Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση (μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση (μετάφραση). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Κι εσύ είσαι η αγάπη – του Τσέζαρε Παβέζε

Κι εσύ είσαι η αγάπη.

Είσαι από αίμα και από χώμα

όπως οι άλλοι. Περπατάς

σαν εκείνον που δεν ξεκολλά

από την πόρτα του σπιτιού.

Κοιτάζεις σαν εκείνον που περιμένει

και δεν βλέπει. Είσαι γη

που πονά και σωπαίνει.

Έχεις σκιρτήματα και κούραση,

έχεις λόγια – περπατάς

μέσα στην αναμονή. Η αγάπη

είναι το αίμα σου – τίποτε άλλο.

[Από την ποιητική συλλογή του Τζέζαρε Παβέζε «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου», η οποία εκδόθηκε το 1951, ένα χρόνο μετά το θάνατό του.]


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Τέσσερα ποιήματα του Τζόρτζιο Καπρόνι

(Από τη συλλογή «Το τείχος της γης»)


Ψευδής ένδειξη

«Σύνορο», έλεγε η πινακίδα.

Γύρεψα το τελωνείο. Δεν υπήρχε.

Δεν είδα, πίσω από την καγκελόπορτα,

ούτε σκιά ξένης γης.


Θλιβερότατο πλήθος ή του ’48

Έφευγαν όλοι κι αντίο

κι αντίο κι αντίο και… στον Θεό.

Μονάχα όποιος δεν έφευγε (εγώ)

έφευγε μέσα σ’ εκείνον τον χαμό.


Έσχατη παράδοση

Έχω αποθέσει τα όπλα.

Έχω μαϊνάρει τα πανιά.

Έχω υποστείλει τη σημαία.

Τι μου απομένει πια, αν όχι

να χτυπήσω το ταμπούρλο;


Ανάγκη οδηγού

Είχα χαθεί. Αγκομαχούσα.

Γύρευα μια διέξοδο.

Ρώτησα κάποιον. «Δεν είμαι»,

μου απάντησε, «από εδώ.»


[Σημ. μεταφραστή: Για να θυμόμαστε ότι και αυτοί οι οδηγοί μας, που ενίοτε φαίνεται ότι έχουμε τόσο ανάγκη, δεν είναι από εδώ. Όσο για το πέρα από εδώ «Δεν είδα, πίσω από την καγκελόπορτα, ούτε σκιά ξένης γης» λέει ο ποιητής. Ας θυμηθούμε και ότι οι διαφημισμένες μεταθανάτιες εμπειρίες ποικίλουν ανάλογα με την παράδοση στην οποία έζησαν οι εκάστοτε αφηγητές τους.]


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Πέντε επιγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [Από την Παλατινή Ανθολογία (Βιβλίο 8ο)]

8:07

τυτθὸν ἔτι πνείεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ

δῶκας ἄγων, ψυχήν, σῶμα, λόγον, παλάμας,

Βασίλιε, Χριστοῖο μέγα κλέος, ἕρμ᾽ ἱερήων,

ἕρμα πολυσχίστου νῦν πλέον ἀτρεκίης.


Λίγο ἀκόμη ἀνέπνεες πάνω στὴ γῆ·κι ὅμως τὰ πάντα στὸν Χριστὸ

τὰ ἔδωσες ὁδεύοντας: ψυχή, σῶμα, λόγο, παλάμες,

Βασίλειε, μέγα κλέος τοῦ Χριστοῦ, στήλη ἑρμαϊκὴ τῶν ἱερῶν,

ἕρμα πλέον ἀδιάσειστο τῆς πολυσχιδοῦς ἀλήθειας.


8:16

Τέκνον ἐμόν, τὰ μὲν ἄλλα πατρὸς καὶ φέρτερος εἴης,

τὴν δ᾽ ἀγανοφροσύνην ἄξιος (οὔ τι πλέον

εὔξασθαι θέμις ἐστί): καὶ ἐς βαθὺ γῆρας ἵκοιο,

τοίου κηδεμόνος, ὦ μάκαρ, ἀντιάσας.


Παιδί μου, στ’ ἄλλα κι ἀπ’ τὸν πατέρα σου καλύτερος νὰ γίνεις,

μὰ τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ φρονήματός του ἄξιος

(τίποτα περισσότερο θεμιτὸ δὲν εἶναι νὰ εὐχηθοῦμε)·

καὶ σὲ βαθιὰ γηρατειὰ νὰ φτάσεις,

μὲ τέτοιον κηδεμόνα, μακάριε, ἀγνάντια.


8:21

τυτθὴ μάργαρός ἐστιν, ἀτὰρ λιθάκεσσιν ἀνάσσει,

τυτθὴ καὶ Βηθλέμ, ἔμπα δὲ χριστοφόρος·

ὣς δ᾽ ὀλίγην μὲν ἐγὼ ποίμνην λάχον, ἀλλὰ φερίστην

Γρηγόριος, τὴν σύ, παῖ φίλε, λίσσομ᾽, ἄγοις.


Μικρό ’ναι τὸ μαργαριτάρι, κι ὅμως βασιλεύει στὰ πετράδια.

