Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Μνήμη πατρός Γαβριήλ

 Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 2013                                      

Το Σάββατο που μας πέρασε πληροφορήθηκα, όλως τυχαίως, ότι τελέσθηκε η κηδεία του Πατρός Γαβριήλ, ηγουμένου της ιστορικής Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα στην κατεχόμενη Σαλαμίνα της Κύπρου, ο οποίος είχε κοιμηθεί από την Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου τ.ε.

Θα ήθελα τη βουβαμάρα και τη συγκίνησή μου να τη διαδεχθούν λίγα λόγια – φόρος τιμής στη μνήμη του πολιού, υπερήλικα, ασθενικού, ευαίσθητου Πατρός, εργάτη του Πανσθενουργού Πνεύματος του Κυρίου, του Γέροντος Γαβριήλ.

Τον γνώρισα λίγους μήνες πριν επιστρέψω από τη  Λευκωσία, το έτος 2007. Δεχόταν ταπεινά τη φιλοξενία της ιεράς Μονής Κύκκου. Το κελί του μετά την κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, εκεί, παράπλευρα στον ιερό ναό Αγίου Προκοπίου Μετοχίου, κατακλυζόταν από ανθρώπους που τρέφονταν ακόρεστα από τη μορφή του, που ακουμπούσαν το κεφάλι τους (αοράτως) στο στέρνο του και ζεσταίνονταν από την πατρική του πραότητα και την αμετάθετη στοργή του. Ο πατήρ Γαβριήλ μετά τη Θεία Λειτουργία ήταν ένα παραδείσιο δέντρο και γύρω του συγκεντρωνόταν μία μεγάλη ομήγυρη από ετερόκλητα πρόσωπα, ηθοποιούς, καλλιτέχνες, διανοούμενους, διάσημους, άσημους, ταπεινούς, αρρώστους. Ο γέροντας δε μιλούσε πολύ, τα κεράσματα έδιναν και έπαιρναν, το κελί του ανάπνεε ζωηρά, ο κόσμος, μέσα και έξω, διαστελλόταν και συστελλόταν. Πιάναμε με τη σύζυγο μια γωνιά και κοιτούσαμε. Ο πατήρ Γαβριήλ επισκοπούσε πρόσχαρα και πονεμένα τους πάντες. Τιμούσε ιδιαίτερα τον Απόστολο Βαρνάβα, ιδρυτή της εκκλησίας της Κύπρου και δεν παρέλειπε να επισημαίνει ότι Βαρνάβας σημαίνει υιός παρακλήσεως. Ασίγαστος πόθος του, ακοίμητο όνειρό του ήταν να επανδρωθεί  πάλι το κατεχόμενο μοναστήρι του και να λειτουργήσει κανονικά. Μία φορά το μήνα επισκεπτόταν το έρημο μοναστήρι και τελούσε τη Θεία Λειτουργία συνοδίᾳ πολλών πιστών. Την 11η Ιουνίου εκάστου έτους, ημέρα της εορτής του Αποστόλου Βαρνάβα, λάμπρυνε τον σκλαβωμένο τόπο και δόξαζε την ιερά Μονή επιτελώντας πανηγυρική Θεία Λειτουργία, με τη συρροή πλήθους προσκυνητών. 

