Σάββατο 13 Απριλίου 2024

ΕΝΩ – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Για να απελευθερώσουμε τη σκέψη μας από τις ξόβεργες που την εμποδίζουν να αποκολληθεί και να πετάξει, πρέπει, πρώτα και κύρια, να τη συνηθίσουμε να μη σκέφτεται πλέον με ουσιαστικά –που, όπως προδίδει σαφέστατα το ίδιο το όνομά τους, τη φυλακίζουν στην «ουσία», διαμέσου της οποίας μια παράδοση χιλιετιών πίστεψε ότι μπορεί να συλλάβει το είναι– αλλά μάλλον (όπως πρότεινε κάποτε ο Γουίλιαμ Τζέιμς) με προθέσεις και, ει δυνατόν, με επιρρήματα. Ότι η σκέψη, ότι ο ίδιος ο νους έχει –τρόπον τινά– μη ουσιαστικό, αλλά επιρρηματικό χαρακτήρα, μας το υπενθυμίζει το μοναδικό γεγονός ότι, στη γλώσσα μας, για να σχηματίσουμε ένα επίρρημα, αρκεί να ενώσουμε τον λεκτικό όρο «mente» (νους) με ένα επίθετο: amorosa-mente (ερωτικά), crudel-mente (ωμά), meravigliosa-mente (θαυμαστά). Το όνομα –το ουσιαστικό– είναι ποσοτικό και επιβλητικό, το επίρρημα ποιοτικό και ελαφρύ· και, αν βρεθείς σε δυσκολία, σίγουρα δεν θα είναι ένα «τι» που θα σε βγάλει από τη στενάχωρη θέση, αλλά ένα «πώς», ένα επίρρημα και όχι ένα ουσιαστικό. Το «τι να κάνω;» σε παραλύει και σε καθηλώνει. Μόνο το «πώς να το κάνω;» σου ανοίγει μία διέξοδο.

Για να σκεφτόμαστε επομένως τον χρόνο, που πάντα έθετε σε σκληρή δοκιμασία το μυαλό των φιλοσόφων, τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο από το να βασιζόμαστε –όπως κάνουν οι ποιητές– στα επιρρήματα: «sempre» (πάντα), «mai» (ποτέ), «già» (ήδη), «subito» (αμέσως), «ancora» (ακόμα) και, ίσως –το πιο μυστηριώδες απ’ όλα– «mentre» (ενώ). Το «mentre» (προερχόμενο από συγκοπή της λατινικής έκφρασης dum interim) δεν υποδηλώνει κάποιον χρόνο, αλλά κάποιο «εντωμεταξύ», δηλαδή μια παράξενη σύμπτωση μεταξύ δύο ενεργειών και δύο χρόνων. Το λεκτικό ισοδύναμό του είναι το γερούνδιο, το οποίο δεν είναι ακριβώς ούτε ρήμα ούτε ουσιαστικό, αλλά προϋποθέτει ένα ρήμα ή ένα ουσιαστικό από τα οποία συνοδεύεται: «όμως πήγαινε τώρα και πηγαίνοντας άκου» λέει ο Βιργίλιος στον Δάντη και όλοι θυμούνται τη Ρομάνια του Πάσκολι, «τη χώρα όπου οδεύοντας μάς συντροφεύει / το γαλάζιο όραμα του Αγίου Μαρίνου». Ας αναλογιστούμε αυτόν τον ιδιαίτερο χρόνο, που μπορούμε να σκεφτούμε μόνο μέσω ενός επιρρήματος και ενός γερούνδιου: δεν είναι ένα μετρήσιμο διάστημα μεταξύ δύο χρόνων, μάλλον, κατά κυριολεξία, δεν πρόκειται καν για χρόνο, αλλά σχεδόν για κάποιον άυλο τόπο, στον οποίο τρόπον τινά κατοικούμε, σε ένα είδος, παραιτημένης και διαλογικής, διηνεκούς αχρονίας.

Αληθινή σκέψη δεν είναι εκείνη που συλλογίζεται και εξάγει συμπεράσματα σύμφωνα με ένα πριν και ένα μετά, ώστε να αποφαίνεται «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», αλλά αυτή που πιο νηφάλια αποφθέγγεται «ενώ σκέφτομαι, υπάρχω». Και ο χρόνος που ζούμε, ο καιρός μας, δεν είναι αφηρημένη και ξέφρενη διαφυγή άπιαστων και ασυγκράτητων στιγμών: είναι αυτό το απλό, ακίνητο «ενώ», στο οποίο βρισκόμαστε πάντοτε χωρίς να το καταλαβαίνουμε – το ψιχίο της αιωνιότητάς μας, που κανένα θλιβερό ρολόι δεν θα μπορέσει ποτέ να μετρήσει.


[Quodlibet, 14.3.2024]

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...