βαδίζουν στο χείλος μιας αβύσσου… η γλώσσα εγκυμονεί
καταστροφές
και θα έρθει η μέρα που θα στραφεί
εναντίον εκείνων που τη μιλούν.
Γκέρσομ Σόλεμ
Όλοι οι λαοί της γης στέκονται σήμερα μετέωροι πάνω από την άβυσσο της γλώσσας τους. Κάποιοι βυθίζονται, άλλοι έχουν ήδη σχεδόν καταποντιστεί και, νομίζοντας ότι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, χρησιμοποιούνται, αντίθετα, από αυτήν χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Έτσι και οι Εβραίοι, που μετέτρεψαν την ιερή τους γλώσσα σε γλώσσα εργαλειακής χρήσης, μοιάζουν με προνύμφες στον Άδη που, για να μπορούν να μιλούν, πρέπει να πίνουν αίμα. Όσο αυτή ήταν περιορισμένη στη χωριστή σφαίρα της λατρείας, τους παρείχε έναν τόπο που διαλανθάνει τη λογική των οικονομικών, τεχνικών και πολιτικών αναγκαιοτήτων, με τις οποίες αναμετριούνταν στις γλώσσες που δανείζονταν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν. Και στους χριστιανούς, επίσης, τα λατινικά προσέφεραν επί μακρόν έναν χώρο όπου ο λόγος δεν ήταν απλώς εργαλείο πληροφόρησης και επικοινωνίας, όπου μπορούσε κανείς να προσεύχεται και όχι να ανταλλάσσει μηνύματα. Η διγλωσσία μπορούσε να είναι και εσωτερική στη γλώσσα, όπως στην κλασική Ελλάδα, όπου η γλώσσα του Ομήρου – η γλώσσα της ποίησης – μετέδιδε μια ηθική παρακαταθήκη που μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να προσανατολίζει τις συμπεριφορές εκείνων που μιλούσαν καθημερινά διαφορετικές και μεταβαλλόμενες διαλέκτους.
Γεγονός είναι ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε καθορίζεται, λίγο-πολύ ασυνείδητα, από τη δομή της γλώσσας μέσα στην οποία πιστεύουμε ότι τον εκφράζουμε. Υπό αυτή την έννοια –όπως ο Παζολίνι δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει, και όπως ο Δάντης είχε ήδη διαβλέψει με πλήρη διαύγεια, διακρίνοντας τη δημώδη από τη γραμματική γλώσσα που μαθαίνουμε μελετώντας– κάποια μορφή διγλωσσίας είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η ελευθερία των ατόμων απέναντι στους αυτοματισμούς και στους καταναγκασμούς που η μονογλωσσία, αποκρυσταλλωμένη ιστορικά στη μορφή μιας εθνικής γλώσσας, τους επιβάλλει ολοένα και περισσότερο. Σε μια τέτοια γλώσσα δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται, γιατί λείπει εκείνη η ανείπωτη απόσταση ανάμεσα στο πράγμα που πρέπει να εκφραστεί και στην έκφραση, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί έναν ελεύθερο χώρο για το σκεπτόμενο υποκείμενο. Η σκέψη είναι αυτό το χάσμα και αυτή η εσωτερική ασυνέχεια, που διακόπτει την ακατάπαυστη ροή της γλώσσας καθώς και την υποτιθέμενη και αξιούμενη αυτάρκειά της. Είναι μια τομή με την έννοια που έχει αυτός ο όρος στη μετρική της ποίησης: μια διακοπή, μια παύση, που, αναστέλλοντας τον ρυθμό των γλωσσικών παραστάσεων, αφήνει να φανεί η ίδια η γλώσσα.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι, πλήρως υποδουλωμένοι σε μια γλώσσα που πιστεύουν ότι κυριαρχούν επάνω της, έχουν καταστεί σε τέτοιο βαθμό ανίκανοι να σκέφτονται, ώστε προτιμούν να εκχωρούν τη σκέψη σε μια εξωτερική γλωσσική μηχανή, τη λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη. Αν, όπως οι Εβραίοι κατά τον Σόλεμ, όλοι οι λαοί βαδίζουν σήμερα τυφλά στο χείλος της αβύσσου μιας γλώσσας και μιας λογικής που έχουν, ουτωσειπείν, εγκαταλείψει στην τύχη τους, έπεται ότι η γλώσσα από την οποία έχουν αποσυρθεί ως συνειδητά υποκείμενα θα εκδικηθεί αργά ή γρήγορα οδηγώντας τους στην καταστροφή. Εμπιστευόμενοι μια γλώσσα που είναι συγχρόνως εργαλείο και αφέντης, της οποίας –το κυριότερο– έχουν απολέσει κάθε επίγνωση, δεν ακούνε τον θρήνο, την κατηγορία και την απειλή που αυτή, ενώ τους οδηγεί στο ξεθεμελίωμα και τον χαλασμό, δεν παύει να τους απευθύνει.
[Αναρτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]