Δύο φορές τον ακολουθήσαμε σε αυτήν την επίμονη τακτική διείσδυσή του μέσα στο κράτος του Αττίλα. Θα ήθελα εδώ να αναφέρω παρεκβατικά ότι ο πατήρ Γαβριήλ προκειμένου να λειτουργήσει με ασφάλεια και να προστατευτούν οι πιστοί που τον συνόδευαν, προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες διατυπώσεις και εξασφάλιζε από το παράνομο καθεστώς τη σχετική άδεια. Επίσης μας εφιστούσε την προσοχή στο ότι θα έπρεπε να είμαστε φιλικοί με τους πλανόδιους πωλητές που κύκλωναν τη Μονή και να ψωνίζουμε για να είμαστε πάντα καλοδεχούμενοι και να περιφρουρείται – έστω για λόγους εκμετάλλευσης από τους ντόπιους – ο ιερός τόπος. Την πρώτη φορά παρευρεθήκαμε στην πανήγυρη του Αγίου, τη δεύτερη, συνοδεύσαμε τον Πατέρα, σε μια από τις καθιερωμένες μηνιαίες επισκέψεις, για να λειτουργήσουμε το ναό που βρίσκεται έγγιστα στη Μονή, λίγο ανατολικότερα, ανεγερμένος πάνω από λαξευτό τάφο ρωμαϊκής περιόδου, που θεωρείται ότι ανήκει στον Απόστολο Βαρνάβα.  Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας και μάλιστα προς το τέλος της, την ιερή στιγμή κατά την οποία – αν θυμάμαι καλά – ο ιερέας εκφωνούσε «τα σα εκ των σων» μπούκαραν δέκα περίπου αστυνομικοί με πολιτικά και φώναζαν άγρια και απειλητικά να διακόψουμε τη Λειτουργία, αμέσως. Η θεία Λειτουργία όμως δεν διακόπτεται… Εκείνη τη στιγμή φάνηκε από το ιερό το σεβαστό και ευλαβικό κεφαλάκι του Γέροντα που κοίταζε τους εχθρούς με προσήνεια. Η Λειτουργία συνέχιζε και οι απειλές επαναλαμβάνονταν δριμύτερες. Είπαμε το «Πάτερ ημών», ανησυχία διάχυτη στον κόσμο αλλά και θάρρος, τα πρόσωπα των ιερέων είχαν γίνει κατακόκκινα. Μας εξώθησαν στον προαύλιο χώρο, οι ιερείς βγήκαν και αυτοί – άρον άρον – με τα δισκοπότηρα και άρχισαν να κοινωνούν τους πιστούς. Στη συνέχεια έκαναν την απόλυση και  κατέλυαν ταυτοχρόνως, ενώπιον όλων μας, υπό καθεστώς τρομερής πίεσης και βιασύνης, πλην όμως με απερίγραπτο δέος, εξασφαλίζοντας την «απρόσκοπτη» τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Τέλος, οι άνθρωποι του ψευδοκράτους μας οδήγησαν στο χώρο στάθμευσης των λεωφορείων μας. Από εκεί, μετά από μια χρονοβόρα διαδικασία ελέγχου διαβατηρίων, αφεθήκαμε ελεύθεροι να φύγουμε. 

Κλείνοντας, θα ήθελα να αποδώσω ευχαριστιακά ένα μικρό αποτύπωμα από την ευκρινή και χαροποιό σφραγίδα που άφησε στην ψυχή μου ο Πατήρ Γαβριήλ. Μία και μόνη φορά εξομολογήθηκα σε αυτόν. Λίγο πριν την αναχώρησή μου από την Κύπρο. Είχε κλεισθεί το ραντεβού από μέρες, συνετέλεσε σε αυτό η επιμονή της γυναίκας μου. Άφησα την εργασία μου με κάποιο πρόσχημα και πήγα να τον συναντήσω. Ο Γέροντας με περίμενε σε κάποιο παρεκκλήσι, στον περίβολο του Μετοχίου, όπου εξομολογούσε. Παραμείναμε στην αρχή όρθιοι, στραφήκαμε προς το ιερό, προς Ανατολάς, ο πατήρ αρχίνισε την ακολουθία της ιεράς εξομολογήσεως. Καθίσαμε. Ο πιεστικός χρόνος είχε μείνει έξω από την πόρτα του εξομολογητηρίου. Ο Πατήρ ξεδίπλωνε την καλοσύνη, την ανοχή, την αγάπη του. Ήταν ο ίδιος ο Χριστός, ή μάλλον είχα γίνει και εγώ ο δικός του Χριστός. Με παρακάλεσε να διώξω εντελώς την κατήφεια από την ύπαρξή μου, να μην στενοχωρούμαι με τα μικρά, να έχω ελπίδα. Όταν αποχαιρετιστήκαμε μου φώναξε «το ωραίο σου χαμόγελο αυτό, να το κρατήσεις». Σύντομα τον ξαναείδα με τη σύζυγό μου στο κελί του. Ήταν η αποχαιρετιστήριά μας συνάντηση. Μας έδωσε το βίο του Αποστόλου Βαρνάβα, την ακολουθία της εορτής του και τον παρακλητικό κανόνα του, καθώς επίσης και αντίγραφο της εικόνας του Αγίου που είχε ο ίδιος αγιογραφήσει – ο πατήρ Γαβριήλ ήταν αγιογράφος – και μας έψαλε το απολυτίκιό του. Κατόπιν μας έψαλε ένα τροπάριο που μας παρακάλεσε να επαναλαμβάνουμε στην υπόλοιπη ζωής μας. Οι πρώτοι στίχοι του τροπαρίου είχαν ως εξής

