Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025

Νόμισμα και μνήμη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Moneta, ο λατινικός όρος από τον οποίο προέρχεται ο σημερινός ιταλικός όρος moneta (νόμισμα), παράγεται από το moneo, που σημαίνει «θυμάμαι, συλλογίζομαι». Ήταν αρχικά το αντίστοιχο της ελληνικής λέξης Μνημοσύνη, που σημαίνει «μνήμη». Η Moneta έγινε έτσι στη Ρώμη το όνομα του ναού όπου τιμούνταν η θεά Μνήμη και όπου ταυτόχρονα κοβόταν το ομώνυμο νόμισμα, η «μονέτα». Με αφετηρία αυτόν τον ετυμολογικό δεσμό ανάμεσα στο νόμισμα και τη μνήμη θα έπρεπε να εξετάσουμε τη σημερινή αναζωπύρωση των συζητήσεων για την κατάργηση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος και για την επαναφορά, από κάθε χώρα, του παραδοσιακού της νομίσματος. Κάτω από το επείγον ζήτημα της «νομισματικής πολιτικής» δρα ένα όχι λιγότερο επείγον ζήτημα μνήμης, και συγκεκριμένα ζήτημα επανεύρεσης της μνήμης κάθε ευρωπαϊκής χώρας, που παραιτήθηκε από την κυριαρχία πάνω στο δικό της νόμισμα και, χωρίς να το αντιληφθεί, κατήργησε τρόπον τινά και την πατρογονική κληρονομιά των αναμνήσεών της. Αν το νόμισμα είναι πρωτίστως ο τόπος της μνήμης, αν στο νόμισμα, εφόσον μπορεί να πληρώσει για τα πάντα και να σταθεί στη θέση των πάντων, παίζεται για το άτομο και για την κοινότητα η ανάμνηση του παρελθόντος και των νεκρών, τότε δεν είναι διόλου παράξενο ότι στη ρήξη της σχέσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, που χαρακτηρίζει τον καιρό μας, αναδύεται, με μη παραβλέψιμη επιτακτικότητα, το νομισματικό ζήτημα.

Όταν ένας διαπρεπής οικονομολόγος δηλώνει ότι ο μόνος τρόπος που διαθέτει η Γαλλία (όπως ίσως και κάθε ευρωπαϊκή χώρα) για να εξέλθει από την κρίση της είναι να ανακτήσει την εξουσία πάνω στο δικό της νόμισμα, στην πραγματικότητα υποδεικνύει σε εκείνη τη χώρα να ξαναβρεί τη σχέση της με τη δική της μνήμη. Η κρίση της ευρωπαϊκής κοινότητας και του νομίσματός της, που βρίσκεται πλέον προ των θυρών, είναι μια κρίση της μνήμης· και η μνήμη – είναι καλό να μην το λησμονούμε – αποτελεί για κάθε χώρα έναν κατεξοχήν πολιτικό τόπο. Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς μνήμη, αλλά μια ευρωπαϊκή μνήμη στερείται πραγματικού αντικρίσματος, όπως και το ενιαίο της νόμισμα.

[Αναρτήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Ο παρείσακτος

 Άκουσα σήμερα μιαν ομιλία του Ρεκαλκάτι. Ανέφερε κάποια στιγμή ότι η μεγαλύτερη απάτη του ανθρώπου, σύμφωνα με τον Λακάν, είναι το εγώ. Αυτό μου έγινε πολύ κατανοητό όταν είπε ότι, αν δούμε έναν άνθρωπο να φοράει λοξά το καπέλο του και να καμαρώνει λέγοντας πως είναι ο Ναπολέων, αμέσως θα τον χαρακτηρίσουμε τρελό. Δεν θα πούμε όμως ποτέ τρελό κάποιον που πιστεύει ότι είναι κάποιος μόνο και μόνο επειδή έχει έναν τίτλο ή μια ταυτότητα. Θα τολμούσα να πω ότι δεν θα πούμε τρελό εκείνον που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του, που παίρνει στα σοβαρά αυτό που νομίζει ότι είναι: ο βασιλιάς που νομίζει ότι είναι βασιλιάς, ο πρόεδρος που νομίζει ότι είναι πρόεδρος, ο δικαστής που νομίζει ότι είναι δικαστής, κ.ο.κ. Θα πρόσθετα: κι ο έξυπνος, ο επιτυχημένος, ο δυνατός, που νομίζει ότι είναι πράγματι έξυπνος, επιτυχημένος και δυνατός.

Χθες το βράδυ, καθώς επέστρεφα στο σπίτι, σκόνταψα σε μια ξανθιά μεσήλικη γυναίκα, θηριώδη, που ούρλιαζε: «Έχουμε γεμίσει Αφρικανούς, να πάνε στο σπίτι τους, δεν θα δουλεύουμε για αυτούς, δεν θα τρώνε το ψωμί μας· ναι, είμαι ρατσίστρια, υπάρχει πρόβλημα;». Αναρωτιόμουν: όσο τρελός κι αν είναι ένας άνθρωπος, πώς μπορεί να λέει τέτοια πράγματα; ποιος νομίζει ότι είναι; Και σκεφτόμουν ότι πολλοί άνθρωποι, που ανεπιφύλακτα αποκαλούμε λογικούς, μοιράζονται την ίδια, κατά κάποιον τρόπο, τρέλα, όπως εκείνης της γυναίκας, που ενίοτε κοχλάζει απαρατήρητη σε πολύ καλά αρθρωμένες και ευγενικές προτάσεις - εννοώ την τρέλα του να νομίζεις ότι είσαι κάποιος. 

Για να επανέλθω όμως στην ομιλία του Ρεκαλκάτι, με εντυπωσίασε, στη συνέχεια, η αναφορά του στο έργο του Ζαν-Λυκ Νανσύ, Ο Παρείσακτος (L’intrus). Το κεντρικό θέμα αυτού του έργου αφορά μια προσωπική περιπέτεια υγείας του φιλοσόφου: το 1992 ο Νανσύ υποβάλλεται σε μεταμόσχευση που πετυχαίνει· από τότε ζει με την καρδιά ενός άλλου. Και τότε βιώνει βαθιά το γεγονός ότι η ζωή τού χαρίζεται στη βάση μιας τυχαιότητας: συνέχισε να ζει με την καρδιά κάποιου που θα μπορούσε να είναι καλός ή κακός, άντρας ή γυναίκα, ετεροφυλόφιλος ή ομοφυλόφιλος, προοδευτικός ή συντηρητικός· κάποιου που θα μπορούσε να είναι τα πάντα, ακόμη και όλα εκείνα που ο ίδιος ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν ή που απεχθανόταν να είναι.

Συγκλονιστική η αποκάλυψη της τυχαιότητας αυτού που είμαι· συγκλονιστική και για το γεγονός ότι, αν δεν παίρνουμε τόσο σοβαρά τον εαυτό μας, μπορούμε να δεχόμαστε την καρδιά των άλλων μέσα μας και να μπολιαζόμαστε ταπεινά σε μια αγάπη πιο αληθινή.

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Πού είμαστε; – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Στην κόλαση. Κάθε λόγος που δεν εκκινεί από αυτή τη συνείδηση στερείται απλώς θεμελίου. Οι κύκλοι μέσα στους οποίους βρισκόμαστε δεν είναι διατεταγμένοι καθέτως, αλλά διασπαρμένοι στον κόσμο. Όπου οι άνθρωποι συνενώνονται, παράγουν κόλαση. Οι κύκλοι και οι τάφροι είναι παντού γύρω μας· και αναγνωρίζουμε, όπως στα «Καπρίτσια» (Caprichos) του Γκόγια, τα τέρατα και τους διαβόλους που τους κυβερνούν.

Τι μπορούμε να πράξουμε μέσα σ’ αυτή την κόλαση; Όχι τόσο –ή όχι μόνο– να διαφυλάξουμε, όπως έλεγε ο Ίταλο*, ένα μερίδιο καλού, εκείνο που μέσα στην κόλαση δεν είναι κόλαση. Διότι κι αυτό ακόμη, ολόκληρο ή εν μέρει, έχει μολυνθεί – σε κάθε περίπτωση no te escaparas (δεν θα ξεφύγεις). Μάλλον στάσου, σώπα, παρατήρησε· και, την κατάλληλη στιγμή, μίλησε, σπάσε το παραπέτασμα των ψεμάτων, όπου αναπαύεται η κόλαση. Διότι η ίδια η κόλαση είναι ένα ψέμα, το ψέμα των ψεμάτων που εμποδίζει το πέρασμα προς τη μη κόλαση, προς αυτό που χαρωπά, απλά, αναρχικά υπάρχει. Προς αυτό που ουδέποτε υπήρξε, που η κόλαση κάθε φορά καλύπτει με τη δική της ύπαρξη, με το δικό της κράτος, σαν να μην υπήρχε καμία άλλη δυνατότητα έξω από τις τάφρους και τους κύκλους, στους οποίους μας έχουν ήδη και πάντοτε κατ’ ανάγκην εγγράψει.

