Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ο Νυμφίος

Πριν την κατίσχυση στο σύγχρονο λεξιλόγιο του ψυχολογικού όρου ενσυναίσθηση, ο Απ. Παύλος είχε περιγράψει την κατάσταση της ψυχής που είναι ενωμένη με τα δεσμά της αγάπης με τους άλλους ως χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων (Προς Ρωμαίους, 12:15). Νομίζω ότι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτό δεν είναι ο Χριστός που διδάσκει η Εκκλησία, δηλαδή η καθαρή εικόνα του Θεού μέσα στον κάθε έναν από εμάς. Με αυτή την οπτική δεν μπορώ να δεχθώ την ιδέα ότι ο Θεός είναι ένας αποστασιοποιημένος δημιουργός, που παρακολουθεί από μακριά και εκ του ασφαλούς τα πλάσματά του και ενδεχομένως διασκεδάζει, όπως εκείνοι που παρακολουθούν στις ταυρομαχίες τους ταύρους να ξεχύνονται σε αλάνες χωρίς έξοδο κινδύνου. Πιστεύω σε έναν Θεό του οποίου η δημιουργία, η παντοδύναμη δημιουργική ενέργεια, είναι μία εφεύρεση αγάπης, μία δηλαδή δραματική περιπέτεια ταύτισης με τα κτίσματά του στον αγώνα τους να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, διερχόμενα από τη φυσική φθορά και τον θάνατο, και να έρθουν σε κοινωνία μαζί Του. Γιατί φαίνεται ότι οι προδιαγραφές του ανθρώπου δεν είναι απλά να πάψει να υποφέρει ούτε να διάγει βίο άνετο, γλυκερό και όμορφο αλλά να προχωρά πέρα από όλα και παρόλα όσα του συμβαίνουν να προχωρά ζητώντας ακόρεστα μιαν έσχατη συνάντηση. Σε έναν πεζό στίχο των Εκλάμψεών του ο Ρεμπώ μιλά για μιαν αγάπη που είναι η ύψιστη εφεύρεση: «Son amour est l’invention la plus haute». Η ύψιστη θα έλεγα εφεύρεση του ανθρώπου ως εφευρήματος αγάπης. Μέσα σε αυτή τη δραματική πορεία, όπου ο άνθρωπος πρέπει να χάσει τον εαυτό του, πρέπει να χάσει την ψυχή του για την ξαναβρεί, ο Θεός δεν είναι αμέτοχος, αλλά είναι ο ταπεινός Χριστός που χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων· είναι ο παντελώς αδύναμος σαν αθώο νήπιο και πανίσχυρος και παντοδύναμος σαν λιοντάρι Νυμφίος της καρδιάς μας. 


Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Οι λέξεις

Μυστήριο καθοριστικό της ζωής σου οι λέξεις. Ασύλληπτο το γεγονός και ο τρόπος της σύνδεσής τους με τα πράγματα. Που τις κάνει πιο πραγματικές και από τα ίδια τα πράγματα. Όταν έρχεται η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι δεν τις έχεις ανάγκη για τη σημασία τους αλλά ότι αυτές σε καλούν επίμονα να τις πεις με τον πρωτόγνωρο –τάχα;– τρόπο που έχεις λησμονήσει. Ένα τίποτα οι λέξεις, με υλικό από πνεύμα. Μόνο με αυτές υπόσχεται ότι θα γεννηθεί το νόημα των πραγμάτων – εκείνο που μαζί τους ενίοτε θαρρείς πως μόλις το αφουγκράζεσαι και εδώ το ‘χεις, στην άκρη της γλώσσας σου να το πεις (μα ξεγελιέσαι;). Μόνο με αυτές υπόσχονται ότι θα αναδυθούν από τη λήθη οι θεοί, οι άνθρωποι, η πατρίδα, τα οικεία και γνώριμα πράγματα.


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Η Εδέμ

Όχι, η Εδέμ δεν είναι ο παράδεισος που θέλουν να επιβάλλουν οι εκκλησίες, οι πολιτικοί, οι ιστορικοί και ο ίδιος ο εαυτός μας. Ένας παράδεισος και μια κόλαση επιβεβλημένης μνήμης, εμπειριών, απολαύσεων, μεγάλων στιγμών, γεγονότων καθοριστικών μιας «θείας» οικονομίας.

Η Εδέμ που πραγματικά μας αφορά παραμένει αμνημόνευτη και λησμονημένη μέσα στις καθημερινές, συχνά απαρατήρητες στιγμές· στις μικρές και επαναλαμβανόμενες χειρονομίες, αναίτιες και ανεξήγητες, σαν κελαηδήματα.