«Ωφελού ή ωφέλει 

ή φεύγε τάχιστα

εξαγοράζων τον χρόνον

της επί γης βιοτής…»

Με αυτούς τους στίχους και με πολλές άλλες ευχές μας κατευόδωσε τους ανάξιους και αγράμματους και αδιόρθωτους, ενώ στεκόταν στη θύρα του κελιού του και το πρόσωπο του κοιτούσε φωτεινό και χαρούμενο πέρα από τους δικούς μας ορίζοντες.

Σε παρακαλώ πάτερ Γαβριήλ, η εκλεκτή ομήγυρή σου θα περιμένει να σηκωθείς από το νεκροκρέβατό σου, για να συναχθεί κύκλοθέν σου και να ακουμπήσει ομόψυχη στα δεξιά του στέρνου σου. Εμείς, οι απολυμένοι, τι άλλο να ευχηθούμε παρεκτός από τούτο:

Έτσι όπως μας ξεπροβόδισες, έτσι να μας καλωσορίσεις στη θύρα σου! Με το πρόσωπό σου το φωτεινό και χαρούμενο, να ατενίζει τους μακρινούς ορίζοντες!

Να εύχεσαι για όλους εμάς

που ξελογιαστήκαμε

και χαθήκαμε στις μέριμνες 

και τις κακίες τούτου του κόσμου

και να μας περιμένεις

κατά την πίστη σου – 

εκεί

στη θύρα του μέλλοντος!

Να εύχεσαι για όλους εμάς

που σε συναντήσαμε κάποτε

στην Κύπρο

και ύστερα χαθήκαμε και πάλι... 


[Αναρτήθηκε στο περιοδικό της Πειραϊκής Εκκλησίας]



Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ο Φλοξ

Δεν ξέρω γιατί επιμένω να διηγούμαι σύντομες ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, κυρίως μάλιστα από την παιδική ηλικία. Ίσως γιατί η εφηβεία και η νεότητα είναι για εμένα ακόμα μια ανοικτή πληγή, που δυσκολεύομαι να διαχειριστώ και με τρομάζει. Τα μακρινότερα μπορούν να παρουσιαστούν και να σκηνοθετηθούν ευκολότερα και αν οι διηγήσεις είναι σε πρώτο πρόσωπο, το εγώ μου πια δεν έχει σημασία. Τι λύτρωση!

Η γειτονιά της Νέας Σμύρνης, εκείνη η γειτονιά που συμπίπτει με την είσοδό μου στο Δημοτικό Σχολείο, στην οποία έζησα από την Α΄ Δημοτικού έως και τη Γ΄ Λυκείου, έκλεισε ουσιαστικά μέσα στην καρδιά μου όταν τελείωσα το Δημοτικό. Τότε πέρασα μετά από διαγωνισμό στην Ευαγγελική Σχολή, ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του αδελφού μου που μόλις ωστόσο είχε αποφοιτήσει από το ίδιο Σχολείο και μας αποχαιρετούσε –άφαντος πλέον– για το Πολυτεχνείο στην Πάτρα. Από εκείνη τη γειτονιά της Νέας Σμύρνης ανασύρω, καθώς ανασκαλεύω τη μνήμη μου, ορισμένα περιστατικά αξιομνημόνευτα.