Γίνε εσύ το σημείο, το κατώφλι όπου αυτό το κράτος εξαφανίζεται, όπου αναβλύζει πηγαία το δυνατό, η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Η ουσία της σκέψης δεν συνίσταται στο να πραγματώνει το δυνατό, όπως οι δαίμονες σε προτρέπουν να πράξεις, αλλά στο να καθιστά δυνατό το αληθινά πραγματικό· στο να βρίσκει μιαν έξοδο από την αναπόδραστη «αναγκαιότητα» των γεγονότων, την οποία η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να επιβάλει σε κάθε πεδίο – και πρωτίστως στην πολιτική. Ενώ, μέσα στην κολασμένη βοή γύρω σου, όλοι αγωνίζονται να πραγματώσουν διαβολικά, τεχνικά, πάση θυσία, το δυνατό, για σένα κάθε κατάσταση, κάθε πράγμα, κάθε χορταράκι, εάν τα συλλάβεις μέσα στην αλήθειά τους, ξαναγίνονται, σιωπηλά, διαυγώς δυνατά.


*Πρόκειται για τον Ίταλο Καλβίνο.


[Αναρτήθηκε στις 15/09/2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Τι και αν μιλούμε με τις ίδιες λέξεις;

Τι και αν μιλούμε με τις ίδιες λέξεις; Τι και αν χρησιμοποιούμε π.χ. την –πιο κοινή και ιερή συνάμα– λέξη, τη λέξη Θεός; Μπορεί να εννοούμε τόσο πολλά και διαφορετικά πράγματα... Και μάλιστα ανάλογα με τον ηχόχρωμα της φωνής, την κίνηση του σώματος, στο πλαίσιο των σχέσεων και συναναστροφών μας, το ακατάληπτο όνομα του Θεού μπορεί να σημαίνει τόσο αλλιώτικα: συμβαίνει κάποτε να ηχεί σαν κόλαση όταν το προφέρει ο εκπρόσωπος μιας εκκλησιαστικής αρχής ή ένας θεολόγος και άλλοτε με τρόπο ανέλπιστα παρήγορο όταν προφέρεται καταλάθος από κάποιον που –χωρίς να ξέρει και αυτός γιατί– δηλώνει άθεος.

Όσο για τη λέξη αγάπη; Πόσο διαφορετικά πράγματα και, ενίοτε εφιαλτικά και βασανιστικά, μπορεί να προοιωνίζονται και να επαπειλούνται όταν προφέρεται… και επίσης συχνά τι άλυτο σταυρόλεξο γίνεται για εκείνους που τη λένε και εκείνους που την ακούνε. Ας μη μιλήσουμε και για τη λέξη χαρά... πόσο έχει δεινοπαθήσει η καημένη από αυτούς που την επαγγέλονται.

Ναι, τι και αν χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις... Μπορούμε δυστυχώς ή ευτυχώς να χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετική σημασία και διαφορετική ο καθένας χρήση. Αυτή άλλωστε είναι και η ποιητική λειτουργία –η ακαταπόνητη– της γλώσσας μας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη γλώσσα των ποιητών-γραφιάδων, όπου η λέξη π.χ. καρέκλα μπορεί να σημαίνει πολύ περισσότερα και διαφορετικά πράγματα από την καρέκλα που κάθομαι τώρα.

Και αλλοίμονο όταν μας επιβάλλεται η μία και ορθή γλώσσα με τους απαρέγκλιτους δήθεν κανόνες της, αν και στην πραγματικότητα και οι δάσκαλοί της οι ίδιοι φάσκουν και αντιφάσκουν όταν τη χρησιμοποιούν. Και αλλοίμονο όταν μας επιβάλλεται η γλώσσα που θα μιλάμε, από αυτούς που δήθεν ξέρουν την ορθή της χρήση.

Έχουμε ακόμα χρόνο να μιλήσουμε με τη δική μας τη λαλιά. Αυτός είναι ο ελαφρύτερος αλλά και ομορφότερος, θαρρώ, ζυγός. Έχουμε πολλά ακόμα να πούμε και να αφουγκραστούμε, από κοντά και από απόσταση, φωναχτά και άφωνα, με απαντοχή και χωρίς απαντοχή, εμείς οι ακόμα ζωντανοί και εκείνοι οι πεθαμένοι, που μας ακολουθούν πάντοτε, κάτω από τον ήλιο και κάτω από τα σύννεφα και μέσα στη βροχή και απέναντι από τη θάλασσα και ας σχολιάσουμε για μια ακόμα φορά το γεγονός ότι κανείς δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε.

Ύψωση Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου 2025 

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Η ατέρμονη ποίηση της ζωής

Έχουμε εκπαιδευτεί ώστε να είμαστε εμμονικοί με το να μιλάμε για να πούμε κάτι σημαντικό. Και το «σημαντικό» είναι αυτό που θεωρούμε ότι έχουμε κατανοήσει ή πρέπει να κατανοήσουμε. Χρόνια εκπαίδευσης και σπουδών συμβάλλουν σε αυτήν την κατάντια, επιδεινώνουν αυτήν την αρρώστια και εμμονή. Την προσπάθεια να βρούμε, να συλλάβουμε, να ακούσουμε τις λέξεις που είναι φορτωμένες με έννοιες και με ιδέες του νου. Αναζητούμε και την ετυμολογία τους, σαν να υπάρχει μια πρωταρχική, αρχέγονη σημασία της κάθε λέξης ή σαν να είναι η κάθε λέξη κατοικία μιας αποκρυσταλλωμένης ένvοιας. Aναζητούμε και τη σοφία σαν κάτι που κατοικεί στον νου κάποιων σπουδαίων ανθρώπων και μεταγγίζεται από τα λεγόμενά τους και αποκαλύπτεται από τις λέξεις τους. Πόσες και πόσες φορές ακούσαμε διαλέξεις, ομιλίες, προσπαθήσαμε να μάθουμε και να ακούσουμε κάτι σημαντικό από τα στόματα ορισμένων «αξιόλογων» ανθρώπων. Και τα αποτέλεσμα για τη ζωή μας; Κανένα απολύτως...Τα σοφά λόγια ένας ακόμα αξεδιάλυτος κόμπος στο κουβάρι της ζωής μας. Η προσπάθεια να τα συλλάβουμε μια πλανερή καταπόνηση.

Όμως η λαλιά είναι ένα ρυάκι, που δεν ξέρουμε πόθεν έρχεται και πού πηγαίνει, καθώς ομιλούμε. Είναι η μουσική της ζωής μας, είναι η ζωή η ίδια, που όποιος την καθηλώνει, όποιος πλανάται ότι μπορεί να την αποκρυσταλλώσει σε έννοιες και ιδέες, παύει να τη ζει. Είναι ένα ζωντανό μυστήριο που μας συνέχει όλους και όχι το  «σημαντικό» που πασχίζουμε να εκμαιεύσουμε και να το αποσπάσουμε από το νου ενός σοφού ή ενός αγίου ή από κάποιο βιβλίο.

Μου άρεσε πολύ μια ιστορία που άκουσα για έναν άγιο άνθρωπο. Παρακαλουθούσε μιαν ομιλία. Δεν άκουγε ακριβώς τα λόγια του ομιλητή αλλά τον αφουγκραζόταν. Δεν στεκόταν στις έννοιες και στις σημασίες των λέξεών του, αλλά προσευχόταν χαμηλόφωνα «Χριστέ μου αγάπη, αγάπη». Δεν στεκόταν σε αυτά που εμείς στεκόμαστε, προσπαθώντας να αντλήσουμε σοφία από τις έννοιες και τις σημασίες, οι οποίες θεωρούμε ότι αποτελούν αποστάγματα σοφίας στο μυαλό και στα λόγια επιστημόνων, φιλοσόφων, αγίων και όλων εκείνων, από τα χείλη των οποίων κρεμιόμαστε σαν να πρόκειται να μας μεταγγίσουν νόημα. Ποιος ξέρει, ίσως εκείνος μόνο άκουγε πραγματικά τον ομιλητή, ακούγοντάς τον χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνει τι λέει. Τον άκουγε με το ζωντανό τίμπρο της φωνής του και του αντιδώριζε, όλος αυτιά, τον ομορφότερο διάλογο με την ίδια του την πνοή και τη χαμηλόφωνη υποστηρικτική προσευχή του.  

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2025

«Δεν είναι έξω από εσένα», ψιθυρίζει ο νέος ενιαυτός στις στράτες της συνοικίας, «η ζωή, ο χρόνος και ο θάνατος. Μέσα σου κιτρινίζουν τα φύλλα και πέφτουν». 