Μικρὴ κι ἡ Βηθλεέμ, ὡστόσο χριστοφόρα.

Κι ὅπως ἐγὼ, ὁ Γρηγόριος, μικρὸ ποίμνιο κληρώθηκα,

ἀλλὰ τὸ πιὸ ἐκλεκτό,

ἔτσι κι ἐσύ, παιδί μου ἀγαπημένο, τό δικό σου,

σὲ ἱκετεύω νὰ ποιμένεις.


8:22

Ποιμενίην σύριγγα τεαῖς ἐν χερσὶν ἔθηκα

Γρηγόριος· σὺ δέ μοι τέκνον ἐπισταμένως

σημαίνειν, ζωῆς δὲ θύρας πετάσειας ἅπασιν,

ἐς δὲ τάφον πατέρος ὥριος ἀντιάσαις.


Τὴν ποιμενική φλογέρα στὰ χέρια σου ἐναπόθεσα,

ἐγὼ ὁ Γρηγόριος· ἐσύ, παιδί μου, ἐπισταμένως τοὺς φθόγγους νὰ σημαίνεις,

κι εἴθε τὶς θύρες τῆς ζωῆς ν’ ἀνοίξεις σὲ ὅλους,

κι ὥριμος τὸν πατέρα σου στὸν τάφο ν’ ἀνταμώσεις.


8:56

ἄλλοις μὲν Νόννης τις ἁγνῶν ἐσθλοῖσιν ἐρίζοι,

εὐχωλῆς δὲ μέτροισιν ἐριζέμεν οὐ θέμις ἐστὶν

τέκμαρ καὶ βιότοιο τέλος λιτῇσι λυθέντος.


Σὲ ἄλλες βέβαια ἐνάρετες πράξεις ἂς συναγωνίζεται κανείς τὴ Νόννα,

ἀλλὰ στὸ μέτρο τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι θεμιτό·

αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ τέλος τοῦ βίου, ποὺ λύθηκε μὲ δεήσεις.


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η Μπεφάνα – του Τζοβάνι Πάσκολι

Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα,

έρχεται απ’ τα βουνά μες στη νύχτα τη βαθιά.

Πόσο κουρασμένη! Την κυκλώνουν

χιόνι, παγωνιά και τραμουντάνα.

Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα.


Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος,

κάπα το χιόνι, τον πάγο φόρεμα,

και τον άνεμο φωνή.

Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος.


Και ζυγώνει σιγά σιγά

στ’ αρχοντικό, στο φτωχικό,

να δει, ν’ ακούσει,

πότε από πιο κοντά, πότε από πιο μακριά.

Σιγά σιγά, σιγά σιγά.


Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;

Ένα αμυδρό σύρσιμο.

Όλα είναι σιωπηλά, και σκοτεινά.

Ένα κερί περνά και τρεμοφέγγει.

Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;


Κοιτά και ξανακοιτά… τρία κρεβατάκια

με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.

Κοιτά και ξανακοιτά… στα προσκέφαλα

τρεις κάλτσες μακριές και λεπτές.

Αχ! τρεις κάλτσες και τρία κρεβατάκια…


Το κερί τρεμοφέγγει και κατεβαίνει,

και τρίζουν οι σκάλες·

το κερί τρεμοφέγγει και ανεβαίνει,

και πάλλονται οι κουρτίνες.

Ποιος ανεβαίνει; ποιος κατεβαίνει;


Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε,

ανεβαίνει με το χαμόγελό της.

Το κερί τής φλογίζει το πρόσωπο

σαν καντήλι εκκλησίας.

Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε.


Η Μπεφάνα στο παράθυρο

ακούει και βλέπει, κι απομακρύνεται.

Περνά με τραμουντάνα,

περνά απ’ τον κύριο δρόμο,

τρέμει κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο.


Και τι έχει μέσα το φτωχικό;

Ένας στεναγμός μακρύς κι αχνός.

Πυγολαμπίδες φωτιάς

αναπηδούν ακόμη απ’ το τζάκι.

Μα τι έχει μέσα το φτωχικό;


Κοιτά και ξανακοιτά… τρία αχυροστρώματα

με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.

Μες στις στάχτες και στα κάρβουνα

τρία φαγωμένα ξυλοπάπουτσα.

Αχ! τρία παπούτσια και τρία αχυροστρώματα…


Κι η μάνα αγρυπνά και γνέθει,

με στεναγμούς και με λυγμούς πνιγμένους,

και σηκώνει πότε πότε τη ματιά

αχ! σε εκείνα τα τρία στη σειρά…

Αγρυπνά και κλαίει, κλαίει και γνέθει.


Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει·

φεύγει στο βουνό – χαράζει.

Η άλλη μάνα ακόμη κλαίει

για ’κείνα τα παιδιά που τίποτα δεν έχουν.

Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει.


Η Μπεφάνα στέκει στο βουνό.

Ό,τι βλέπει είναι ό,τι είδε:

άλλοι κλαίνε, άλλοι γελούν·

σύννεφα ζώνουν το μέτωπό της,

καθώς στέκει στο λευκό βουνό.