Θράκης 15. Κάθετη στην Εφέσου. Δεύτερη παράλληλος κάτω από το Άλσος της ομώνυμης συνοικίας. 10 λεπτά με τα πόδια από το νεόκτιστο Δημοτικό Σχολείο, την ευρύχωρη φυλακή από μπετό, όπου στα διαλείμματα ξεχύνονταν, παραδόξως ζωντανές και χαρούμενες, φασαριόζικα, εκκωφαντικά τιτιβίσματα από ασθενικά στήθη, οι φωνές των παιδιών. Συχνά επιστρέφαμε από το σχολείο στο σπίτι, ειδικά τα πρώτα χρόνια, με τον φίλο μου τον Γιώργο, έναν χρόνο μεγαλύτερό μου, που έμενε και αυτός στην ίδια πολυκατοικία. Κάποτε, δελεασμένοι από χαρούμενα γαβγίσματα, κοντοσταθήκαμε έξω από την περίφραξη, με χαμηλό τσιμεντένιο τοιχίο και συρματόπλεγμα, μιας μονοκατοικίας, σε απόσταση τριών ή τεσσάρων στενών από το σπίτι μας. Ανάμεσα στους πυράκανθους και τα άγρια αναρριχητικά που εξείχαν με το τραχύ ακιδωτό φύλλωμα και τα πυκνά κλαδιά τους, διακρίναμε ένα χαριτωμένο, παιχνιδιάρικο, μαύρο κυνηγετικό σκυλί, να τρέχει πέρα δώθε και να χοροπηδά, αεικίνητο, κλωθογυρίζοντας τη λιγνή σαν φάντασμα τρεμάμενη σιλουέτα, μιας αριστοκρατικής γιαγιάς με κοντά άσπρα μαλλιά, μαραγκιασμένα μάγουλα και χαμογελαστά μάτια. Πώς τον λένε; τη ρωτήσαμε. «Φλόξ», μας απάντησε. Πιάσαμε γνωριμία λοιπόν με το ζωηρό σβέλτο σκυλάκι και με την –δια της ατόπου απαγωγής (συγχωρήστε με αν δεν κολλάει εδώ αυτή η έκφραση)– συμπαθητική ηλικιωμένη κυρία.

Σχεδόν κάθε μέρα, την ίδια ώρα, περνούσαμε από εκεί και χαιρετούσαμε τον Φλοξ, ενώ η γιαγιά, δεν τη ρωτήσαμε ποτέ το όνομά της, στεκόταν στον περίβολο και μας περίμενε για να μας φιλέψει τη μια γλειφιτζούρι, την άλλη λουκούμι ή σοκολατάκι. Κεράσματα πρώτης τάξεως, όπως άλλωστε πρώτης τάξεως ήταν και η ίδια η κεράστρια που σύντομα άρχισε να μας προσκαλεί να εισέλθουμε στα ενδότερα για να μας προσφέρει γενναιόδωρα και το μεσημεριανό τραπέζι. Η σθεναρή και επίμονη αντίστασή μας «Όχι! Ευχαριστούμε! Άλλη φορά!», δεν άργησε να καμφθεί, κυρίως εξαιτίας του φίλου μου, τον οποίο μάταια επιχειρούσα να αποτρέψω με τραβήγματα και μπουνιές πισώπλατες, όταν είπε το ναι στην πρόσκλησή της να δοκιμάσουμε τη φασολάδα της –ολοφάνερα πεινούσε πολύ και του άρεσε η φασολάδα. Τότε λοιπόν, μετά το ναι εκείνο το διχαστικό, η γιαγιά ξεμαντάλωσε πρόσχαρα την καγκελόπορτα και την ακολουθήσαμε δειλά δειλά, κάτω από τη συστάδα των πεύκων, πατώντας ξερές πευκοβελόνες –ενώ ο Φλοξ ορμούσε πάνω μας και μας έγλυφε τα πόδια και τα χέρια – μέχρι που φτάσαμε την πόρτα της εισόδου του μονόπατου κτίσματος, πέντε ή έξι σκαλοπάτια ανεβήκαμε, όπου γλάστρα πήλινη με βασιλικό μοσκοβολούσε κάτω από μιαν κρεβατίνα κληματαριάς χλωρωτικής.

