Καθώς μια νύχτα σεργιανούσε,
η γριά χελώνα έκανε μια πιο μακριά,
με το πόδι, δρασκελιά· κι έπεσε κάτω
με το σπίτι ανάστροφα κι ήρθαν τα πάνω κάτω.
Κάποιος φρύνος τότε της φώναξε στριγκλά: «Ανόητη πού ’σαι!
Τούτα τα ξεπορτίσματα με τη ζωή πληρώνονται…».
«Το ξέρω» απάντησε αυτή «μα πριν πεθάνω, θωρώ τ' αστέρια».