Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Εγχειρίδιο για την πρόποση της Πρωτοχρονιάς – του Έρρι Ντε Λούκα

Πίνω στην υγειά εκείνου που είναι σε βάρδια, στο τρένο, στο νοσοκομείο,

στην κουζίνα, στο ξενοδοχείο, στο ραδιόφωνο, στο χυτήριο,

στη θάλασσα, σ’ ένα αεροπλάνο, στον αυτοκινητόδρομο,

σε όποιον δρασκελίζει αυτή τη νύχτα χωρίς έναν χαιρετισμό,

πίνω στο φεγγάρι που αναδύεται, στην έγκυο κοπέλα,

σε όποιον δίνει μιαν υπόσχεση, σε όποιον την κράτησε,

σε όποιον πλήρωσε τον λογαριασμό, σε όποιον τώρα τον πληρώνει,

σε όποιον δεν είναι καλεσμένος πουθενά,

στον ξένο που μαθαίνει ιταλικά,

σε όποιον σπουδάζει μουσική, σε όποιον έμαθε να χορεύει ταγκό,

σε όποιον σηκώθηκε για να παραχωρήσει τη θέση του,

σε όποιον δεν μπορεί να σηκωθεί, σε όποιον κοκκινίζει,

σε όποιον διαβάζει Ντίκενς, σε όποιον κλαίει στον κινηματογράφο,

σε όποιον προστατεύει τα δάση, σε όποιον σβήνει μια πυρκαγιά,

σε όποιον τα έχασε όλα και ξαναρχίζει,

σε εκείνον που, απέχοντας απ' το πιοτό, κάνει προσπάθεια να μετάσχει στη γιορτή,

σε όποιον δεν είναι κανένας για το αγαπημένο πρόσωπο,

σε όποιον υφίσταται φάρσες και από αντίδραση μια μέρα θα γίνει ήρωας,

σε όποιον ξεχνά την προσβολή, σε όποιον χαμογελά στη φωτογραφία,

σε όποιον πηγαίνει με τα πόδια, σε όποιον ξέρει να περπατά ξυπόλυτος,

σε όποιον επιστρέφει εκείνο που του δόθηκε,

σε όποιον δεν καταλαβαίνει τα ανέκδοτα,

στην τελευταία ύβρη που μακάρι να είναι η τελευταία,

στις ισοπαλίες, στα χι των προγνωστικών δελτίων,

σε όποιον κάνει ένα βήμα μπροστά και ξεφεύγει απ’ τη γραμμή,

σε όποιον θέλει να το κάνει και ύστερα δεν τα καταφέρνει·

τέλος πίνω σε όποιον έχει δικαίωμα σε μια πρόποση απόψε

και ανάμεσα σε αυτές δεν βρήκε τη δική του.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...