Όταν ο Νίτσε, σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια πριν, διατύπωσε τη διάγνωσή του για τον θάνατο του Θεού, σκέφτηκε ότι αυτό το πρωτάκουστο γεγονός θα άλλαζε ριζικά την ύπαρξη των ανθρώπων στη γη. «Προς τα πού κινούμαστε εμείς τώρα; – έγραφε – Αυτό που ζούμε δεν είναι συνεχές γκρέμισμα; […] Υπάρχει ακόμα το πάνω και το κάτω; Δεν περιπλανιόμαστε τάχα σε ένα απέραντο τίποτα;» Και ο Κυρίλωφ, ο χαρακτήρας του μυθιστορήματος Οι Δαιμονισμένοι, του οποίου τα λόγια είχε μελετήσει προσεκτικά ο Νίτσε, σκεφτόταν τον θάνατο του Θεού με το ίδιο εναγώνιο και σπαραχτικό πάθος, καταλήγοντας, με λογική συνέπεια, στη χειραφέτηση μιας θέλησης, που δεν είχε πλέον όρια και, συνακόλουθα, στην έλλειψη νοήματος και την αυτοκτονία: «Αν υπάρχει Θεός, εγώ είμαι Θεός… Αν υπάρχει Θεός, όλη η θέληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τη θέλησή του. Αν δεν υπάρχει Θεός, όλη η θέληση είναι δική μου και αναγκάζομαι να διατρανώσω την ελεύθερη βούλησή μου… Υποχρεούμαι να αυτοπυροβοληθώ, γιατί η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να σκοτώσω τον ίδιο τον εαυτό μου».
Δεν θα πρέπει να πάψει να μας προβληματίζει το γεγονός ότι ενάμιση αιώνα αργότερα αυτό το πάθος φαίνεται πλέον ότι έχει εξαφανιστεί εντελώς. Οι άνθρωποι έχουν επιβιώσει ατάραχοι από τον θάνατο του Θεού και συνεχίζουν να ζουν χωρίς να θορυβούνται από αυτόν και, για να το πούμε απλά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Σαν να μην είχε συμβεί –ακριβώς– τίποτα. Ο μηδενισμός, που οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι είχαν αρχικά χαιρετίσει ως τον πιο ανησυχητικό επισκέπτη, έχει γίνει μια χλιαρή και αδιάφορη, καθημερινή συνθήκη, με την οποία, σε αντίθεση με ό,τι πίστευαν οι Τουργκένιεφ και Ντοστογιέφσκι, Νίτσε και Χάιντεγκερ, μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά, συνεχίζοντας να ψάχνουμε για λεφτά και δουλειά, να παντρευόμαστε και να χωρίζουμε, να ταξιδεύουμε και να πηγαίνουμε διακοπές. Σήμερα ο άνθρωπος περιπλανιέται, χωρίς να σκέφτεται, στη γη του κανενός, πέρα όχι μόνο από το «θεϊκό» και το «ανθρώπινο», αλλά και (με όλο τον σεβασμό σε εκείνους που θεωρητικολογούν κυνικά υπέρ της επιστροφής των ανθρώπων στη φύση από την οποία προέρχονται) πέρα από το «ζωικό».
Φυσικά οι πάντες θα συμφωνήσουν ότι όλα αυτά δεν έχουν νόημα, ότι χωρίς το «θείο» δεν ξέρουμε πώς να σκεφτόμαστε το «ανθρώπινο» και το «ζωϊκό», αλλά αυτό σημαίνει απλώς ότι το παν και το τίποτα είναι πλέον δυνατά. Το τίποτα: δηλαδή στο όριο του να μην υπάρχει πια ο κόσμος, αλλά η γλώσσα να παραμένει (αυτή είναι, αν το καλοσκεφτούμε, η μόνη έννοια του όρου «τίποτα» –η γλώσσα να καταστρέφει, όπως κάνει σήμερα, τον κόσμο, πιστεύοντας ότι μπορεί να επιζήσει χωρίς αυτόν). Το παν: εννοώντας ακόμα και την –καθοριστικής σημασίας για εμάς– εμφάνιση μιας νέας μορφής –νέας, δηλαδή αρχαϊκής και, συνάμα εγγύτατης, σε τόση μάλιστα εγγύτητα ώστε να μην μπορούμε να τη δούμε. Εμφάνιση ποιανού και τίνος πράγματος; Θείου, ανθρώπινου ή ζωικού;
Πάντα σκεφτόμασταν το έμβιο ον μέσα σε αυτήν την τριάδα, που όσο κύρος έχει, άλλο τόσο αβέβαιη είναι, σε ατέρμονο παιχνίδι πολέμου και ειρήνης. Δεν ήρθε η ώρα να θυμηθούμε τον καιρό εκείνο που το έμβιο όν δεν ήταν ακόμη ούτε θεός ούτε άνθρωπος ούτε ζώο, αλλά απλά μια ψυχή, δηλαδή μια ζωή;
[Quodlibet, 18.3.2024]