Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο Θεός και κόσμος

Θυμάμαι ότι ο Μητροπολίτης Περγάμου, σε μία από τις συγκινητικές παραδόσεις του μαθήματος της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, υπογράμμισε ότι ο Θεός, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δεν βλέπει τη φύση και τα όντα ως αντικείμενα, αλλά ως ίδια θελήματα.

Σκέφτομαι ότι τούτο σημαίνει πως σε Αυτόν δεν υπάρχει το χάσμα μεταξύ Δημιουργού και δημιουργίας, μεταξύ πρόθεσης και έργου, δυνάμεως και ενέργειας, αλλά παραδίδεται ολόκληρος σε εκείνο που ανασύρει από το μηδέν, έξω από τον εαυτό Του, δίνοντάς του σπαραχτική φωνή και σώμα. Του παραδίδεται απολύτως μέσω του Υιού Του, όχι σαν κάποιος που επεμβαίνει, αλλά ως νήπιο ή δίνοντας ερωτικά το χέρι ως νυμφίος.

Ο κόσμος δεν αποτελεί την πραγμάτωση ενός σχεδίου ή κάποιας ιδέας Του, αλλά είναι ένας ελεύθερος τρόπος της ύπαρξής Του. Είναι η συντελούμενη και μη συντελεσμένη ακόμη Εκκλησία Του. Ο κόσμος δεν συνιστά κάποια αντικειμενική πραγματικότητα, όπου πρέπει να επέμβει ως παντοδύναμος ή δικαστής ή ισχυρός βοηθός ή λυτρωτής ή σωτήρας για την εκπλήρωση κάποιου απώτερου σκοπού. Είναι η μήτρα στην οποία γεννιέται ως μωρό.

Η φύση και τα όντα δεν αποτελούν αντικείμενα πραγματοποιημένα ή δυνάμενα να πραγματοποιηθούν, αλλά λόγους προσωπικούς και σαρκωμένους και σπαραχτικούς σχέσης προαιώνιας και άκτιστης.

Και όπως ο ερχομός του κόσμου στην ύπαρξη, με το είπε και εγένετο (πράγμα το οποίο ενεργείται άχρι του νυν και δεν αποτελεί τετελεσμένο ιστορικό γεγονός), με πόθο και έρωτα για εκείνο που λάμβανε και λαμβάνει, μέσα στα ίδια Του τα χέρια, σώμα και φωνή και πρόσωπο, δεν ήταν αναγκαίος αλλά ελεύθερος, έτσι και η γέννησή Του στον κόσμο ως βρέφος δεν ήταν αναγκαία αλλά εξαρτιόταν από το γένοιτο, από την κατάφαση και το αγαπητικό δόσιμο της ύπαρξης μιας γυναίκας. 

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Αντιφάσεις

Έχει ειπωθεί ότι ο κάθε άνθρωπος έχει κάτι που τον εμποδίζει να ζήσει.
Μάλλον επαληθεύεται αυτό. Εντούτοις επαληθεύεται επίσης ότι συχνά ο ίδιος ο άνθρωπος που «έχει κάτι που τον εμποδίζει να ζήσει» –και πόσω μάλλον εκείνος που είναι ιερέας ή καθηγητής– μιλά δονκιχωτικά για την αξία της ζωής, τη χαρά και τον έρωτα και διακηρύσσει μάλιστα ότι έχει βρει τον τρόπο για να ζουν σωστά τόσο ο εαυτός του όσο και οι άλλοι. Όσο για τον εαυτό, αυτός και αν είναι αστείο που το παίρνουμε πάντοτε πολύ στα σοβαρά.

Μα είναι αλήθεια ότι κάτι μας εμποδίζει να ζήσουμε; Ή μήπως, στην πραγματικότητα, δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε ότι ήδη τα έχουμε ζήσει όλα;


Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΤΡΩΣΕΩΣ - του Πιερ Πάολο Παζολίνι

Είμαι υπέρ των οκτώ δημοψηφισμάτων που προτάθηκαν από το ριζοσπαστικό κόμμα και θα ήμουν πρόθυμος να κάνω άμεσα μιαν εκστρατεία για το σκοπό αυτό. Συμμερίζομαι με το ριζοσπαστικό κόμμα την αγωνία της επικύρωσης, την αγωνία να περιβληθούν με το νόμιμο τύπο και να εγκριθούν οι θέσεις του σε ζητήματα υπαρκτά: αυτή είναι η πρώτη αρχή της δημοκρατίας. Εντούτοις, έχω τραυματιστεί από τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, επειδή τη θεωρώ, όπως πολλοί, νομιμοποίηση  δολοφονίας.

Στα όνειρα και στην καθημερινή συμπεριφορά μου – κάτι κοινό για όλους τους ανθρώπους – ζω την προγεννητική ζωή μου, τη χαρούμενη βύθιση μου στα μητρικά νερά: Ξέρω ότι εκεί υπήρχα. Και περιορίζομαι να αναφέρω τούτο μόνο, επειδή έχω πιο επείγοντα πράγματα να πω για την άμβλωση. Ότι η ζωή είναι ιερή είναι προφανές: είναι μια αρχή ισχυρότερη από κάθε αρχή της δημοκρατίας και είναι ανώφελο να το επαναλάβω. Το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να πω είναι το εξής: όσον αφορά την άμβλωση, είναι η πρώτη και η μόνη περίπτωση κατά την οποία όλοι οι ριζοσπάστες και οι πιο αγνοί και αυστηροί δημοκράτες επικαλούνται τη Realpolitik και ως εκ τούτου καταφεύγουν στην «κυνική» παραποίηση των πραγματικών δεδομένων και της κοινής λογικής. Αν ισχυρισθούμε ότι αυτοί έθεταν πάντοτε, πάνω απ’ όλα, και μάλλον κατά τρόπον ιδεολογικό (όπως άλλωστε είναι σωστό), το πρόβλημα του ποιες είναι οι «πραγματικές αρχές» τις οποίες πρέπει να υπερασπισθούν, αυτή τη φορά πάντως δεν το έκαναν. Ωστόσο, όπως αυτοί γνωρίζουν καλά, δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση οι «πραγματικές αρχές» να συμπίπτουν με εκείνες που η πλειοψηφία θεωρεί δικαιώματά της. Στο δημοκρατικό πλαίσιο, αγωνιζόμαστε, ασφαλώς για την πλειοψηφία, δηλαδή για τη συμφωνία και συνεργασία με το σύνολο του πολιτισμένου κόσμου, αλλά διαπιστώνουμε ότι η πλειοψηφία, μέσα στην ίδια της την αγιότητα, είναι πάντα λανθασμένη: επειδή ο κονφορμισμός της είναι πάντοτε, από την ίδια τη φύση του, φριχτά καταπιεστικός. Γιατί θεωρώ τις αρχές, στις οποίες οι ριζοσπάστες και οι προοδευτικοί γενικά (κονφορμιστικά) βασίζουν τον αγώνα τους για τη νομιμοποίηση της έκτρωσης, ως μη  «πραγματικές»; Για μια σειρά λόγων χαοτική, τρικυμιώδη και συναρπαστική.