Η Εδέμ είναι το όνομα, με όλη του τη σημασία — την κλητική μέσα από τα βάθη της καρδιάς — που το έχουμε εδώ, έτοιμο να το προφέρουμε στην άκρη της γλώσσας μας, αλλά δεν μπορούμε να το θυμηθούμε.

Όχι, ας μην τρομάζουμε όταν δεν θυμόμαστε τι είναι εκείνο που στέκεται στην άκρη της γλώσσας μας και δεν μπορούμε να το πούμε. Μη μας τρομάζουν εκείνοι που δεν συγχωρούν να θυμόμαστε ότι έχουμε ξεχάσει τι είναι αυτό που έχει αξία στη ζωή μας και ζητεί επίμονα να ειπωθεί· ας συγχωρήσουμε τουλάχιστον εμείς τον εαυτό μας όταν δεν μπορούμε να περιγράψουμε την Εδέμ της μικρής, ασήμαντης και καθημερινής ζωής μας· ας μην ξεχνάμε εκείνο που συνέχεια λησμονούμε, προσπαθώντας να ζήσουμε κάτι άλλο αξιομνημόνευτο.


Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Η πολιτική στον χρόνο της αδυνατότητας της πολιτικής – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Στην έβδομη επιστολή, ο Πλάτωνας συνδέει την απόφασή του να αφιερωθεί στη φιλοσοφία με τις συνθήκες πολιτικής κακοδαιμονίας της πόλης στην οποία ζούσε. Αφού προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμμετάσχει στη δημόσια ζωή, όπως γράφει, στο τέλος συνειδητοποίησε ότι όλες οι πόλεις ήταν πολιτικά διεφθαρμένες (κακῶς πολιτεύονται) και ένιωσε τότε υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφιερωθεί στη φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία παρουσιάζεται, υπό το πρίσμα αυτό, ως ένα υποκατάστατο της πολιτικής. Οφείλουμε να ασχοληθούμε με τη φιλοσοφία, διότι – σήμερα όχι λιγότερο από τότε – η άσκηση της πολιτικής έχει καταστεί αδύνατη. Δεν πρέπει να λησμονούμε αυτόν τον ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα στην πολιτική και τη φιλοσοφία, που θέτει το φιλοσοφείν ως διάδοχο της πολιτικής δράσης, πράγμα που συνιστά μια αναπλήρωση και μια αποζημίωση – όχι βεβαίως πλήρως ικανοποιητική – για κάτι που δεν μπορούμε πλέον να ασκήσουμε. Ποια αξία οφείλουμε, λοιπόν, να δώσουμε σε αυτό το υποκατάστατο, το οποίο δεν θα είχαμε επιλέξει αν η πολιτική ζωή ήταν ακόμη δυνατή; Η φιλοσοφία αποκαλύπτει εδώ το αληθινό της νόημα, που δεν είναι το να επεξεργάζεται θεωρίες και γνώμες για να τις προτείνει σε όσους πιστεύουν ότι μπορούν ακόμη να ασκήσουν πολιτική. Η φιλοσοφία είναι μια μορφή ζωής, που μας επιτρέπει να ζούμε σε συνθήκες πολιτικά αβίωτες. Σε τούτο – στο ότι δηλαδή μας επιτρέπει να κατοικούμε τη μη κατοικήσιμη και απολιτική πόλη – η φιλοσοφική ζωή αποδεικνύεται η μόνη δυνατή πολιτική στον χρόνο της αδυνατότητας της πολιτικής.

[Αναρτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 


Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Η πτώση της Δύσης – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Η λέξη «Δύση» (Occidente), με την οποία ορίζουμε τον πολιτισμό μας, προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα «πέφτω» (cadere) και σημαίνει κατά γράμμα: «αυτό που πέφτει, που δεν παύει να πέφτει». Με το ρήμα αυτό συνδέονται και οι όροι «περίπτωση» (caso) και «τυχαίο» (casuale). Αυτό που δεν παύει να πέφτει και να δύει (occasus στα λατινικά είναι το ηλιοβασίλεμα) είναι γι’ αυτό και έρμαιο της περίπτωσης, μιας ακατάπαυστης τυχαιότητας. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη ότι η διακυβέρνηση των ανθρώπων και των πραγμάτων λαμβάνει σήμερα τη μορφή πρωτοκόλλων παρέμβασης, ανεξάρτητων από βέβαια αποτελέσματα, πάνω σε έναν κόσμο που νοείται ως διαθέσιμος και υπολογίσιμος ακριβώς επειδή είναι τυχαίος.