Μπήκαμε και ενώ η δική μου καρδιά χτυπούσε με αγωνία, ο Γιώργος φαινόταν τελείως χαλαρός και άνετος. Το εσωτερικό του σπιτιού όπως και η εξωτερική του όψη και ο κήπος, φανέρωναν μια προοδευτική εγκατάλειψη, η οποία ωστόσο δεν είχε καταστεί ολοσχερής. Τα έπιπλα παλαιά μεν αλλά λιτά, κουρτίνες βαριές, πολυκαιρινές, χλωμές, μεγάλη ξύλινη τραπεζαρία, μπουφές, φωτογραφίες σε ασημένιες κορνίζες. «Καθήστε στην τραπεζαρία, να εδώ σε αυτές τις καρέκλες, καθήστε!» μας παρότρυνε. Ο Γιώργος στρογγυλοκάθισε, σαν στο σπίτι του και περίμενε να σερβιριστεί, εγώ παρά τις συνεχείς παρακλήσεις αντέτεινα ότι δεν πεινάω, δεν θέλω, ευχαριστώ και καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα –αντικριστά, δεν προσέγγιζα επ’ ουδενί λόγω την τραπεζαρία– σε μιαν αναπαυτική, κατά τα άλλα, αρχαία στιβαρή πολυθρόνα. Στο μεσοδιάστημα πρόσεξα ότι οι τοίχοι ψηλά, στις γωνίες είχαν αρρωστήσει από λέπρα και παρατήρησα ακόμα με φρίκη, ότι της «γριάς», όταν χαμογελούσε, της έλειπαν κάποια δόντια. Όχι, δε θα δοκίμαζα, τη… «φαρμακερή» φασολάδα της. Έριχνα αγριεμένες και επιτακτικές ματιές στο Γιώργο, να φύγουμε, ο οποίος παρακαλώ, με μιαν ωραία πετσέτα δεμένη στο λαιμό του και με μιαν άλλη στα πόδια του, ρουφούσε με αγαλλίαση τη σούπα του, έκοβε ψωμί και το έκανε παπάρα στο πιάτο του.

Το μεσημέρι, αργότερα, ανέφερα τα καθέκαστα στη μητέρα μου. Με τη σειρά της ενημέρωσε τον πατέρα του Γιώργου –ήταν δικαστικός, κουβαλούσε πολύ δουλειά στο σπίτι, απουσίαζε μόνο δύο φορές την εβδομάδα και πολλές φορές μαγείρευε ο ίδιος– ο οποίος έγινε πυρ και μανία. Την επομένη ούτε ο Φλοξ, ούτε η γιαγιά εμφανίστηκαν να μας προϋπαντήσουν κατά την επιστροφή μας από τα σχολικά κάτεργα. Πήραμε και εμείς δασκαλεμένοι από τους δικούς μας να αλλάζουμε πεζοδρόμιο και λίγο λίγο συνηθίσαμε να αδιαφορούμε και να τυρβάζουμε περί άλλων πολλών. Μία δύο φορές διακρίναμε εν τούτοις τη λεπτή σιλουέτα της γιαγιάς να κινείται τρεμουλιαστή σαν φάντασμα μέσα στον κήπο. Πριν ή μετά, δε θυμάμαι, είχαμε παρατηρήσει δύο άγνωστες κυρίες, να συζητούν στο πλατύσκαλο της εισόδου της.

Έκτοτε, κύλησε ο χρόνος και παρεισέφρησε το σκοτάδι της αδιαφορίας. Κάπου κάπου άπλωνα το χέρι μου στους πυράκανθους της περίφραξης και αποσπώντας πλήθος από τους μικροσκοπικούς πύρινους σφαιρικούς καρπούς τους, τους έριχνα απερίσκεπτα σα βόλια πάνω στους συμμαθητές μου ή έτσι αλόγιστα και αφειδώλευτα στο διάβα μου. Ώσπου περνώντας από εκεί μια μέρα, σαν να ξυπνούσα από ύπνο, κοντοστάθηκα με ανησυχία. Κοίταξα διερευνητικά τον εσωτερικό περίβολο και το σπίτι. Ο Φλοξ ήταν εξαφανισμένος, τα παράθυρα σφαλισμένα, τα ξύλινα παντζούρια ξεδοντιασμένα, η λέπρα είχε γίνει εμφανής και στα εξωτερικά τοιχία. Κανείς δεν κατοικούσε στο σπίτι εκείνο. Και να σκεφτεί κανείς, ότι κάποτε, μιαν ημέρα, είχαν ανοίξει διάπλατα οι πόρτες του για μας. Αλλά δεν το είχα εκτιμήσει!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=3293.]

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...