως ανώνυμοι, που δεν πρόκειται να κανονικοποιηθούν ως άγιοι.
Όμως στο Ευαγγέλιο της Κρίσεως διαβάζουμε ότι δίκαιοι και άδικοι θα ρωτήσουμε τον Χριστό πότε τον είδαμε, γιατί ποτέ δεν τον αναγνωρίσαμε. Και αυτός θα μας απαντήσει ότι δεν εμφανίστηκε μπροστά μας όπως περιμέναμε να τον δούμε, ενδεδυμένος με τη δόξα που εμείς θέλαμε να του αποδώσουμε για να τον προσκυνήσουμε δικαιολογημένα, αλλά ως αναγκεμένος, ως γυμνός, ως φυλακισμένος, ως ένας ανώνυμος ζητιάνος της καθημερινής ζωής.
Αν λοιπόν πράγματι πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι η εικόνα του Θεού, η αληθινή και ζώσα εικόνα Του, τότε αναρωτιέμαι και μπερδεύομαι - όχι δεν είμαι εικονοκλάστης - για ποιες εικόνες τελικά πανηγυρίζουμε την Κυριακή των Εικόνων στην Εκκλησία;