Η Δύση υπάρχει και κυβερνάται μόνο μέσα στον χρόνο του τέλους της και της διαρκούς πτώσης της και, όπως ο ίδιος ο Θεός της, αδιαλείπτως θνήσκει. Αλλά ακριβώς σε αυτό έγκειται η δύναμή της: ένας θάνατος χωρίς παύση είναι στην κυριολεξία ατελεύτητος· ομοίως μια άπειρη φθαρτότητα ή τυχαιότητα δεν μπορεί παρά να είναι ατέρμονη.

Μια στρατηγική που επιδιώκει να αντιμετωπίσει αυτή τη διηνεκή πτώση οφείλει να βρει μέσα σε αυτήν ένα διάκενο ή ένα ρήγμα, όπου η Δύση να χάσει τη συνέχειά της και να καταποντιστεί μια για πάντα. Αυτό το αβυσσαλέο χάσμα είναι η μνήμη. Η Δύση, ως τυχαία και πτωτική, δεν έχει μνήμη του εαυτού της, δεν γνωρίζει ένα πέρασμα, έναν χώρο όπου κάτι σαν ανάμνηση θα μπορούσε, έστω για μια στιγμή, να διέλθει ορμητικά και να αναδυθεί. Μπορεί βέβαια να κατασκευάζει, όπως πράγματι κάνει, αρχεία και μητρώα όπου να διατάσσει διαρκώς τα γεγονότα – τις περιπτώσεις και τα περιστατικά – της ιστορίας της, αλλά της λείπει η ικανότητα να ζήσει αληθινά ένα παρελθόν, να ανοιχτεί σε κάτι που να διαρρηγνύει τον ομοιόμορφο ιστό των αναπαραστάσεών της.

Η ανάμνηση, αντίθετα, έχει τη μορφή ενός μεσοδιαστήματος, ενός μεσόκενου, μέσα στο οποίο η πτώση – το τυχαίο – για μια στιγμή αναστέλλεται και αφήνει να εμφανιστεί, ως παρελθόν που ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει, ένα ετερογενές και μη αναπαραστάσιμο παρελθόν. «Ω παρελθόν, άβυσσε της σκέψης» (Σέλλινγκ): μόνο η σκέψη που κατέρχεται αποφασιστικά σε αυτή την άβυσσο μπορεί να οδηγήσει τη Δύση μια για πάντα στο τέλος της.

[Αναρτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Παρόλα αυτά

Η καρδιά μου δεν εμπιστεύεται όσους μου λένε ότι ξέρουν πώς να ζήσουν. Οι ηδονές στη ζωή είναι όπως οι Σειρήνες, κινδυνεύει αυτός που τις ακούει να νομίσει ότι βρήκε τον προορισμό του, εγκαταλείπει το καράβι και πνίγεται σε μια τυφλή και ρηχή κενότητα φαύλων και επαναλαμβανόμενων τραγουδιών. Οι πόνοι, τουλάχιστον οι πόνοι, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αυτό που θέλω να ζήσω. Εξακολουθώ να πορεύομαι με το παρόλα αυτά. Το παρόλα αυτά είναι το καράβι μου. Σε αυτό περισυλλέγομαι και με αυτό συνεχίζω να πορεύομαι. 


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Σκέψεις με αφορμή μια πρώτη ανάγνωση κειμένων του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν και στοχασμός πάνω στη φράση του «Δεν μπορώ να μπορώ»

Η εγγύτητα – ας πούμε ο σύνδεσμος της αγάπης – δεν στηρίζεται σε εκείνα που υποσχόμαστε ότι μπορούμε ούτε σε όσα πράγματι καταφέρνουμε να κάνουμε. Ούτε στην υποτιθέμενη υγεία στηρίζεται ούτε στις επιτυχίες ούτε στα χρήματα. Η εγγύτητα είναι μόνο ένα άγγιγμα, ένα άγγιγμα και ένα χαμόγελο πλατύ που αναδύεται από την καρδιά, όταν απλώς είμαστε με τους άλλους στο σπίτι μας, έστω αποτυχημένοι και ανήμποροι, και δεν μπορούμε να μπορούμε. Άλλο το ευ ζην και άλλο η επιτυχία. 

Το ευ ζην είναι η κατοικία των ελευθερωμένων από την τυραννία να είναι επιτυχημένοι, σοφοί, δυνατοί κτλ.





Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας 2 : πολιτική και οικονομία – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Είναι γνωστή η επιγραμματική φράση που διατύπωσε ο Ναπολέων, όταν συνάντησε τον Γκαίτε στην Ερφούρτη τον Οκτώβριο του 1808: Le destin c’est la politique: «το πεπρωμένο είναι η πολιτική». Αυτή η δήλωση, που, την εποχή εκείνη, ήταν απολύτως κατανοητή, έστω και αν φαινόταν επαναστατική, έχει σήμερα για εμάς χάσει ολοκληρωτικά το νόημά της. Δεν γνωρίζουμε πια τι σημαίνει ο όρος «πολιτική» και ακόμη λιγότερο θα ονειρευόμασταν να δούμε σε αυτήν το πεπρωμένο μας. «Το πεπρωμένο είναι η οικονομία» ηχεί μάλλον ως επωδός που οι λεγόμενοι «πολιτικοί» μάς επαναλαμβάνουν εδώ και δεκαετίες. Και ωστόσο όχι μόνο δεν παραιτούνται από το να αυτοαποκαλούνται «πολιτικοί», αλλά «πολιτικά» εξακολουθούν να αποκαλούνται τα κόμματα στα οποία ανήκουν και ως «πολιτικές» δηλώνονται οι συμμαχίες και οι συνασπισμοί που συγκροτούν στις κυβερνήσεις και οι αποφάσεις που οι τελευταίες δεν παύουν να λαμβάνουν.

Τι εννοούμε λοιπόν σήμερα όταν προφέρουμε, έστω και χωρίς υπερβολική πεποίθηση, τη λέξη «πολιτική»; Υπάρχει σε αυτήν κάτι σαν ενιαίο νόημα ή, μάλλον, το νόημα που μεταφέρει ο όρος είναι εγγενώς σε σχάση; Η ορολογική αβεβαιότητα στη μετάφραση του όρου πολιτεία, την οποία έχουμε ήδη εξετάσει, δεν είναι μόνο πρόσφατη. Η λατινική μετάφραση του έργου Πολιτικά του Αριστοτέλη από τον Λεονάρντο Αρετίνο, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1492 μαζί με το σχόλιο του Θωμά [του Ακινάτη], αποδίδει τον όρο με gubernatio και respublica (πιο σπάνια με civitatis status). Αν το χωρίο που παραθέσαμε (1279°, 25–26), στη λατινική του μετάφραση, ακούγεται ως Cum vero gubernatio civitatis et regimen idem significant…, στο προηγούμενο απόσπασμα η πολιτεία αποδίδεται αντιθέτως ως respublica (est autem respublica ordinatio civitatis). Στο σχόλιο του Θωμά, ο οποίος είχε προφανώς μπροστά του μια διαφορετική μετάφραση, η πολιτεία αποδίδεται άλλοτε ως policia και άλλοτε ως respublica. Η εγγύτητα του όρου policia με τον όρο «polizia», που στη σημερινή χρήση του σημαίνει αστυνομία, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει: «polizia» είναι πράγματι, έως τις αρχές του 19ου αιώνα, ο ιταλικός όρος που αντιστοιχεί στην πολιτεία. «Polizia» διαβάζουμε ακόμη στη μετάφραση του Πλουτάρχου από τον Μαρτσέλλο Αντριάνι, που εκδόθηκε στη Φλωρεντία το 1819: «σημαίνει την τάξη με την οποία κυβερνάται μια πόλη και διοικούνται οι κοινές της υποθέσεις και οι ανάγκες της· και έτσι λέγεται ότι τρεις είναι οι πολιτείες: η μοναρχική, η ολιγαρχική και η δημοκρατική».

Στους Γερμανούς θεωρητικούς του καμεραλισμού και της επιστήμης της αστυνομίας, που διαμορφώνεται και διαδίδεται στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα, η επιστήμη του κράτους γίνεται επιστήμη της διακυβέρνησης (Regierungwissenschaft), της οποίας ο ουσιώδης σκοπός είναι η Polizei, νοουμένη –σε αντίθεση προς την Politik, που αφορά μόνο στην πάλη εναντίον των εξωτερικών εχθρών– ως η διοικητική ρύθμιση της ευταξίας της κοινότητας και η μέριμνα για την ευημερία και τη ζωή των υπηκόων σε όλες τις πτυχές της. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο Ναπολέων, που διακήρυττε απερίφραστα την πολιτική ως πεπρωμένο, υπήρξε επίσης ο ηγεμόνας που έδωσε στη διοίκηση και στην αστυνομία τη σύγχρονη μορφή που μας είναι οικεία. Το διοικητικό κράτος που έχει θεωρητικοποιηθεί από τον Σάνσταϊν και τον Βερμιούλ και που επιβάλλεται στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες είναι, τηρουμένων των αναλογιών, πιστό σε αυτό το πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο το «κράτος» εξαντλείται σε «διοίκηση» και «κυβέρνηση» και η «πολιτική» μετασχηματίζεται ολοκληρωτικά σε «αστυνομία». Είναι χαρακτηριστικό ότι, ακριβώς σε ένα κράτος νοούμενο με αυτόν τον τρόπο ως «κράτος αστυνομίας», ο όρος καταλήγει να δηλώνει τη λιγότερο ευγενή όψη της κυβέρνησης, δηλαδή τα σώματα που είναι επιφορτισμένα να διασφαλίζουν, σε τελική ανάλυση, με τη βία την πραγματοποίηση της κυβερνητικής αποστολής του κράτους. Και, ωστόσο, ο τυπικός μηχανισμός του νομοθετικού κράτους δεν εξαφανίζεται, όπως δεν εξαφανίζονται οι νόμοι που οι κυβερνήσεις εξακολουθούν, παρά ταύτα, να εκδίδουν, ούτε καταργούνται τα λειτουργήματα και τα αξιώματα που, σύμφωνα με το σύνταγμα, ενσαρκώνουν και διαφυλάσσουν τη νομιμότητα του συστήματος. Πέρα από τους μετασχηματισμούς του κράτους, η ουσιώδης διπολική φύση της πολιτικής μηχανής διατηρείται τουλάχιστον τυπικά εν ζωή.
[Αναρτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Για το βασίλεμα της Δύσης – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όπως στη Νάπολη την Πρωτοχρονιά, να τα πετάξεις όλα από το παράθυρο. Ύστερα, στον δρόμο, να μαζέψεις μερικά θραύσματα, μερικά κομμάτια — τα θραύσματα φέρνουν τύχη.

Το καινούργιο το φτιάχνεις με τα θραύσματα του παλιού.

[Αναρτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 


Διγλωσσία και σκέψη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ζούμε μέσα στη γλώσσα μας όπως οι τυφλοί που
βαδίζουν στο χείλος μιας αβύσσου… η γλώσσα εγκυμονεί 
καταστροφές
και θα έρθει η μέρα που θα στραφεί
εναντίον εκείνων που τη μιλούν.

Γκέρσομ Σόλεμ

Όλοι οι λαοί της γης στέκονται σήμερα μετέωροι πάνω από την άβυσσο της γλώσσας τους. Κάποιοι βυθίζονται, άλλοι έχουν ήδη σχεδόν καταποντιστεί και, νομίζοντας ότι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, χρησιμοποιούνται, αντίθετα, από αυτήν χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Έτσι και οι Εβραίοι, που μετέτρεψαν την ιερή τους γλώσσα σε γλώσσα εργαλειακής χρήσης, μοιάζουν με προνύμφες στον Άδη που, για να μπορούν να μιλούν, πρέπει να πίνουν αίμα. Όσο αυτή ήταν περιορισμένη στη χωριστή σφαίρα της λατρείας, τους παρείχε έναν τόπο που διαλανθάνει τη λογική των οικονομικών, τεχνικών και πολιτικών αναγκαιοτήτων, με τις οποίες αναμετριούνταν στις γλώσσες που δανείζονταν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν. Και στους χριστιανούς, επίσης, τα λατινικά προσέφεραν επί μακρόν έναν χώρο όπου ο λόγος δεν ήταν απλώς εργαλείο πληροφόρησης και επικοινωνίας, όπου μπορούσε κανείς να προσεύχεται και όχι να ανταλλάσσει μηνύματα. Η διγλωσσία μπορούσε να είναι και εσωτερική στη γλώσσα, όπως στην κλασική Ελλάδα, όπου η γλώσσα του Ομήρου – η γλώσσα της ποίησης – μετέδιδε μια ηθική παρακαταθήκη που μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να προσανατολίζει τις συμπεριφορές εκείνων που μιλούσαν καθημερινά διαφορετικές και μεταβαλλόμενες διαλέκτους.