Σημείωση:

Η Μπεφάνα είναι μορφή της ιταλικής λαϊκής παράδοσης: μια ηλικιωμένη γυναίκα που, σύμφωνα με το έθιμο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Ιανουαρίου, πετώντας πάνω στη φθαρμένη σκούπα της, περνά από τα σπίτια και αφήνει δώρα ή γλυκίσματα στα καλά παιδιά, κάρβουνα και σκόρδο στα άτακτα. Η εορτή της Μπεφάνας συμπίπτει με τα Θεοφάνια (Epifania), δηλαδή την ημέρα των Επιφανείων που εορτάζει η Καθολική Εκκλησία και συνδέεται με την προσκύνηση των Τριών Μάγων, καθώς και με παλαιότερες αγροτικές και προχριστιανικές παραδόσεις.


Επίγραμμα – του Filippo Pananti

Μια μέρα αναφωνούσε στην πλατεία κάποιος σοφός:

«Όλα τα έκανε καλά ο Δημιουργός».

Του λέει τότε ένας καμπούρης: Κοίτα τη ράχη μου·

κι εκείνος: «Για καμπούρης, είσαι καλοφτιαγμένος».

[Προέρχεται από τη συλλογή Επιγράμματα του Filippo Pananti (1766–1837).]

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Εγχειρίδιο για την πρόποση της Πρωτοχρονιάς – του Έρρι Ντε Λούκα

Πίνω στην υγειά εκείνου που είναι σε βάρδια, στο τρένο, στο νοσοκομείο,

στην κουζίνα, στο ξενοδοχείο, στο ραδιόφωνο, στο χυτήριο,

στη θάλασσα, σ’ ένα αεροπλάνο, στον αυτοκινητόδρομο,

σε όποιον δρασκελίζει αυτή τη νύχτα χωρίς έναν χαιρετισμό,

πίνω στο φεγγάρι που αναδύεται, στην έγκυο κοπέλα,

σε όποιον δίνει μιαν υπόσχεση, σε όποιον την κράτησε,

σε όποιον πλήρωσε τον λογαριασμό, σε όποιον τώρα τον πληρώνει,

σε όποιον δεν είναι καλεσμένος πουθενά,

στον ξένο που μαθαίνει ιταλικά,

σε όποιον σπουδάζει μουσική, σε όποιον έμαθε να χορεύει ταγκό,

σε όποιον σηκώθηκε για να παραχωρήσει τη θέση του,

σε όποιον δεν μπορεί να σηκωθεί, σε όποιον κοκκινίζει,

σε όποιον διαβάζει Ντίκενς, σε όποιον κλαίει στον κινηματογράφο,

σε όποιον προστατεύει τα δάση, σε όποιον σβήνει μια πυρκαγιά,

σε όποιον τα έχασε όλα και ξαναρχίζει,

σε εκείνον που, απέχοντας απ' το πιοτό, κάνει προσπάθεια να μετάσχει στη γιορτή,

σε όποιον δεν είναι κανένας για το αγαπημένο πρόσωπο,

σε όποιον υφίσταται φάρσες και από αντίδραση μια μέρα θα γίνει ήρωας,

σε όποιον ξεχνά την προσβολή, σε όποιον χαμογελά στη φωτογραφία,

σε όποιον πηγαίνει με τα πόδια, σε όποιον ξέρει να περπατά ξυπόλυτος,

σε όποιον επιστρέφει εκείνο που του δόθηκε,

σε όποιον δεν καταλαβαίνει τα ανέκδοτα,

στην τελευταία ύβρη που μακάρι να είναι η τελευταία,

στις ισοπαλίες, στα χι των προγνωστικών δελτίων,

σε όποιον κάνει ένα βήμα μπροστά και ξεφεύγει απ’ τη γραμμή,

σε όποιον θέλει να το κάνει και ύστερα δεν τα καταφέρνει·

τέλος πίνω σε όποιον έχει δικαίωμα σε μια πρόποση απόψε

και ανάμεσα σε αυτές δεν βρήκε τη δική του.


Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Το κεφαλαίο χώμα – της Κικής Δημουλά ( La terra capitale di Kiki Dimulà)

Τελευταία, για να διαβάσω,

Ultimamente, per leggere,

ν’ αναγνωρίσω, να γνωρίσω,

per riconoscere, per conoscere,

τραβιέμαι λίγο κατά πίσω

mi tiro un po’ indietro

και σπρώχνω λίγο πιο μακριά

e spingo un po’ più lontano

αυτό που είναι να δω.

ciò che devo vedere.

Μπαίνει μια νέα απόσταση

Subentra una nuova distanza

ανάμεσα σε μένα και σ’ ό,τι

tra me e ciò a cui

προσβλέπω.

sto guardando.

Θέλω να πω, η όραση,

Voglio dire, la vista,

για να ενωθεί μ’ αυτό που θέλει,

per unirsi a ciò che vuole,

πρέπει να προζήσει

deve previvere

ένα χωρισμό.

una separazione.

Αλλιώς δεν βλέπω.

Altrimenti non vedo.  

Είναι φυσικό, είπαν οι γιατροί.

È naturale, hanno detto i medici.