Αναχωνεύοντας στίχους του άγνωστού μου ποιητή Ρομπέρτο Χουαρόθ, που μόλις εχθές διάβασα, έχοντας κατά λάθος σκοντάψει πάνω τους, σημειώνω:

Μη συγχέεις τον Θεό με τον Θεό, τον άνθρωπο με τον άνθρωπο, τον χρόνο με τον χρόνο, τη ζωή με τη ζωή, τον θάνατο με τον θάνατο, την αγάπη με την αγάπη, την πίστη με την πίστη. Οχι, δεν έχεις ανάγκη άλλες λέξεις για να μιλήσεις. Αυτές οι ίδιες είναι που πρέπει να μιλήσουν. Όχι όμως περιορισμένες σε κλουβί. Αλλά σαν το πουλάκι στο τυχαίο κλαδί που συναντάς στο διάβα σου. 


Ιδού η μέρα και την προσμένει ο Σεπτέμβρης – της Πατρίτσια Καβάλλι

Ιδού η μέρα και την προσμένει ο Σεπτέμβρης,

το ακάματο πύρωμά του λίγο εξασθενημένο,

το ράθυμο ξεθώριασμα του καλοκαιριού. Ιδού εγώ.


Στα λεπτά, στην εύκολη συγχώρεση,

στις αγορές που λαμπυρίζουν από την πραμάτεια,

στην αθώα πρόσκληση του πρωινού,

στο τρέξιμο, στην ευγενική ανάπαυλα.


Στον έκθαμπο αέρα

πρόσωπα πανέμορφα διασχίζουν τους δρόμους,

χαμένους φίλους μου αναγνωρίζω.


Ο χρόνος εκτός χρόνου του Σεπτέμβρη

επαναλαμβάνεται, καλοκαίρι και παιδική ηλικία

στέκουν ακόμα μαζί.


[Aπό τη συλλογή ποιημάτων Ζωή θαυμαστή]


Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2025

Για τις ψευδείς σχέσεις – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ένας καλός ορισμός της πολιτικής εξουσίας είναι εκείνος που τη χαρακτηρίζει ως την τέχνη που θέτει τους ανθρώπους σε ψευδείς σχέσεις. Αυτό είναι το κύριο και πρώτιστο έργο της εξουσίας, ώστε να μπορεί κατόπιν να τους κυβερνά κατά βούληση. Μόλις οι άνθρωποι αφεθούν να εισαχθούν σε λοξές, στρεβλωμένες σχέσεις, μέσα στις οποίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, καθίστανται πράγματι χειραγωγήσιμοι και κατευθυνόμενοι κατά το δοκούν. Αν πιστεύουν τόσο εύκολα στα ψεύδη που τους προτείνονται, τούτο συμβαίνει επειδή οι ίδιες οι σχέσεις είναι εξαρχής ψευδείς, σχέσεις μέσα στις οποίες, δίχως να το αντιλαμβάνονται, βρίσκονται ήδη πάντοτε. 

Η πρώτη κίνηση μιας πολιτικής στρατηγικής αντάξιας του ονόματός της είναι επομένως η αναζήτηση διεξόδου από τις ψευδείς σχέσεις, στις οποίες η εξουσία έχει θέσει τους ανθρώπους για να τους κυβερνά. Αλλά ειδικά αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί μια ψευδής σχέση είναι ακριβώς εκείνη από την οποία δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος. Κάτι σαν διέξοδος γίνεται εφικτό μόνο αν κατανοούμε ότι η ψευδής σχέση είναι η ίδια η μορφή της εξουσίας· ότι το να βρίσκεται κανείς σε ψευδή σχέση σημαίνει να βρίσκεται σε σχέση εξουσίας· ότι η σχέση είναι ψευδής όχι επειδή λέμε ψέματα, αλλά επειδή λείπει η συνείδηση του ουσιαστικά πολιτικού χαρακτήρα της· ότι οι σχέσεις που φαίνονται προσωπικές και ιδιωτικές ή εκείνες που ορίζονται τεχνικά ή κοινωνικά, είναι στην πραγματικότητα πάντοτε ήδη πολιτικές και ότι μέσα σε αυτές βρισκόμαστε εξαρχής σε μιαν ψευδή συνθήκη. Η συνειδητοποίηση αυτή είναι η μόνη οδός για να αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ζούμε τις σχέσεις μας. 

[Αναρτήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...