Γεγονός είναι ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε καθορίζεται, λίγο-πολύ ασυνείδητα, από τη δομή της γλώσσας μέσα στην οποία πιστεύουμε ότι τον εκφράζουμε. Υπό αυτή την έννοια –όπως ο Παζολίνι δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει, και όπως ο Δάντης είχε ήδη διαβλέψει με πλήρη διαύγεια, διακρίνοντας τη δημώδη από τη γραμματική γλώσσα που μαθαίνουμε μελετώντας– κάποια μορφή διγλωσσίας είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η ελευθερία των ατόμων απέναντι στους αυτοματισμούς και στους καταναγκασμούς που η μονογλωσσία, αποκρυσταλλωμένη ιστορικά στη μορφή μιας εθνικής γλώσσας, τους επιβάλλει ολοένα και περισσότερο. Σε μια τέτοια γλώσσα δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται, γιατί λείπει εκείνη η ανείπωτη απόσταση ανάμεσα στο πράγμα που πρέπει να εκφραστεί και στην έκφραση, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί έναν ελεύθερο χώρο για το σκεπτόμενο υποκείμενο. Η σκέψη είναι αυτό το χάσμα και αυτή η εσωτερική ασυνέχεια, που διακόπτει την ακατάπαυστη ροή της γλώσσας καθώς και την υποτιθέμενη και αξιούμενη αυτάρκειά της. Είναι μια τομή με την έννοια που έχει αυτός ο όρος στη μετρική της ποίησης: μια διακοπή, μια παύση, που, αναστέλλοντας τον ρυθμό των γλωσσικών παραστάσεων, αφήνει να φανεί η ίδια η γλώσσα.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι, πλήρως υποδουλωμένοι σε μια γλώσσα που πιστεύουν ότι κυριαρχούν επάνω της, έχουν καταστεί σε τέτοιο βαθμό ανίκανοι να σκέφτονται, ώστε προτιμούν να εκχωρούν τη σκέψη σε μια εξωτερική γλωσσική μηχανή, τη λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη. Αν, όπως οι Εβραίοι κατά τον Σόλεμ, όλοι οι λαοί βαδίζουν σήμερα τυφλά στο χείλος της αβύσσου μιας γλώσσας και μιας λογικής που έχουν, ουτωσειπείν, εγκαταλείψει στην τύχη τους, έπεται ότι η γλώσσα από την οποία έχουν αποσυρθεί ως συνειδητά υποκείμενα θα εκδικηθεί αργά ή γρήγορα οδηγώντας τους στην καταστροφή. Εμπιστευόμενοι μια γλώσσα που είναι συγχρόνως εργαλείο και αφέντης, της οποίας –το κυριότερο– έχουν απολέσει κάθε επίγνωση, δεν ακούνε τον θρήνο, την κατηγορία και την απειλή που αυτή, ενώ τους οδηγεί στο ξεθεμελίωμα και τον χαλασμό, δεν παύει να τους απευθύνει.

[Αναρτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 





Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Κάθε έρευνα γύρω από την πολιτική τελεί εξαρχής υπό το μειονέκτημα μιας αμφίσημης ορολογίας, η οποία καταδικάζει σε παρεξήγηση όσους την επιχειρούν. Έτσι, στο χωρίο του τρίτου βιβλίου του έργου Πολιτικά, ο Αριστοτέλης, τη στιγμή που εξετάζει τις πολιτείες για να καθορίσει τον αριθμό και τα γνωρίσματά τους, διατυπώνει κατηγορηματικά: επειδή πολιτεία και πολίτευμα σημαίνουν το ίδιο πράγμα, και το πολίτευμα είναι κατά κυριολεξία η κυριότητα των πόλεων, δηλαδή η υπέρτατη εξουσία (τὸ κύριον τῶν πόλεων), είναι αναγκαίο αυτή ακριβώς η υπέρτατη εξουσία να είναι είτε ο ένας είτε οι λίγοι είτε οι πολλοί [ἐπεὶ δὲ πολιτεία καὶ πολίτευμα ταὐτὸ σημαίνει, καὶ πολιτεύματός ἐστι κυρίως τὸ κύριον τῶν πόλεων, ἀναγκαῖον ἢ ἕνα ἢ ὀλίγους ἢ πολλοὺς εἶναι τὸ κύριον] (1279α 25–26). Στις μεταφράσεις που κυκλοφορούν, το συγκεκριμένο χωρίο αποδίδεται ως εξής: «εφόσον σύνταγμα και κυβέρνηση σημαίνουν το ίδιο πράγμα και η κυβέρνηση είναι η κυριαρχική εξουσία των πόλεων…». Είτε αυτή η μετάφραση είναι περισσότερο είτε λιγότερο ορθή, σε κάθε περίπτωση εδώ αναδύεται στο φως εκείνο που θα μπορούσε να οριστεί ως η αμφισημία μιας ίσως θεμελιώδους έννοιας της πολιτικής μας παράδοσης, η οποία εμφανίζεται πότε ως «σύνταγμα» και πότε ως «κυβέρνηση». Με μια –τρόπον τινά– ιλιγγιώδη σύμπτυξη, οι δύο έννοιες ταυτίζονται και συγχρόνως διακρίνονται, και ακριβώς αυτή η αμφισημία ορίζει, κατά τον Αριστοτέλη, το κύριον, δηλαδή την κυριαρχία.