Κάποιος βαθμός πρεσβυωπίας,

Qualche grado di presbiopia,

κάποιοι αναβαθμοί κουράσεως

alcuni gradini di stanchezza

από την ηλικία τη σκληρή

per l’età, per il duro

δουλειά στα ορυχεία του δυσδιάκριτου.

lavoro nelle miniere dell’indistinguibile.

Να φορέσω γυαλιά για κοντά.

Mettermi occhiali da vicino.


Ωραίο φυσικό και τούτο.

Bello anche questo, naturale.

Να πρέπει να φορώ γυαλιά

Dover portare occhiali

για να μπορώ να βλέπω

per poter vedere

τα οφθαλμοφανή.

l’evidente.


Τα βλέπω τα οφθαλμοφανή,

Quel che è evidente lo vedo

βλέπω καλά πού παν τα πράγματα,

– vedo bene dove vanno le cose –

βλέπω να τ’ αντικρίζω

mi vedo a guardarlo

με τυφλά χέρια

con mani cieche

και με δεμένα κλάματα

e con pianti legati

και βλέπω να προζώ

e mi vedo previvere

ένα χωρισμό.

una separazione.

Αν πέφτει η βροχή με κεφαλαία,

Se la pioggia cade in maiuscolo,

τη βλέπω,

la vedo;

αν πέφτει με μικρά,

se cade in minuscolo,

την αγαπώ.

la amo.

Βλέπω να πέφτω με μικρά.

Mi vedo cadere in minuscolo.

Ό,τι είδα, δεν το είδα

Ciò che ho visto non l’ho visto

μονάχα με τα μάτια μου.

solo con i miei occhi.

Είναι κι η δυσκολία όραση.

Anche la difficoltà è visione.

Τα πιο πολλά κεφαλαιώδη

Le cose più capitali

κάθισα και τα διάβασα με δαύτη.

mi sono messa a leggerle con quella.

Είδα εγώ με το αίσθημα

Io ho visto col sentimento,

τέρατα και σημεία.

segni e prodigi.

Και θα φορέσω γυαλιά

E metterò gli occhiali

για να διαβάσω καθαρά το κεφαλαίο

per leggere chiaramente la capitale

χώμα

terra

που θα με πιει,

che mi berrà,

πέσω με μικρά

cadrò in minuscolo

πέσω με κεφαλαία;

cadrò in maiuscolo?


Άκου,

Ma senti,

να φορέσω γυαλιά για κοντά!

mettermi occhiali da vicino!

Να φέρνω κοντά με γυαλιά

Avvicinare con gli occhiali

το κοντά.

ciò che è vicino.

Που δεν το έφερα με μάτια

Che non l’ho avvicinato con occhi

και κομμάτια μου.

e pezzi miei.

Ε! όχι να φορέσω και γυαλιά

Eh, no! Mettermi occhiali

να βλέπω τα κομμάτια μου.

per vedere i miei pezzi. ]

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Άφησα να μην ξέρω» της Κικής Δημουλά — Ho lasciato che non sapessi (di Kikì Dimulà)

Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα: 

Non ho mai fatto del male a un enigma:

δεν έλυσα κανένα. 

non ne ho risolto nessuno.

Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν 

Né quelli che volevano morire

πλάι στα παιδικά μου χρόνια: 

accanto ai miei anni infantili:

έχω ένα βαρελάκι που ’χει δυο λογιών κρασάκι. 

ho una botte piccola che ha due tipi di vinello.

Το κράτησα ώς τώρα 

L’ho conservata finora

αχάλαστο ανεξήγητο, 

intatta inspiegabile,

γιατί ώς τώρα 

perché finora

δυο λογιών κρασάκι 

due tipi di vinello

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν. 

hanno i risolti e gli irrisolti che mi capitano.

Συμβίωσα σκληρά 

Ho convissuto duramente

μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει 

con un alto monaco che non ha ossa

και δεν τον ρώτησα ποτέ 

e non l’ho mai interrogato

ποιάς φωτιάς γιος είναι, 

di quale fuoco sia figlio,

σε ποιό θεό ανεβαίνει και μου φεύγει. 

a quale dio ascenda e mi sfugga.


Δεν του λιγόστεψα του κόσμου 

Non ho diminuito al mondo

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του

le sue creature mascherate,

του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο

ho allevato al mondo il suo mistero

με θυσία και με στέρηση. 

con sacrificio e con privazione.

Με το αίμα που μου δόθηκε 

Con il sangue che mi fu dato

για να τον εξηγήσω. 

per spiegarlo.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια 

Tutto ciò che è venuto con gli occhi bendati

και σκεπασμένη πρόθεση 

e intenzione coperta

έτσι το δέχτηκα 

così l’ho accolto

κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα: 

e così l’ho congedato:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση. con gli occhi bendati e intenzione coperta.

Αίνιγμα δανείστηκα, 

Enigma ho preso in prestito,

αίνιγμα επέστρεψα. 

enigma ho restituito.

Άφησα να μην ξέρω 

Ho lasciato che non sapessi

πώς λύνεται ένα χθες, 

come si risolve un ieri,

ένα εξαρτάται, 

un dipende,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων. 

l’enigma delle asintòti.