Ξέρω ωστόσο, όπως είπα, ότι η πλειοψηφία, είναι σύμπασα, εμπράκτως, υπέρ της νομιμοποιήσεως της εκτρώσεως (ακόμα και αν ενδεχομένως στην περίπτωση ενός νέου δημοψηφίσματος πολλοί θα ψήφιζαν εναντίον και η συντριπτική νίκη θα ήταν λιγότερο παταγώδης). Η νομιμοποιημένη έκτρωση συνιστά πράγματι – δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό – μια τεράστια διευκόλυνση για την πλειοψηφία. Κυρίως γιατί καθιστά δυνητικά ακόμα πιο άνετη τη συνουσία – το ετεροφυλικό ζευγάρωμα – ως προς την πραγματοποίηση της οποίας  διαφαίνεται ότι δεν υφίστανται πλέον πρακτικά εμπόδια. Αλλά αυτή η ελευθερία της συνουσίας του ζευγαριού έτσι όπως εννοείται από την πλειοψηφία – αυτή η θαυμαστή και γενναιόδωρη υποστήριξή της – από ποιον ήταν σιωπηρά ηθελημένη, σιωπηρά θεσπισμένη και σιωπηρά εισαχθείσα, με τρόπο ανεπίστρεπτο, στις συνήθειές μας; Από τη σκοτεινή εξουσία της κατανάλωσης, από τον νέον φασισμό. Αυτή έχει σφετεριστεί τις ανάγκες για ελευθερία, ας το πούμε έτσι, τις φιλελεύθερες και προοδευτικές ανάγκες και, κάνοντάς τες δικές της, έχει αλλάξει τη φύση τους. Σήμερα η σεξουαλική ελευθερία της πλειονότητας των ανθρώπων είναι στην πραγματικότητα μία συνθήκη, μία υποχρέωση, ένα κοινωνικό καθήκον, ένα κοινωνικό άγχος, ένα ανεξίτηλο χαρακτηριστικό της ποιότητας της ζωής του καταναλωτή. Κοντολογίς, η ψευδής απελευθέρωση και προστασία της ευζωίας, προξένησε μίαν επίσης και ίσως πιο αρρωστημένη ακόμα και βασανιστική δουλεία από αυτήν που υπήρχε κατά τις περιόδους της ανέχειας.  

Στην πραγματικότητα: το πρώτο αποτέλεσμα μιας σεξουαλικής ελευθερίας που «χαρίζεται» από την εξουσία είναι μια πραγματική γενική νεύρωση. Η ευκολία δημιούργησε την εμμονή. Γιατί είναι μια «εισαχθείσα» και επιβληθείσα ευκολία, που απορρέει από το γεγονός ότι η ανοχή της εξουσίας αφορά μόνο στη σεξουαλική ανάγκη που εκφράζεται από τον κονφορμισμό της πλειοψηφίας. Προστατεύει μόνο το ζευγάρι (όχι μόνο, φυσικά, το έγγαμο): και ως εκ τούτου το ζευγάρι κατέληξε να γίνει μία παροξυσμική κατάσταση, αντί να γίνει πρότυπο ελευθερίας και ευτυχίας (όπως θα το ήθελαν οι δημοκρατικές προσδοκίες). Δεύτερον: όλα όσα είναι σεξουαλικά «διαφορετικά» αγνοούνται και απορρίπτονται. Με μια βία ίση με εκείνη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης (κανείς δεν θυμάται ποτέ, φυσικά, ότι οι σεξουαλικά «διαφορετικοί» κατέληξαν εκεί). Είναι αλήθεια. Βέβαια, η νέα καταναλωτική εξουσία επεκτείνει την ανοχή της και στις μειονότητες. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να αποκλείσουμε ότι, αργά ή γρήγορα, θα συζητηθεί και αυτό δημοσίως. Εξάλλου, οι ελίτ είναι πολύ πιο ανεκτικές στις σεξουαλικές μειονότητες από ό, τι στο παρελθόν και σίγουρα ειλικρινά (και για το λόγο ότι αυτό ικανοποιεί σήμερα τις συνειδήσεις τους). Από την άλλη πλευρά, η τεράστια πλειοψηφία (η μάζα: πενήντα εκατομμύρια Ιταλοί) έχει προσλάβει τα σκληρά, βίαια και επαίσχυντα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας δυσανεξίας απέναντι στο οντολογικά διαφορετικό, που η ιταλική ιστορία δεν γνώρισε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια, ανθρωπολογικά, υπήρξε ένα τεράστιο φαινόμενο αλλοτρίωσης και εκτροπής: ο ιταλικός λαός, μαζί με τη φτώχεια, δεν θέλει πλέον να θυμάται την «πραγματική» ανοχή του: δηλαδή, δεν θέλει πλέον να θυμάται τα δύο φαινόμενα που χαρακτήρισαν ολόκληρη την ιστορία του. Αυτήν την ιστορία που η νέα εξουσία θέλει να αποτελέσει οριστικό παρελθόν. Είναι αυτή η ίδια μάζα (έτοιμη για εκβιασμό, ξυλοδαρμό, λυντσάρισμα των μειονοτήτων) που, με απόφαση της εξουσίας, περνά τώρα πάνω από την παλιά σύμβαση κληρικού–φασισμού και είναι πρόθυμη να δεχτεί τη νομιμοποίηση της άμβλωσης και επομένως την κατάργηση κάθε εμποδίου στη σχέση του καθαγιασμένου ζευγαριού…

(«Είμαι εναντίον της εκτρώσεως», απόσπασμα από ομώνυμο άρθρο του Παζολίνι στην εφημερίδα Corriere della Sera, 19 Ιανουαρίου 1975). Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό αλακάτι: https://alakati.gr/%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bf%ce%bd-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%82/).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Η αλήθεια και το όνομα του Θεού - του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Είναι σχεδόν ένας αιώνας που οι φιλόσοφοι μιλούν για τον θάνατο του Θεού και, όπως συχνά συμβαίνει, αυτή η αλήθεια φαίνεται σήμερα σιωπηρά και σχεδόν ασυνείδητα αποδεκτή από τον κοινό άνθρωπο, χωρίς ωστόσο να έχουν αποτιμηθεί και κατανοηθεί οι συνέπειές της. Μία από αυτές – και ασφαλώς όχι η λιγότερο σημαντική – είναι ότι ο Θεός – ή, μάλλον, το όνομά του – ήταν η πρώτη και η έσχατη εγγύηση του δεσμού ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα. Όθεν και η καίρια σημασία του οντολογικού επιχειρήματος, που συνέδεε αδιάρρηκτα τον Θεό και τη γλώσσα, καθώς και του όρκου που εκφωνούνταν στο όνομα του Θεού, ο οποίος μας υποχρέωνε να λογοδοτούμε για την παράβαση της δέσμευσης ανάμεσα στις λέξεις μας και τα πράγματα.

Αν ο θάνατος του Θεού δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται την κατάργηση αυτής της δέσμευσης, αυτό τότε σημαίνει ότι στη δική μας κοινωνία η γλώσσα έχει καταστεί, κατά τρόπο συστατικό, ψεύδος. Χωρίς την εγγύηση του ονόματος του Θεού, κάθε λόγος, όπως και ο όρκος που διασφάλιζε την πιστότητα της αλήθειάς του, δεν είναι πλέον παρά ματαιότητα και ψευδορκία. Αυτό είναι που είδαμε να προβάλλει με πλήρη σαφήνεια τα τελευταία χρόνια, όταν κάθε λέξη που προφερόταν από τους θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης δεν ήταν παρά κενότητα και απάτη.

Εγγίζει σήμερα το έσχατο τέλος της μια σχεδόν διχιλιετής εποχή του δυτικού πολιτισμού, η οποία θεμελίωνε την αλήθεια και τις γνώσεις της στον δεσμό ανάμεσα στον Θεό και τον λόγο, ανάμεσα στο πανίερο όνομα του Θεού και στα απλά ονόματα των πραγμάτων. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι μόνο οι αλγόριθμοι και όχι η λέξη φαίνεται ακόμη να διατηρούν κάποιον δεσμό με τον κόσμο, αλλά τούτο μόνο υπό τη μορφή της πιθανότητας και της στατιστικής, επειδή και οι αριθμοί δεν μπορούν, σε τελική ανάλυση, παρά να παραπέμπουν σε έναν ομιλούντα άνθρωπο – υποδηλώνουν ακόμη κατά κάποιον τρόπο ονόματα.

Αν έχουμε χάσει την πίστη στο όνομα του Θεού, αν δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε στον Θεό του όρκου και του οντολογικού επιχειρήματος (περί της υπάρξεώς Του), δεν αποκλείεται, ωστόσο, να είναι δυνατή μια άλλη μορφή της αλήθειας, που να μην είναι απλώς η θεολογικά επιβεβλημένη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο πράγμα. Μια αλήθεια που δεν εξαντλείται στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του λόγου, αλλά διασώζει σε αυτόν την παιδικότητα του ανθρώπου και διαφυλάσσει ό,τι παραμένει ακόμη άφωνο ως το πιο μύχιο και αληθινό περιεχόμενο των λέξεών του. Μπορούμε ακόμη να πιστεύουμε σε έναν Θεό νήπιο, όπως εκείνο το βρέφος Ιησούς που, καθώς διδαχτήκαμε, οι ισχυροί ήθελαν και θέλουν πάση θυσία να φονεύσουν.


[Αναρτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]





 

Κανένας δεν ξέρει

Ήμουν μαθητής Λυκείου όταν άκουσα στο ραδιόφωνο, στην εκπομπή του Γιώργου Χρονά «Ξενοδοχείο Βαλκάνια», τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου να διαβάζει ποιήματά του. Έκτοτε, σε ανύποπτους χρόνους, επανέρχονται στη μνήμη μου, όπως τους πρωτάκουσα στην εκπομπή εκείνη, οι στίχοι του ποιήματος «Κανένας δεν ξέρει», από την ποιητική συλλογή Ο δύσκολος θάνατος:

«Κοιταχθήκαμε

Καθρέφτες και γυαλιά

Αναλαμπές και δάκρυα

Η μέρα ακίνητη

Γαλήνη

Στα δέντρα στη θάλασσα

Κανένας δεν ξέρει

Γιατί υπάρχουμε».

Αρχικά, ασπαζόμουν το καταληκτικό «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» ως έκφραση αγνωστικισμού. Μαζί όμως με τον πρώτο στίχο, το «Κοιταχθήκαμε», αναζωπυρωνόταν μέσα μου μια συγκίνηση που απέφευγα να αναγνωρίσω, ιδίως στα χρόνια εκείνα που προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι είχα –ή όφειλα στανικά να έχω– ένα νόημα και έναν σκοπό στη ζωή αυτή.

Το ποίημα, ωστόσο, επίμονα, σταγόνα τη σταγόνα, με έπεισε να το ακούσω ξανά και ξανά με τον νου και την καρδιά μου, ώστε να μη μπορώ σήμερα παρά να ομολογήσω πως το «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» όχι μόνο δεν είναι έκφραση αγνωστικισμού, αλλά ένας από τους πιο εναγώνιους, ερωτικούς και γνωστικούς στίχους που θα μπορούσαν να γραφούν.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Το δόγμα της Αγίας Τριάδας και της σάρκωσης του Θεού Λόγου θεραπεύουν με θαυμαστό τρόπο το εγγενές πρόβλημα της ιδέας του Θεού ως επέκεινα όντος και Δημιουργού. Θεραπεύουν, δηλαδή, το πρόβλημα του διχασμού, της διαίρεσης, του απύθμενου χάσματος που εισάγει και εγκαθιστά η αντίληψη για τον Θεό ως επέκεινα προσώπου, στην ουσία και την ανυπέρβλητη εξουσία του οποίου έγκειται όλη η σοφία και η αγάπη και η αλήθεια, όλη η παντοδυναμία και η αγαθότητα, και από τον οποίο η υποτελής, γυμνή και τετραχηλισμένη κτίση πρέπει να αντλήσει ό,τι απαιτείται για την ύπαρξή της· πάνω σε αυτή την αντίληψη διαμορφώνονται νοσηρά οι σχέσεις μας, σχέσεις γονιού και παιδιού, φίλων και φύλων, άνδρα και γυναίκας, ερωτευμένων, γιατρού και ασθενή, επιστήμονα και επιστήμης, καλλιτέχνη και καλλιτεχνικού έργου, ποιητή και ποιήματος, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου· υπό αυτό το πρίσμα δίνεται βάρος στην αυθεντία και στο μυστήριο της ψυχολογίας των προσώπων, εμφιλοχωρεί η νοσηρή ιδέα και εδραιώνεται η πεποίθηση ότι ο πλούτος της ζωής περιέχεται σε κάποιον (ενίοτε σε κάποιον θεϊκό σωτήρα που υπόσχεται να μας επιδαψιλεύσει, σε μελλοντικό χρόνο, μέρος της χάριτός του, κατά την αυτοτελή «καλή ή κακή προαίρεσή μας») και όχι στο εκπληκτικό και απροϋπόθετο και χωρίς απώτερο σκοπό «καλημέρα» ενός περαστικού ανθρώπου ή στο νιαούρισμα και το τέντωμα της γάτας στη μέση του δρόμου.

Γενικότερα, στη μάθηση και τη διδασκαλία, σε όλα τα πεδία της γνώσης, την ίδια αυτή στρεβλή γραμματική ακολουθούμε. Παραμένει αλησμόνητη από τα σχολικά χρόνια η ερώτηση: «τι θέλει να πει ο ποιητής;». Διαβάζαμε, π.χ., τη λέξη «καρέκλα» σε ένα ποίημα και αναρωτιόμασταν και προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε, να ξεκλειδώσουμε νοήματα, να καταλάβουμε τι βαθύτερο και μεγαλύτερο ήθελε να πει με τη λέξη «καρέκλα». Ίσως τίποτα περισσότερο από καρέκλα, τελικά. Γιατί, αν ήθελε να πει κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο, θα ήταν εντιμότερο να πούμε στον ίδιο —αλλά και με λύπηση για τον εαυτό μας που καταπιαστήκαμε να τον διαβάσουμε— «περαστικά».


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Πέντε επιγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [Από την Παλατινή Ανθολογία (Βιβλίο 8ο)]

8:07

τυτθὸν ἔτι πνείεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ

δῶκας ἄγων, ψυχήν, σῶμα, λόγον, παλάμας,

Βασίλιε, Χριστοῖο μέγα κλέος, ἕρμ᾽ ἱερήων,

ἕρμα πολυσχίστου νῦν πλέον ἀτρεκίης.


Λίγο ἀκόμη ἀνέπνεες πάνω στὴ γῆ·κι ὅμως τὰ πάντα στὸν Χριστὸ

τὰ ἔδωσες ὁδεύοντας: ψυχή, σῶμα, λόγο, παλάμες,

Βασίλειε, μέγα κλέος τοῦ Χριστοῦ, στήλη ἑρμαϊκὴ τῶν ἱερῶν,

ἕρμα πλέον ἀδιάσειστο τῆς πολυσχιδοῦς ἀλήθειας.


8:16

Τέκνον ἐμόν, τὰ μὲν ἄλλα πατρὸς καὶ φέρτερος εἴης,

τὴν δ᾽ ἀγανοφροσύνην ἄξιος (οὔ τι πλέον

εὔξασθαι θέμις ἐστί): καὶ ἐς βαθὺ γῆρας ἵκοιο,

τοίου κηδεμόνος, ὦ μάκαρ, ἀντιάσας.


Παιδί μου, στ’ ἄλλα κι ἀπ’ τὸν πατέρα σου καλύτερος νὰ γίνεις,

μὰ τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ φρονήματός του ἄξιος

(τίποτα περισσότερο θεμιτὸ δὲν εἶναι νὰ εὐχηθοῦμε)·

καὶ σὲ βαθιὰ γηρατειὰ νὰ φτάσεις,

μὲ τέτοιον κηδεμόνα, μακάριε, ἀγνάντια.


8:21

τυτθὴ μάργαρός ἐστιν, ἀτὰρ λιθάκεσσιν ἀνάσσει,

τυτθὴ καὶ Βηθλέμ, ἔμπα δὲ χριστοφόρος·

ὣς δ᾽ ὀλίγην μὲν ἐγὼ ποίμνην λάχον, ἀλλὰ φερίστην

Γρηγόριος, τὴν σύ, παῖ φίλε, λίσσομ᾽, ἄγοις.


Μικρό ’ναι τὸ μαργαριτάρι, κι ὅμως βασιλεύει στὰ πετράδια.

Μικρὴ κι ἡ Βηθλεέμ, ὡστόσο χριστοφόρα.

Κι ὅπως ἐγὼ, ὁ Γρηγόριος, μικρὸ ποίμνιο κληρώθηκα,

ἀλλὰ τὸ πιὸ ἐκλεκτό,

ἔτσι κι ἐσύ, παιδί μου ἀγαπημένο, τό δικό σου,

σὲ ἱκετεύω νὰ ποιμένεις.


8:22

Ποιμενίην σύριγγα τεαῖς ἐν χερσὶν ἔθηκα

Γρηγόριος· σὺ δέ μοι τέκνον ἐπισταμένως

σημαίνειν, ζωῆς δὲ θύρας πετάσειας ἅπασιν,

ἐς δὲ τάφον πατέρος ὥριος ἀντιάσαις.


Τὴν ποιμενική φλογέρα στὰ χέρια σου ἐναπόθεσα,

ἐγὼ ὁ Γρηγόριος· ἐσύ, παιδί μου, ἐπισταμένως τοὺς φθόγγους νὰ σημαίνεις,

κι εἴθε τὶς θύρες τῆς ζωῆς ν’ ἀνοίξεις σὲ ὅλους,

κι ὥριμος τὸν πατέρα σου στὸν τάφο ν’ ἀνταμώσεις.


8:56

ἄλλοις μὲν Νόννης τις ἁγνῶν ἐσθλοῖσιν ἐρίζοι,

εὐχωλῆς δὲ μέτροισιν ἐριζέμεν οὐ θέμις ἐστὶν

τέκμαρ καὶ βιότοιο τέλος λιτῇσι λυθέντος.


Σὲ ἄλλες βέβαια ἐνάρετες πράξεις ἂς συναγωνίζεται κανείς τὴ Νόννα,

ἀλλὰ στὸ μέτρο τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι θεμιτό·

αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ τέλος τοῦ βίου, ποὺ λύθηκε μὲ δεήσεις.


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Πυγολαμπίδα

Πυγολαμπίδα: όνομα και πράγμα.

Μ’ ένα ελάχιστο – που τρεμολάμπει –σώμα.

Απαρατήρητο μέσα στα φώτα τα μεγάλα

της πόλης,

των ανθρώπων.

Πυγολαμπίδα: Έστω κι αυτό.

Τι περισσότερο απ' αυτό;

Μικρό, μεγάλο πράγμα.

[Αναφορά στο άρθρο του Παζολίνι στην εφημερίδα Corriere della Sera με τίτλο «Το κενό της εξουσίας» ή «Το άρθρο των πυγολαμπίδων» (1975)] 

Σχόλιο στη συνέντευξη του Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται»

Ευχαριστούμε για την όμορφη και ουσιαστική συνέντευξη του φιλοσόφου Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν με τίτλο «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται». Ως προς το ζήτημα της προφητείας, έχω την αίσθηση, ωστόσο, πως η κριτική που ασκεί στη ρήση του φιλοσόφου Αγκάμπεν ότι «Η προφητεία εκπληρώθηκε. Το Ισραήλ δεν υπάρχει πια» συνιστά μάλλον λεκτική αντιλογία, η οποία στερείται πραγματικής βάσης.

Πράγματι, στη Βίβλο οι προφήτες δεν είναι μάντεις· δεν είναι δηλαδή πρόσωπα που προβλέπουν το μέλλον. Η προφητεία δεν είναι πρόγνωση μελλοντικού γεγονότος· δεν εκπληρώνεται σε κάποιον μελλοντικό «αποκαλυπτικό χρόνο», αλλά ερμηνεύει, φωτίζει και αποκαλύπτει αυτό που ήδη συμβαίνει. Αυτό, άλλωστε, το τονίζει ο ίδιος ο φιλόσοφος Αγκάμπεν τόσο στο πρόσφατο όσο και στο παλαιότερο έργο του.

Υπό αυτή την έννοια, η προφητεία είναι πάντοτε ήδη εκπληρωμένη, και ακριβώς γι’ αυτό η αλήθειά της εμπεριέχει την ακύρωσή της. Είναι «εκπληρωμένη» όχι επειδή επαληθεύτηκε χρονικά, αλλά επειδή αυτό που λέγεται έχει ήδη συντελεστεί και συντελείται ως κρίση της πραγματικότητας – κρίση, όμως, που αφορά ζωντανούς ανθρώπους: τους εναπομείναντες, «το υπόλοιπο του Ισραήλ», οι οποίοι, ως αληθινά ζώντες, δεν υπόκεινται σε κανενός είδους δικαστική ή ιστορική ετυμηγορία.

Το παράδειγμα του Ιωνά είναι καίριο: η καταστροφή της Νινευή δεν συμβαίνει, και ακριβώς η μη πραγμάτωσή της συνιστά την αποκάλυψη του νοήματος της προφητείας.

Το ίδιο ισχύει και στον Ησαΐα. Το «τέλος του Ισραήλ» δεν περιγράφει μια μελλοντική εξαφάνιση ούτε αφορά αποκλειστικά μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και συνθήκη. Βιώνεται ήδη, από τη στιγμή που ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει, και ταυτόχρονα παραμένει ανεκπλήρωτο. Σημείο εκπλήρωσης και αυτοακύρωσης της προφητείας είναι οι ίδιοι οι εναπομείναντες: το υπόλοιπο του Ισραήλ, το κατάλειμμα. Αυτοί είναι τα στόματα της προφητείας και, συγχρόνως, το σημείο της ακύρωσής της.

Έτσι, μπορεί να ειπωθεί ότι η ιστορία των προφητών είναι συνάμα τραγική και κωμική. Ιδιαίτερα μου άρεσε η παρατήρηση του Ντιντί-Ουμπερμάν ότι «οι προφήτες έχουν χιούμορ». Πράγματι, υπάρχει πολύ χιούμορ στην ιστορία τουλάχιστον του Ιωνά.

Επίσης συμμερίζομαι την παρατήρηση του φιλοσόφου πως «οι διαγνώσεις με αποκαλυπτικό χαρακτήρα ότι επέρχεται ένα οποιοδήποτε τέλος αποτελούν μια φιλοσοφική ευκολία». Και έχει λεχθεί ότι ακριβώς με τέτοιες διαγνώσεις επιχειρείται πάντοτε η χειραγώγησή μας. Όμως θεωρώ ότι το τέλος και η αρχή στη σκέψη φιλοσόφων, όπως ο Αγκάμπεν, δεν είναι πράγματα στατικά, κλειδωμένα σε ένα χρονολογικό σημείο, αλλά δυναμικά· τα κουβαλάμε διαρκώς μέσα μας, ως σώμα και κόσμο που κάθε ημέρα πεθαίνει και γεννιέται.

Ίσως, λοιπόν, η φιλοσοφική διαφωνία γύρω από την οποία περιστρέφεται και εκτυλίσσεται η πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη να μην είναι τόσο ριζική όσο φαίνεται.

[Το σχόλιο αυτό γράφτηκε με αφορμή τη συνέντευξη του Ζωρζ Ντιντί-Ουμπερμάν «Το νόημα των προφητειών είναι να μην εκπληρώνονται», που δημοσιεύτηκε στο 17ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Φρέαρ: https://mag.frear.gr/to-noima-ton-profiteion-einai-na-min-ekplironontai/]


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Λόγος : αδίδακτη και άτεχνη τέχνη

Πρόχειρες σκέψεις και αναχωνεύσεις με αφορμή το κεφάλαιο «L’ultimo capitolo della storia del mondo» από το βιβλίο La mente sgombra του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όχι η τέχνη του να γράφεις. Αλλά η τέχνη του να ζεις. Ο τρόπος του να είναι ζωή ο λόγος. Χωρίς να έχει σημασία ποιος και αν θα τον ακούσει. Ο σιωπηλός τρόπος του να μιλάς. Ο χορός της γνώσης και της ανάγνωσης με την άγνοια και τη μη αναγνωσιμότητα.

Μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τη γνώση με αδημονία σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα αγαθό προς κατάκτηση, σαν το φρούριο της νύχτας και της αμάθειας που πρέπει πάση θυσία να πέσει και να εκπορθηθεί. Πολλοί οδηγοί και πολλές μέθοδοι και πολλά εργαλεία υπάρχουν για να γνωρίζουμε με αυτόν τον αδηφάγο (και ακόρεστο τρόπο) τυφλών ελπίδων και ματαιώσεων.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει ωστόσο για την τέχνη του να ζούμε μαρτυρώντας την αλήθεια και χαριτωμένα, χωρίς να έχουμε ανάγκη επιβεβαιώσεων και μαρτύρων και αναγνωστών, αγαπώντας και αντέχοντας τη βαθύτερη άγνοιά μας, αρμονικά με την άγνοιά μας, – την άγνοια που δεν συνεπάγεται για εμάς την οδύνη και τη δυσφορία της μη επαρκούς και μη ακόμα κατακτηθείσας γνώσης· ούτε αντιπροσωπεύει το ακατάληπτο μυστήριο της θεϊκής και υπεράνθρωπης και απόρθητης γνώσης και πανσοφίας που οφείλουμε να υμνούμε με τον θρησκευτικό, ευλαβικό και συνάμα μειονεκτικό τρόπο του υποτελούς.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει για να ζήσουμε μια ζωή που δεν είναι κλειδωμένη με δόγματα και επτασφράγιστα μυστικά, που δεν προσδοκάται ότι θα επιτευχθεί με ανώτερη επιστήμη και αποκαλύψεις , με μια γνώση άλλη που τώρα δεν την έχουμε, που τώρα δεν τη γνωρίζουμε.

Καμία συνταγή δεν υπάρχει για την αληθινή ζωή που όλοι μπορούμε να ζήσουμε, όπως η γάτα που κατά τις ώρες της πιο δημιουργικής απασχόλησής της γουργουρίζει με κλειστά τα μάτια στο διπλό κρεβάτι, μακριά απ’ την «πολύ συνάφεια του κόσμου» και τον συνωστισμό, μόνη και ευτυχώς αγνοημένη.


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Πες μου παππού, πες μου παππού…

(– Παιδί μου, τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
– Γιατρός.
– Εσύ τι έγινες;
– Ασθενής.)

Λένε ότι οι γέροι τα πάνε – ή τουλάχιστον τα πήγαιναν – καλά με τα παιδιά. Τα παιδιά βλέπουν – ή μάλλον έβλεπαν – στους παππούδες το μέλλον τους, και οι γέροι το ατέλεστο ακόμη παρελθόν τους. Γιατί φαίνεται ότι εκείνο που υπάρχει – ή μάλλον υπήρχε – μεταξύ τους δεν ήταν μια επικοινωνιακή γέφυρα, σε πείσμα του χάσματος των γενεών, αλλά ένα είδος ζωτικής ταύτισης: ιστόρησης και ανιστόρησης της ίδιας τους της ζωής.

Η (χαμένη ίσως) σχέση απομάκρυνε, ξόρκιζε και διέψευδε τα στοιχειά της ενηλικίωσης: την εμμονή σε ένα μέλλον προόδου, σε μια γραμμική πορεία υποσχέσεων βελτίωσης, δύναμης, γνώσης και σωτηρίας – από ποικίλους θεϊκούς και ανθρώπινους σωτήρες – είτε σε αυτή είτε στην άλλη ζωή. Ο παππούς και το μικρό παιδί παρέμεναν η ζωντανή μαρτυρία των αποριών και της αγάπης που βαθαίνει, με όλα τα θαυμαστά μυστήρια ανοιχτά, παρά τη διάψευση των φρούδων ελπίδων. Ήταν το κάλεσμα σε μια ενεργή βίωση του χρόνου, όχι χρονολογική, αλλά με αιώνιο νόημα.

Η σχέση του παππού και του μικρού παιδιού περιγελά το πολλά υποσχόμενο οικοδόμημα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και της πολιτικής και μας καλεί σε πολλές στροφές και αναστροφές, «στων κύκλων τα γυρίσματα», για να μπορούμε να βαδίζουμε ευθεία, με βαθιά αναπνοή και οξυγόνο.

Πες μου λοιπόν, παππού, πες μου παππού· πες μου γιαγιά, πες μου γιαγιά· πες μου μπαμπά, πες μου μπαμπά· πες μου μαμά, πες μου μαμά…

«Και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία / Να σε συλλάβω δεν μπορώ, μυαλό δεν έχω κοφτερό / Ήμουν κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία» (από το ομώνυμο τραγούδι του Άκη Πάνου).


Ανύπαρκτος και παρών

Να είσαι συγγραφέας σημαίνει να είσαι πρώτα και κύρια αναγνώστης. Και ως αναγνώστης, μεταφραστής και συγγραφέας, σαν τους κύκλους που διευρύνονται στο νερό: ανύπαρκτος ο ίδιος και συγκινητικά παρών – ή μάλλον απών – όπως η πέτρα που έχει βυθιστεί στο νερό.

Βασικά, αυτό σημαίνει να είσαι μάρτυρας της αλήθειας. Δηλαδή, αληθινός άνθρωπος.


Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Ακόμη για μάγειρες και πολιτική – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Αξίζει να αναστοχαστούμε τη φράση, που αποδίδεται στον Λένιν –αν και δεν φαίνεται να την έχει ποτέ διατυπώσει– σύμφωνα με την οποία «κάθε μαγείρισσα μπορεί και πρέπει να μάθει να κυβερνά το κράτος». Η Χάνα Άρεντ, σχολιάζοντας το ψευδολενινιστικό αυτό απόφθεγμα, γράφει ότι στην αταξική κοινωνία «η διοίκηση της κοινωνίας έχει γίνει τόσο απλή, ώστε οποιαδήποτε μαγείρισσα διαθέτει τα προσόντα για να την αναλάβει». Ο Λούτσιο Μάγκρι παρατηρούσε εύστοχα, χρόνια αργότερα, ότι η φράση του Λένιν θα έπρεπε να αντιστραφεί με την έννοια ότι «το κράτος θα μπορεί να διευθύνεται από μια μαγείρισσα μόνο στον βαθμό που δεν θα υπάρχουν πια μαγείρισσες».

Στο μοναδικό χωρίο όπου μια μαγείρισσα εμφανίζεται στα γραπτά του, ο Λένιν λέει στην πραγματικότητα κάτι διαφορετικό και διατυπωμένο με εντελώς άλλο τρόπο. «Δεν είμαστε ουτοπιστές», γράφει σε ένα άρθρο του 1917, «ξέρουμε ότι οποιαδήποτε μαγείρισσα ή οποιοσδήποτε ανειδίκευτος εργάτης δεν είναι σε θέση να συμμετάσχει αμέσως στη διοίκηση του κράτους. Σε τούτο συμφωνούμε με τους καντέτους, με την Μπρεσκόφσκαγια, με τον Τσερετέλι. Διαφέρουμε όμως από αυτούς τους πολίτες, καθώς εμείς απαιτούμε την άμεση ρήξη με την προκατάληψη ότι μόνο πλούσιοι αξιωματούχοι ή άνθρωποι προερχόμενοι από εύπορες οικογένειες μπορούν να κυβερνούν το κράτος, να επιτελούν το τρέχον, καθημερινό έργο της διοίκησης. Εμείς απαιτούμε οι συνειδητοί εργάτες και στρατιώτες να μαθητεύσουν στη διοίκηση του κράτους και τούτη η σπουδή να αρχίσει αμέσως ή, με άλλα λόγια, να αρχίσει αμέσως η συμμετοχή όλων των εργαζομένων, όλων των φτωχών, σε αυτήν ακριβώς τη μαθητεία».

Όπως αφήνουν να εννοηθεί τα λόγια του Λένιν, το παράδειγμα που λανθάνει πίσω από την ουτοπική διακυβέρνηση της μαγείρισσας είναι εκείνο του διοικητικού κράτους, σύμφωνα με το οποίο, μόλις εξαλειφθεί η κυριαρχία του καπιταλισμού, η πολιτική θα παραχωρήσει τη θέση της, όπως επαναλαμβάνει εμφατικά και ο Ένγκελς, στην απλή «διοίκηση των πραγμάτων» (σημ. μεταφρ.: δηλαδή στην απλή διαχείριση των πραγμάτων). Ή, αν θέλετε, η πολιτική θα παρουσιαστεί με τη μορφή της «αστυνομίας», η οποία, ήδη από τους θεωρητικούς της επιστήμης της αστυνομίας τον 18ο αιώνα, αποτελεί μετάφραση του ελληνικού όρου πολιτεία. «Αστυνομία», διαβάζουμε ακόμη στη μετάφραση του Πλουτάρχου από τον Μαρτσέλο Αντριάνι, που εκδόθηκε στη Φλωρεντία το 1819, «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνάται μια πόλη και διοικούνται οι κοινές της ανάγκες· και έτσι λέγεται ότι τρεις είναι οι πολιτείες, η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατική».

Αυτό είναι το παράδειγμα του administrative state, όπως το έχουν θεωρητικοποιήσει οι Σάνσταϊν και Βερμιούλ, το οποίο σήμερα επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο στις προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, όπου το κράτος φαίνεται να εξαντλείται σε διοίκηση και διακυβέρνηση και η «πολιτική» να μετασχηματίζεται εξ ολοκλήρου σε «αστυνομία». Είναι χαρακτηριστικό ότι, ακριβώς σε ένα κράτος που έχει συλληφθεί εννοιολογικά ως «κράτος αστυνομίας», ο όρος «αστυνομία» καταλήγει να δηλώνει τη λιγότερο εποικοδομητική όψη της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που υποχρεούνται, σε τελική ανάλυση, να εξασφαλίσουν με τη βία την πραγμάτωση της κυβερνητικής αποστολής του κράτους. Εκείνο που σήμερα βλέπουμε με ωμή διαύγεια είναι, πράγματι, πως το φαινομενικά ουδέτερο κράτος, που ισχυρίζεται ότι επιδιώκει μόνο την καλή τάξη των πραγμάτων και των ανθρώπων, μπορεί ακριβώς γι’ αυτό να αποδειχθεί ότι στερείται ορίων οιασδήποτε φύσεως στη δράση του. Ο μάγειρας είναι σήμερα η κατεξοχήν μορφή του τυράννου.

Σε καμία περίπτωση η πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απλή διοίκηση και διαχείριση, έστω και υπό τη μορφή μιας καλής κυβέρνησης που μοιραία διαφθείρεται και μεταπίπτει σε κακή κυβέρνηση. Εφόσον συμπίπτει με την ελεύθερη μορφή ζωής των ανθρώπων, η πολιτική είναι ουσιωδώς μη κυβερνήσιμη και μη διαχειρίσιμη. Γι’ αυτό και η τοιχογραφία του Λορεντσέτι στη Σιένα, η λεγόμενη Αλληγορία της Καλής Κυβέρνησης, παριστάνει στο πρώτο πλάνο νεαρές γυναίκες που χορεύουν. Η «καλή κυβέρνηση» δεν είναι κυβέρνηση.


[Αναρτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Το μυστήριο της εξουσίας – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Είναι δυνατόν να διαβαστεί η δεύτερη επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς ως μια προφητεία που αφορά τη σημερινή κατάσταση της Δύσης. Ο απόστολος επικαλείται εδώ το «μυστήριον τῆς ἀνομίας», της απουσίας νόμου, που «ἤδη ἐνεργεῖται», αλλά που δεν θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του με τη δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού, αν προηγουμένως δεν εμφανιστεί «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας», εκείνος που αντιτίθεται και υψώνεται πάνω από κάθε ον που λέγεται Θεός ή είναι αντικείμενο λατρείας, ώστε να καθίσει στον ναό του Θεού, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως Θεό». Υπάρχει, όμως, μια εξουσία που συγκρατεί αυτή την αποκάλυψη (ο Παύλος την ονομάζει απλώς, χωρίς να την προσδιορίζει περαιτέρω, ως εκείνο που συγκρατεί – «τὸ κατέχον»). Είναι λοιπόν αναγκαίο αυτή η εξουσία να «βγει από τη μέση», γιατί μόνο τότε «θα αποκαλυφθεί ο ασεβής (ο άνομος, δηλαδή, κατά κυριολεξία, ο χωρίς νόμο), τον οποίο ο Κύριος Ιησούς θα εξαλείψει με την πνοή του στόματός του και θα καταστήσει ανενεργό με τη φανέρωση της παρουσίας του (τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς παρουσίας αὐτοῦ)».

Η θεολογικοπολιτική παράδοση ταύτισε αυτή την «εξουσία που συγκρατεί» με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (όπως στον Ιερώνυμο και, αργότερα, στον Καρλ Σμιτ) ή με την ίδια την Εκκλησία (στον Τυχόνιο και τον Αυγουστίνο). Είναι πάντως έκδηλο ότι η εξουσία, η οποία «συγκρατεί», ταυτίζεται με τους θεσμούς που συνέχουν και διέπουν τις ανθρώπινες κοινωνίες και συνιστούν αυτή καθεαυτήν τη διακυβέρνησή τους. Γι’ αυτό και η κατάργησή τους συμπίπτει με την έλευση του άνομου, κάποιου ανθρώπου «χωρίς νόμο», που παίρνει τη θέση του Θεού και, «με σημεία και ψευδή θαύματα», οδηγεί στην απώλεια «εκείνους που έχουν απαρνηθεί την αγάπη προς την αλήθεια».

Είναι δυνατόν να δει κανείς στο μυστήριο της ανομίας όχι τόσο κάτι απόκρυφο και υπερχρονικό, του οποίου το μοναδικό νόημα είναι να θέσει τέλος στην ιστορία, όσο μάλλον ένα ιστορικό δράμα (μυστήριον στα ελληνικά σημαίνει «δραματική πράξη»), που αντιστοιχεί απολύτως σε ό,τι ζούμε σήμερα.

Οι κυρίαρχοι θεσμοί φαίνεται να έχουν χάσει το νόημά τους και κυριολεκτικά αποσύρονται, αφήνοντας τη θέση τους στην ανομία, δηλαδή στην απουσία νόμου, που αξιώνει, τρόπον τινά, να είναι νόμιμη, αλλά που στην πράξη έχει αποκηρύξει κάθε νομιμότητα. Το Κράτος (η αρχή που συγκρατεί) και ο «χωρίς νόμο» είναι στην πραγματικότητα οι δύο όψεις του ίδιου μυστηρίου: του μυστηρίου της εξουσίας. Όπως δείχνουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δίχως κανέναν ενδοιασμό, ο «άνθρωπος της ανομίας», ο «χωρίς νόμο», συνιστά τη μορφή της κρατικής εξουσίας, η οποία, αφήνοντας να εκπέσουν οι συνταγματικές και ηθικές αρχές που παραδοσιακά την περιόριζαν και, μαζί τους, η «αγάπη προς την αλήθεια», εμπιστεύεται «τα σημεία και τα ψευδή θαύματα» των όπλων και της τεχνολογίας. Αυτήν ακριβώς τη σύγχυση αναρχίας και νομιμότητας, μέσα σε μια κατάσταση εξαίρεσης που έχει καταστεί μόνιμη, οφείλουμε να αποκαλύψουμε και να καταστήσουμε ανενεργή σε κάθε πεδίο.

[Αναρτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η Μπεφάνα – του Τζοβάνι Πάσκολι

Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα,

έρχεται απ’ τα βουνά μες στη νύχτα τη βαθιά.

Πόσο κουρασμένη! Την κυκλώνουν

χιόνι, παγωνιά και τραμουντάνα.

Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα.


Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος,

κάπα το χιόνι, τον πάγο φόρεμα,

και τον άνεμο φωνή.

Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος.


Και ζυγώνει σιγά σιγά

στ’ αρχοντικό, στο φτωχικό,

να δει, ν’ ακούσει,

πότε από πιο κοντά, πότε από πιο μακριά.

Σιγά σιγά, σιγά σιγά.


Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;

Ένα αμυδρό σύρσιμο.

Όλα είναι σιωπηλά, και σκοτεινά.

Ένα κερί περνά και τρεμοφέγγει.

Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;


Κοιτά και ξανακοιτά… τρία κρεβατάκια

με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.

Κοιτά και ξανακοιτά… στα προσκέφαλα

τρεις κάλτσες μακριές και λεπτές.

Αχ! τρεις κάλτσες και τρία κρεβατάκια…


Το κερί τρεμοφέγγει και κατεβαίνει,

και τρίζουν οι σκάλες·

το κερί τρεμοφέγγει και ανεβαίνει,

και πάλλονται οι κουρτίνες.

Ποιος ανεβαίνει; ποιος κατεβαίνει;


Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε,

ανεβαίνει με το χαμόγελό της.

Το κερί τής φλογίζει το πρόσωπο

σαν καντήλι εκκλησίας.

Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε.


Η Μπεφάνα στο παράθυρο

ακούει και βλέπει, κι απομακρύνεται.

Περνά με τραμουντάνα,

περνά απ’ τον κύριο δρόμο,

τρέμει κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο.


Και τι έχει μέσα το φτωχικό;

Ένας στεναγμός μακρύς κι αχνός.

Πυγολαμπίδες φωτιάς

αναπηδούν ακόμη απ’ το τζάκι.

Μα τι έχει μέσα το φτωχικό;


Κοιτά και ξανακοιτά… τρία αχυροστρώματα

με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.

Μες στις στάχτες και στα κάρβουνα

τρία φαγωμένα ξυλοπάπουτσα.

Αχ! τρία παπούτσια και τρία αχυροστρώματα…


Κι η μάνα αγρυπνά και γνέθει,

με στεναγμούς και με λυγμούς πνιγμένους,

και σηκώνει πότε πότε τη ματιά

αχ! σε εκείνα τα τρία στη σειρά…

Αγρυπνά και κλαίει, κλαίει και γνέθει.


Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει·

φεύγει στο βουνό – χαράζει.

Η άλλη μάνα ακόμη κλαίει

για ’κείνα τα παιδιά που τίποτα δεν έχουν.

Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει.


Η Μπεφάνα στέκει στο βουνό.

Ό,τι βλέπει είναι ό,τι είδε:

άλλοι κλαίνε, άλλοι γελούν·

σύννεφα ζώνουν το μέτωπό της,

καθώς στέκει στο λευκό βουνό.


Σημείωση:

Η Μπεφάνα είναι μορφή της ιταλικής λαϊκής παράδοσης: μια ηλικιωμένη γυναίκα που, σύμφωνα με το έθιμο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Ιανουαρίου, πετώντας πάνω στη φθαρμένη σκούπα της, περνά από τα σπίτια και αφήνει δώρα ή γλυκίσματα στα καλά παιδιά, κάρβουνα και σκόρδο στα άτακτα. Η εορτή της Μπεφάνας συμπίπτει με τα Θεοφάνια (Epifania), δηλαδή την ημέρα των Επιφανείων που εορτάζει η Καθολική Εκκλησία και συνδέεται με την προσκύνηση των Τριών Μάγων, καθώς και με παλαιότερες αγροτικές και προχριστιανικές παραδόσεις.


Επίγραμμα – του Filippo Pananti

Μια μέρα αναφωνούσε στην πλατεία κάποιος σοφός:

«Όλα τα έκανε καλά ο Δημιουργός».

Του λέει τότε ένας καμπούρης: Κοίτα τη ράχη μου·

κι εκείνος: «Για καμπούρης, είσαι καλοφτιαγμένος».

[Προέρχεται από τη συλλογή Επιγράμματα του Filippo Pananti (1766–1837).]

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Εγχειρίδιο για την πρόποση της Πρωτοχρονιάς – του Έρρι Ντε Λούκα

Πίνω στην υγειά εκείνου που είναι σε βάρδια, στο τρένο, στο νοσοκομείο,

στην κουζίνα, στο ξενοδοχείο, στο ραδιόφωνο, στο χυτήριο,

στη θάλασσα, σ’ ένα αεροπλάνο, στον αυτοκινητόδρομο,

σε όποιον δρασκελίζει αυτή τη νύχτα χωρίς έναν χαιρετισμό,

πίνω στο φεγγάρι που αναδύεται, στην έγκυο κοπέλα,

σε όποιον δίνει μιαν υπόσχεση, σε όποιον την κράτησε,

σε όποιον πλήρωσε τον λογαριασμό, σε όποιον τώρα τον πληρώνει,

σε όποιον δεν είναι καλεσμένος πουθενά,

στον ξένο που μαθαίνει ιταλικά,

σε όποιον σπουδάζει μουσική, σε όποιον έμαθε να χορεύει ταγκό,

σε όποιον σηκώθηκε για να παραχωρήσει τη θέση του,

σε όποιον δεν μπορεί να σηκωθεί, σε όποιον κοκκινίζει,

σε όποιον διαβάζει Ντίκενς, σε όποιον κλαίει στον κινηματογράφο,

σε όποιον προστατεύει τα δάση, σε όποιον σβήνει μια πυρκαγιά,

σε όποιον τα έχασε όλα και ξαναρχίζει,

σε εκείνον που, απέχοντας απ' το πιοτό, κάνει προσπάθεια να μετάσχει στη γιορτή,

σε όποιον δεν είναι κανένας για το αγαπημένο πρόσωπο,

σε όποιον υφίσταται φάρσες και από αντίδραση μια μέρα θα γίνει ήρωας,

σε όποιον ξεχνά την προσβολή, σε όποιον χαμογελά στη φωτογραφία,

σε όποιον πηγαίνει με τα πόδια, σε όποιον ξέρει να περπατά ξυπόλυτος,

σε όποιον επιστρέφει εκείνο που του δόθηκε,

σε όποιον δεν καταλαβαίνει τα ανέκδοτα,

στην τελευταία ύβρη που μακάρι να είναι η τελευταία,

στις ισοπαλίες, στα χι των προγνωστικών δελτίων,

σε όποιον κάνει ένα βήμα μπροστά και ξεφεύγει απ’ τη γραμμή,

σε όποιον θέλει να το κάνει και ύστερα δεν τα καταφέρνει·

τέλος πίνω σε όποιον έχει δικαίωμα σε μια πρόποση απόψε

και ανάμεσα σε αυτές δεν βρήκε τη δική του.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...