Ότι η αμφισημία δεν είναι περιστασιακή επιβεβαιώνεται απολύτως από την ανάγνωση του έργου Αθηναίων Πολιτεία, που εμείς μεταφράζουμε ως Σύνταγμα των Αθηναίων. Περιγράφοντας τη «δημαγωγία» του Περικλή (27,1)*, ο Αριστοτέλης γράφει ότι κατά την περίοδο εκείνη, δηλαδή όταν ο Περικλής ηγείτο του δήμου, «δημοτικωτέραν ἔτι συνέβη γενέσθαι τὴν πολιτείαν», που οι μεταφραστές αποδίδουν ως «το σύνταγμα έγινε ακόμη πιο δημοκρατικό». Αμέσως μετά διαβάζουμε: «ἅπασαν τὴν πολιτείαν μᾶλλον ἄγειν εἰς αὑτούς», δηλαδή «οι πολλοί συγκέντρωσαν στα χέρια τους όλη την κυβέρνηση» (προφανώς, το να μεταφραστεί ως «όλο το σύνταγμα», όπως η ορολογική συνέπεια θα επέβαλλε, δεν θεωρήθηκε δυνατό). Η αμφισημία επιβεβαιώνεται και από τα λεξικά, όπου η πολιτεία αποδίδεται τόσο ως «σύνταγμα του κράτους» όσο και ως «κυβέρνηση» ή «διοίκηση».

Όπως κι αν οριστεί, είτε με τη δυάδα «σύνταγμα/κυβέρνηση» είτε με τη δυάδα «κράτος/διοίκηση», η θεμελιώδης έννοια της δυτικής πολιτικής είναι διττή, ένα είδος διπρόσωπου Ιανού, που παρουσιάζει πότε το αυστηρό, επίσημο και τελετουργικό πρόσωπο του θεσμού, πότε το πιο σκοτεινό και ανεπίσημο της διοικητικής πράξης, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να ταυτιστούν ή να διαχωριστούν.

Στο δοκίμιο του 1932 με τίτλο Νομιμότητα και νομιμοποίηση, ο Καρλ Σμιτ διακρίνει τέσσερις τύπους κράτους. Αφήνοντας κατά μέρος τις δύο ενδιάμεσες μορφές, το δικαιοδοτικό κράτος, όπου τον τελευταίο λόγο έχει ο δικαστής, ο οποίος αποφαίνεται δεσμευτικά επί συγκεκριμένης νομικής διαφοράς, και το κυβερνητικό κράτος, που το ταυτίζει με τη δικτατορία, θα ασχοληθούμε εδώ με τους δύο ακραίους τύπους: το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος. Στο πρώτο, στο νομοθετικό ή κράτος δικαίου, «η ύψιστη και η πλέον αποφασιστική έκφραση της κοινής βούλησης» συνίσταται στη θέσπιση κανόνων που έχουν τον χαρακτήρα νόμου. «Η δικαιολόγηση κάθε άσκησης κρατικής εξουσίας εδράζεται στη γενική ισχύ του νόμου». Όποιος ασκεί εξουσία ενεργεί εδώ βάσει νόμου ή «στο όνομα του νόμου», και επομένως η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία –ο νόμος και η εφαρμογή του– παραμένουν διακριτές και χωριστές. Με αυτόν τον τύπο κράτους ταυτίστηκαν, αν και ολοένα και λιγότερο δικαιολογημένα, οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Ο τύπος που καταλαμβάνει –ίσως όχι τυχαία– την τελευταία θέση στον κατάλογο, σαν να έτειναν οι άλλες κρατικές μορφές να εκβάλουν τελικά σε αυτόν, είναι το διοικητικό κράτος. Εδώ «η εντολή και η απόφαση δεν εμφανίζονται με αυταρχικό και προσωπικό τρόπο, αλλά ούτε μπορούν να αναχθούν σε απλές εφαρμογές ανώτερων κανονιστικών ρυθμίσεων»· παίρνουν μάλλον τη μορφή συγκεκριμένων διατάξεων, που λαμβάνονται κάθε φορά με βάση την κατάσταση των πραγμάτων, σε αναφορά προς πρακτικούς σκοπούς ή ανάγκες. Αυτό μπορεί επίσης να διατυπωθεί λέγοντας ότι στο διοικητικό κράτος «ούτε οι άνθρωποι κυβερνούν ούτε οι κανόνες ισχύουν ως κάτι ανώτερο, αλλά, σύμφωνα με τη περίφημη φράση “τα πράγματα κυβερνώνται από μόνα τους”».

Όπως σήμερα είναι απολύτως προφανές, αλλά ο Σμιτ μπορούσε ήδη τότε να συναγάγει από την επικράτηση ολοκληρωτικών κρατών στην Ευρώπη, το νομοθετικό κράτος τείνει προοδευτικά να μετασχηματίζεται σε διοικητικό κράτος. «Το κρατικό μας σύστημα βρίσκεται σε μια φάση μετασχηματισμού και “η τάση προς το ολοκληρωτικό κράτος”, χαρακτηριστική της παρούσας στιγμής…, εμφανίζεται σήμερα τυπικά ως τάση προς το διοικητικό κράτος». Ενώ οι πολιτειολόγοι φαίνεται σήμερα να το έχουν ξεχάσει, ο Σμιτ διατυπώνει χωρίς επιφυλάξεις, ως «κοινώς αποδεκτό γεγονός», ότι ένα «οικονομικό κράτος» δεν μπορεί να λειτουργήσει με τη μορφή κοινοβουλευτικού νομοθετικού κράτους και πρέπει κατ’ ανάγκην να μετασχηματιστεί σε διοικητικό κράτος, όπου ο νόμος παραχωρεί τη θέση του σε διατάγματα και κανονιστικές πράξεις.

Για εμάς που παρακολουθήσαμε την πλήρη εκδίπλωση αυτής της διαδικασίας, εκείνο που πρέπει να τεθεί υπό διερώτηση είναι το νόημα τούτου του μετασχηματισμού –αν πρόκειται πράγματι για μετασχηματισμό. Η ιδέα του μετασχηματισμού προϋποθέτει, πράγματι, ότι τα δύο πρότυπα είναι τυπικά και χρονικά διακριτά. Ο Σμιτ γνωρίζει άριστα ότι «στην ιστορική πραγματικότητα εμφανίζονται συνεχώς μίξεις και συνδυασμοί» και ότι σε κάθε κράτος ανήκουν τόσο η νομοθεσία όσο και η διοίκηση και η διακυβέρνηση. Είναι ωστόσο δυνατό –και αυτή είναι η υπόθεσή μας– η μίξη να είναι ακόμη πιο στενή και το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος, η νομοθεσία και η διοίκηση, το σύνταγμα και η κυβέρνηση να αποτελούν ουσιώδη και αδιαχώριστα μέρη ενός και του αυτού συστήματος, που είναι το σύγχρονο κράτος όπως το γνωρίζουμε. Αν, συνεπώς, είναι δυνατή μια τακτική αντιπαράθεσης του ενός από τα δύο στοιχεία προς το άλλο, θα ήταν εντελώς παραπλανητικό να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να διαχωρίσει και να απομονώσει σταθερά εκείνο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ίδιου διπολικού συστήματος. 

Κάτι σαν μιαν «άλλη πολιτική» θα είναι δυνατό μόνο με αφετηρία τη συνείδηση ότι κράτος και διοίκηση, σύνταγμα και κυβέρνηση είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, η οποία πρέπει να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση. Δεν υπάρχει εξουσία που να μπορεί να νομιμοποιεί την άσκησή της μέσω νόμων χωρίς να προϋποθέτει τη θεμελίωσή της έξω από το δίκαιο, ούτε μπορεί να υπάρξει αμιγώς διοικητική πρακτική, με την αξίωση να παραμένει νόμιμη επειδή στηρίζεται σε διατάγματα εκδιδόμενα εν όψει μιας ανάγκης. Πρόκειται, όπως υποστηρίζει και ο ίδιος ο Σμιτ, για δύο διαφορετικούς τρόπους να καθίσταται υποχρεωτική η υπακοή. Όπως σήμερα βλέπουμε με σαφήνεια, η αλήθεια και των δύο είναι, πράγματι, η κατάσταση εξαίρεσης. Είτε ενεργεί κανείς στο όνομα του νόμου είτε στο όνομα της διοίκησης, το ζήτημα που τίθεται, σε τελική ανάλυση, είναι πάντοτε η κυριαρχική άσκηση ενός μονοπωλίου της βίας. Και αυτό είναι το κύρος, ο κρυφός κυρίαρχος που, κατά τα λόγια του Αριστοτέλη, συνδέει μεταξύ τους σε ένα σύστημα τις δύο ορατές όψεις της κρατικής εξουσίας.

*Σημ. μεταφρ.: ο όρος «δημαγωγία» χρησιμοποιείται εδώ με την κυριολεκτική του σημασία, δηλαδή την άσκηση της ηγεσίας του δήμου από τον Περικλή.

[Αναρτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...