Άφησα να μην ξέρω τί αγγίζω, 

Ho lasciato che non sapessi che cosa tocco,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι. 

un volto o un ho fretta.


Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως 

Né te ti ho trascinato nella luce

να σε διακρίνω.

per distinguerti.

Στάθηκα Πηνελόπη 

Sono rimasta Penelope

στη σκοτεινή ολιγωρία σου. 

nella tua oscura negligenza.

Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι, 

E se ho chiesto qualche volta come ti risolvi,

πηγή αν είσαι ή κρήνη, 

se sei sorgente o fontana,

θα ’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα 

sarà stato qualche giorno estivo

που, Πηνελόπες και όχι, 

in cui, Penelopi o no,

μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού 

ci invade quel demone dell’acqua

για να δοξάζεται το αίνιγμα 

affinché si glorifichi l’enigma

πώς μένουμε αξεδίψαστοι. 

di come restiamo senza dissetarci.


Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Αναμάρτητη: 

senza peccato:

αξεδίψαστη. 

senza essermi dissetata.

Στο αίνιγμα του θανάτου 

All’enigma della morte

πάω ψυχωμένη. 

vado animata.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Νοέμβριος – τοῦ Τζοβάνι Πάσκολι

Κρυστάλλινος ὁ ἀέρας, ὁ ἥλιος τόσο φωτεινός

ποὺ τὶς βερικοκιὲς γυρεύεις ἀνθισμένες,

καὶ τῆς προυνιᾶς τὴ λεπτόπικρη εὐωδιά

τὴ νιώθεις στὴν καρδιά…


Μὰ ἡ προυνιὰ εἶναι ξερή, καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιά,

μὲ μαῦρες κλωστές, ὑφαίνουν τὴν αἰθρία,

κι ἄδειος ὁ οὐρανός, καὶ κούφια, κάτω ἀπ’ τὸ πόδι τὸ ἠχηρό,

φαντάζει ἡ γῆ.


Σιωπὴ τριγύρω· μόνο, μὲς στὶς ριπὲς τοῦ ἀνέμου,

ἀκοῦς μακριά, ἀπὸ κήπους καὶ περιβόλια,

τὴν ἀχνὴ πτώση τῶν φύλλων· εἶναι τὸ καλοκαίρι,

τὸ ψυχρό, τῶν πεθαμένων.


Απόσπασμα ποιήματος του Μάριο Λούτσι για το φθινόπωρο

Γεμάτοι φθινόπωρο οἱ ποταμοί

ἀπ’ τὰ βουνὰ συρρέουν χρυσωμένοι,

πρὸς τὴ θάλασσα παίρνουν

τὸν ξέπνοο ἦχο τῶν χωριῶν.

Στὶς γαλήνιες πόρτες

γυναῖκες, παραδομένες στὶς ἐποχές, κάθονται

καὶ ράβοντας ἐπαναλαμβάνουν

στὸν ἄνεμο τὰ ὡραῖα, σκορπισμένα ὀνόματα. 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Ιδού η μέρα και την προσμένει ο Σεπτέμβρης – της Πατρίτσια Καβάλλι

Ιδού η μέρα και την προσμένει ο Σεπτέμβρης,

το ακάματο πύρωμά του λίγο εξασθενημένο,

το ράθυμο ξεθώριασμα του καλοκαιριού. Ιδού εγώ.


Στα λεπτά, στην εύκολη συγχώρεση,

στις αγορές που λαμπυρίζουν από την πραμάτεια,

στην αθώα πρόσκληση του πρωινού,

στο τρέξιμο, στην ευγενική ανάπαυλα.


Στον έκθαμπο αέρα

πρόσωπα πανέμορφα διασχίζουν τους δρόμους,

χαμένους φίλους μου αναγνωρίζω.


Ο χρόνος εκτός χρόνου του Σεπτέμβρη

επαναλαμβάνεται, καλοκαίρι και παιδική ηλικία

στέκουν ακόμα μαζί.


[Aπό τη συλλογή ποιημάτων Ζωή θαυμαστή]


Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Ο επίσημος αποχαιρετισμός του ευγενικού ταξιδιώτη – του Τζόρτζιο Καπρόνι

Φίλοι, πιστεύω ότι είναι 

καλύτερα για εμένα να πιάσω

να κατεβάζω τη βαλίτσα. 

Ακόμα και αν δεν γνωρίζω καλά την ώρα

της άφιξης, και ούτε καν

γνωρίζω ποιοι σταθμοί

προηγούνται από τον δικό μου, 

βέβαια σημάδια μου λένε, 

απ' ό,τι φθάνει στα αυτιά μου, 

περνώντας μέσα από τους τόπους αυτούς, πως εγώ

θα πρέπει σύντομα να σας αφήσω. 


Συγχωρήστε μου, σας παρακαλώ, 

αυτή την μικρή ενόχληση που σας προκαλώ. 

Μαζί σας υπήρξα χαρούμενος

από την αρχή της αναχώρησης, και πολύ

σας είμαι ευγνώμων, πιστέψτε με, 

για την άριστη συντροφιά. 


Θα ήθελα να παραμείνω 

για πολύ ακόμα μαζί σας. Αλλά ας είναι. 

