Έχουμε εκπαιδευτεί ώστε να είμαστε εμμονικοί με το να μιλάμε για να πούμε κάτι σημαντικό. Και το «σημαντικό» είναι αυτό που θεωρούμε ότι έχουμε κατανοήσει ή πρέπει να κατανοήσουμε. Χρόνια εκπαίδευσης και σπουδών συμβάλλουν σε αυτήν την κατάντια, επιδεινώνουν αυτήν την αρρώστια και εμμονή. