Χρειάζεται να προβληματιστούμε αναφορικά με την παράξενη συγκυρία ότι τα δύο αξιώματα, που εκφράζουν την πιο οξυδερκή προσπάθεια να οριστεί ο ηθικός και πολιτικός καταστατικός χάρτης της ανθρωπότητας στη νεωτερικότητα, προέρχονται από την κωμωδία. Το πρώτο αξίωμα, το homo homini lupus (ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο) –θεμελιώδης άξονας της δυτικής πολιτικής– απαντάται στον Πλαύτο [Asinaria (Κωμωδία των Γαϊδάρων) στ. 495, όπου αστειευόμενος προειδοποιεί για την ανάγκη προφύλαξης από όποιον δεν γνωρίζει ποιος είναι ο άλλος άνθρωπος] και το δεύτερο, το homo sum, humani nihil a me alienum puto (είμαι άνθρωπος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο), που είναι ίσως η πιο επιτυχής διατύπωση του βασικού δόγματος κάθε ηθικής, το διαβάζουμε στον Τερέντιο [Heautontimoroumenos (Εαυτόν τιμωρούμενος), στ.77].
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο ορισμός της αρχής του δικαίου «να αποδίδεις στον καθένα αυτό που είναι δικό του» (suum cuique tribuere) εκλήφθηκε από τους αρχαίους ως ο καταλληλότερος ορισμός εκείνου που αποτελεί εκζητούμενο στην κωμωδία, το οποίο διατυπώνεται χωρίς επιφυλάξεις σε ένα σχόλιο στον Τερέντιο: το κατεξοχήν κωμικό είναι να αποδίδεις στον καθένα εκείνο που τον χαρακτηρίζει ιδιαίτερα (assignare unicuique personae quod proprium est). Όταν αποδίδουμε σε κάθε άνθρωπο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον ταυτοποιούν, αυτός γίνεται γελοίος. Ή, γενικότερα, κάθε απόπειρα ορισμού του ανθρώπινου εκβάλλει αναγκαστικά στην κωμωδία. Αυτό δείχνουν οι καρικατούρες, όπου η προσπάθεια να συλληφθεί και να απεικονιστεί πάση θυσία η ανθρωπιά του κάθε ατόμου μετατρέπεται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε κάποιο χλευαστικό αστείο, που προκαλεί πράγματι το γέλιο.
Κάτι τέτοιο πρέπει να είχε κατά νου ο Πλάτωνας, όταν διαμόρφωνε τους χαρακτήρες των διαλόγων του, με βάση τους –τους πέρα για πέρα κωμικούς– μίμους του Σώφρονα και του Επίχαρμου. Το «Γνώθι σεαυτόν» είναι η αντιθετική αρχή σε κάθε τραγική αλαζονεία και ιταμότητα και κατορθώνει να δώσει τόπο μόνο σε κάποια παιχνίδια και αστεία, ακόμα και αν αυτά μπορεί να είναι –και είναι– απολύτως σοβαρά. Η ανθρώπινη φύση, στην πραγματικότητα, δεν είναι μια ουσία που τα όριά της μπορούν να ανιχνευθούν άπαξ δια παντός – είναι, μάλλον, μια διεργασία εν εξελίξει πάντοτε, στην οποία ο άνθρωπος δεν παύει να είναι απάνθρωπος και ζωώδης και, ταυτόχρονα, να γίνεται ανθρώπινος και ομιλητικός. Για το λόγο αυτό, ενώ η τραγωδία δίνει έκφραση σε ό,τι δεν είναι ανθρώπινο και, στο σημείο εκείνο που ο ήρωας συνειδητοποιεί απότομα και πικρά την απανθρωπιά του, καταλήγει σε αφωνία, η persona, δηλαδή η κωμική μάσκα, εμπιστεύεται στο χαμόγελο τη μόνο δυνατή εξαγγελία εκείνου που δεν είναι πια και όμως είναι ακόμα ανθρώπινο.
Ενάντια λοιπόν στις αδιάκοπες και απεχθείς προσπάθειες της Δύσης να εκχωρήσει στην τραγωδία τον ορισμό της ηθικής και της πολιτικής, είναι απαραίτητο να ενθυμούμαστε κάθε φορά ότι η κατοίκηση του ανθρώπου στη γη είναι μια κωμωδία –όχι θεία ίσως, που ωστόσο προδίδει με το γέλιο τη μυστική, υπόρρητη συναδέλφωσή του με την ιδέα της ευτυχίας.
[Quodlibet, 11.3.2024]