Τον τόπο της μεταφοράς μου, 

τον αγνοώ. Νιώθω 

όμως ότι δεν θα  μπορούσα παρά να σας αναπολώ 

συχνά, στη νέα έδρα, 

καθώς τα μάτια μου ήδη διακρίνουν, 

από το μικρό παράθυρο, πέρα απ' τον υγρό 

καπνό της ομίχλης που μας τυλίγει, τον κόκκινο 

δίσκο του σταθμάρχη για την αποβίβασή μου. 


Ζητώ να αποχαιρετιστούμε

δίχως να μπορώ να κρύψω,

ελαφρά μέσα μου, μια θλίψη.

Ήταν τόσο όμορφο να μιλάμε

μαζί, καθισμένοι αντικριστά·

τόσο όμορφο να συγχέουμε

τα πρόσωπα (καπνίζοντας,

ανταλλάζοντας τσιγάρα),

κι όλες εκείνες τις διηγήσεις

για μας (εκείνη την εύκολη

επινόηση, καθώς μιλούσαμε στους άλλους),

ώσπου να μπορούμε να ομολογούμε, ξαφνικά, 

όσα, ακόμη κι αν στριμωχνόμασταν,

ποτέ δεν θα τολμούσαμε στιγμή

(ούτε καν από λάθος) να εμπιστευτούμε.


(Συγχωρέστε με. Είναι μια βαλίτσα βαριά,

αν και δεν περιέχει κάτι σπουδαίο:

τόσο που αναρωτιέμαι γιατί

την πήρα, και ποια

βοήθεια θα μπορέσει να μου δώσει

κατόπιν, όταν θα την έχω μαζί μου. 

Κι όμως οφείλω να την κουβαλώ,

έστω και μόνο για να τηρώ το έθιμο.

Αφήστε με, σας παρακαλώ, να περάσω.

Να. Τώρα που βρίσκεται

στον διάδρομο, νιώθω

πιο λυμένος. Σας παρακαλώ συγχωρήστε με). 


Έλεγα, πως ήταν όμορφο να είμαστε

μαζί. Να κουβεντιάζουμε.

Είχαμε μερικά

καβγαδάκια, είναι φυσικό.

Αλληλομισηθήκαμε – κι αυτό

είναι επίσης φυσικό –

σε περισσότερα από ένα σημεία, και συγκρατηθήκαμε

μονάχα από ευγένεια.

Μα τι πειράζει. Όπως

κι αν έχει, ξαναλέω,

και με όλη μου την καρδιά : ευχαριστώ

για την άριστη συντροφιά.


Απευθύνω αποχαιρετισμό σε εσάς, κ. διδάκτορα, 

και στην εύγλωττη διδασκαλία σας. 

Αποχαιρετισμό σε σένα, ισχνό

κορίτσι, και στην απαλή αύρα

από δροσερή αυλή και λιβάδι

στο πρόσωπο, που  γλυκόχρωμο 

πράα ανασαίνει. 

Αποχαιρετισμό, ω στρατιώτη, 

ω ναύτη, στη στεριά, 

στον ουρανό και στη θάλασσα, 

στην ειρήνη και στον πόλεμο.

Και σε σας, ιερέα,

αποχαιρετισμό, που με ρωτήσατε αν

–αστειευόσασταν!– μου δόθηκε το χάρισμα

να πιστεύω στον αληθινό Θεό.


Απόλυση ζητώ από τη σοφία,

κι απόλυση από την αγάπη.

Απόλυση ακόμη και από τη θρησκεία.

Τώρα πια έφθασα στον προορισμό.


Τώρα που πιο δυνατά νιώθω

να στριγκλίζει το φρένο, σας αφήνω

αληθινά, φίλοι. Αντίο.

Για τούτο είμαι βέβαιος: εγώ

έφθασα στην ήρεμη 

απελπισία, δίχως τρόμο.


Κατεβαίνω. Καλή συνέχεια. 


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Στη μητέρα – του Μάριο Λούτσι

 Ίσως, όταν το μυστήριο θα έχει διαρραγεί,

στο φέγγος της μνήμης μου θα φανείς σαν σκιά,

ένα τίποτα ντυμένο με πόνο.

Εσύ, όχι διαφορετική, εσύ όπως ποτέ πριν·

μόνο το τοπίο θα αλλάξει χρώμα.

Σ’ ένα σύννεφο από στάχτη και ήλιο,

η ίδια, μα έτσι σιμά στην καθαρότητα

του ουρανού θα περάσεις δίχως λόγια.

Θα σε θωρώ να υπάρχεις στην αχλύ

εσπερινών βλεμμάτων, στις αργοπορημένες

φλόγες που σβήνουν σ’ ένα πορφυρό βελόνι

από φως, που τη ματιά κάμει να τρέμει.


Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Δύο ποιητικές στροφές της Πατρίτσια Καβάλι σε ελεύθερη απόδοση

I.

Τι δεν πρέπει να κάνω

για να ξεφορτωθώ

το εχθρικό μυαλό μου:

πόλεμος χωρίς ανακωχή

μίσος διηνεκές και ασίγαστο

στο ηδονικό μου φταίξιμο

του να ’μαι αυτό που είμαι –

το μακάριό μου τίποτα.


II.

 Ο Μάης είναι εκείνος που χαλά το μυαλό μου

κι ο Σεπτέμβρης το ίδιο· αυτοί οι δύο

φρουροί 

του καλοκαιριού: ο ένας υπόσχεση, ο άλλος νοσταλγία.


[Ελεύθερη απόδοση δύο ποιητικών στροφών από την ενότητα Il mio felice niente της Πατρίτσια Καβάλι μέσα από τη συλλογή Vita meravigliosa (Einaudi, 2020)]

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Αχ, αν το γνώριζα – της Πατρίτσια Καβάλλι

Αχ, αν το γνώριζα

πως αρκούσε ένα φιλί ν’ ανοίξει τους δρόμους

του σύμπαντος:

αστέρια και πλανήτες να διασταυρώνονται,

μιλώντας, ολόκληροι αστερισμοί

να υφαίνονται.

Κι εγώ, ανάμεσά τους, που κοιτώ·

υφαντικό στημόνι φλογερό,

που κρατώ, και δεν ρωτώ.


*Από την ποιητική συλλογή Vita meravigliosa (Θαυμαστή ζωή)


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Θα πεθάνουμε μακρισμένοι - της Κριστίνα Κάμπο

Θα πεθάνουμε μακρισμένοι. Θα είναι πολύ

αν ακουμπήσω το μάγουλο στην παλάμη σου

την Πρωτοχρονιά· αν στη δικιά μου το ίχνος

θωρήσεις μιας άλλης αποδημίας.


Για την ψυχή πολύ λίγα

ξέρουμε. Θα πιει ίσως από τις λεκάνες

των κοίλων νυχτών χωρίς ήχο βημάτων

θα ξαποστάσει κάτω από αέρινες φυτείες

που βλάστησαν από τις πέτρες…


Ω, κύριε και αδελφέ! Μα για εμάς μόνο

πάνω σε μια κρυστάλλινη προθήκη

φιλομαθείς λαοί θα γράψουν 

ίσως μετά από χίλιους χειμώνες:


«Κανένας δεσμός δεν ένωνε αυτούς τους δύο που κείτονται

στην έρημη νεκρόπολη.»


*Από την πρώτη ποιητική συλλογή της Κριστίνα Κάμπο (29/04/1923 - 10/01/1977) με τίτλο "Passo d'addio", 1956.


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Τα ποιήματά μου δεν θ’ αλλάξουν τον κόσμο – της Πατρίτσια Καβάλλι

Κάποιος μου είπε

πως, βέβαια, τα ποιήματά μου 

δεν θ’αλλάξουν τον κόσμο.


Απαντώ πως, ναι, βέβαια

τα ποιήματά μου 

δεν θ’ αλλάξουν τον κόσμο.


[*Aπό την ομώνυμη ποιητική συλλογή της Πατρίτσια Καβάλλι, 1974]


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Η χελώνα – του Τριλούσσα

 

Καθώς μια νύχτα σεργιανούσε,

η γριά χελώνα έκανε μια πιο μακριά,

με το πόδι, δρασκελιά· κι έπεσε κάτω

με το σπίτι ανάστροφα κι ήρθαν τα πάνω κάτω.

Κάποιος φρύνος τότε της φώναξε στριγκλά: «Ανόητη πού ’σαι!

Τούτα τα ξεπορτίσματα με τη ζωή πληρώνονται…».

«Το ξέρω» απάντησε αυτή «μα πριν πεθάνω, θωρώ τ' αστέρια».


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Έξι ποιήματα – του Φραντσέσκο Τζούστι

ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ


Με τον τρόπο που τα θρύψαλα του χρόνου

αβγάτισαν στην πέτρα σου τ’ αλάτι,

είμαι μέσα σου, Βενετία,

αλλά δεν ξέρω πού, γιατί δεν νιώθω

ότι με νιώθεις,

τι ξέρεις για μένα

κι αν μου λες ότι ξέρεις δεν ξέρω αν είναι αλήθεια

έτσι στραμμένη που είσαι να κοιτάζεις αυτούς που έρχονται

να σε γαλιφίσουν,

να σου φέρουν χρήματα όπως σε μια γυναίκα του δρόμου

που δείχνεται και βάφεται,

κι εσύ είσαι μακάρια με αυτά που κάνουν,

κι αυτό είναι, το βλέπω,

που με αρρωσταίνει πιο πολύ.


❧


Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ


Έρχονται τα Χριστούγεννα

και νιώθει λίγο άρρωστος και γερασμένος

ο άνθρωπος στο κόκκινο παγκάκι του Δήμου.

Κανείς δεν τον βλέπει· τρέχουν βιαστικοί ο καθένας με

την τύχη του

εκείνοι που επιστρέφουν. Και όταν ο άγγελος,

έχοντας κατεβεί απ’ το δέντρο

με τα φωτάκια, έρχεται και στέκεται δίπλα του,

τα μάτια του σκεπάζει ομίχλη δακρύων

για να τον ξεμακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο που είναι

άλλου είδους, άλλης λαλιάς.

Έρχονται τα Χριστούγεννα κι όλους τους τραβούν

πιο πολύ μέσα στο σπίτι παρά εδώ κι εκεί, αλλά όχι αυτόν

που σπίτι δεν έχει, που καμία φωτιά

δεν μπορεί να τον πυρώσει. Έχει το περιστέρι

αποσταμένο

στον ίδιο πάγκο χουχουλιασμένο, αυτός

και το όνειρο που σιγά σιγά σβήνει.


❧


ΤΟ ΣΥΚΟ


Ακριβό μου κοτσυφάκι

τσίμπα τσίμπα το όμορφο αυτό σύκο

με το μακρύ μακρύ ράμφος σου – στρώσου στη δουλειά,

μην αφήνεις στο άλλο που σε ακολουθεί

αυτήν την τερπνή ραδιουργία, αυτόν τον εκμαυλισμό

της διασκέδασης.

Περνά ένα τώρα από κάτω και κοιτά ψηλά –πόσο καλό πρέπει να είναι εκείνο εκεί

το χοντρό χοντρό σύκο

και τι γούστο θα είχε να του δώσεις μια γερή μπουκιά.

Και μετά περνά ένα άλλο

και …το ακριβώς αντίθετο –τι καταστροφή αυτά

τα σύκα κάτω στο χώμα,

όταν λαθεύεις κι ακουμπάς ένα σου πόδι την πατάς,

έτσι λέει, καθώς χάνει, ανόητο προς στιγμή,

αυτό το υπέροχο γλυκό δώρο.


❧


ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ


Τι μπορώ να κάνω

αν είμαι ποιητής και όταν

περνώ κάτω απ’ αυτό το δέντρο

που είναι όλος μου ο κήπος, ν’ αδράξω

κάτι

ξεχασμένο, σαν να ήταν εκείνο το

σπίτι μου, όπως φτερουγίζοντας πετά

το πουλάκι ήσυχο ήσυχο γύρω απ’ το καμπαναριό, όταν ένας κουβάς με

χρώμα

αναποδογυρίζει ανάμεσα στα σύννεφα και χύνεται

και είμαι ελεύθερος πάνω απ’ αυτό που βλέπω

και η πόλη χάνεται, ανοιχτή παλάμη στην άκρη της

θάλασσας,

και, κρυμμένα, βρέχονται τα γεράνια φλογισμένα

στην πήλινη γλάστρα που νοσταλγεί τα περιβόλια,

από αυτό το χρώμα που απλώνεται και ρέει

ευτυχισμένο και στοιχειωμένο απ’ τη μαγεία,

όταν στο σβήσιμο της μέρας οι καμπάνες

πετούν

για να σημαδέψουν τη μοίρα μας;


❧


ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ


Έχει παπούτσια τόσο μεγάλα

όσο ολάκερη η κιβωτός, που προσάραξε στο Αραράτ. Μέσα

φέρει ακέραιο το πλήθος των ανέμελων πουλερικών

και την ύπαιθρο που μαύρη κίτρινη πράσινη γα-

λάζια τον περιέβαλλε. Είναι γι’ αυτό

που αναπνέει ακόμα όταν

στρέφεται προς τα πίσω κρατώντας μια πατάτα

βραστή στο χέρι.


❧


ΠΑΝΤΑ


Τη νύχτα έρχομαι εκεί που είμαι.

Κύκλοι πείσματος, από μια πέτρα που εκτοξεύτηκε,

διευρύνονται,

προκαλούν τον ουρανό όσο είναι ακόμα ζωντανός.

Στην πόρτα το μάνταλο, η ευλογημένη ελιά,

το καρφί.

Μες στο σπίτι, εικόνα λουλουδιών χωρίς λουλούδια,

πάντα εσύ που ποτέ δεν σε βρίσκω.


⸙⸙⸙


[Τα ποιήματα προέρχονται από την ποιητική συλλογή Ζώντας με πατάτες, 2019-2021, εκδόσεις nottetempo. Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Τρίτη 13 Αυγούστου 2024

Μία ημέρα ακόμα – του Πάμπλο Νερούδα

Οι ημέρες δεν πετιούνται, ούτε

αθροίζονται, είναι μέλισσες
που καταφλέχθηκαν από γλύκα ή εξαπέλυσαν
το κεντρί τους: η πρόκληση συνεχίζεται, πάνε
κι έρχονται τα ταξίδια απ’ το μέλι στην οδύνη.

Όχι, το δίκτυ των χρόνων δεν ξηλώνεται:
δεν υπάρχει δίκτυ.
Ούτε σταγόνα σταγόνα πέφτουν οι ημέρες από κάποιο ποτάμι:
δεν υπάρχει ποτάμι.

Ο ύπνος δεν χωρίζει τη ζωή σε δύο μισά,
μήτε η δράση, μήτε η σιωπή, μήτε η αρετή:
η ζωή ήταν μια πέτρα, μία μόνο κίνηση
μία μόνο φλόγα που τρεμόφεξε στο φύλλωμα,
ένα βέλος, ένα μόνο, αργό ή ταχύ, ένα
μέταλλο
που ήλθε και διαπέρασε καιόμενο
τα κόκκαλά σου.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λό...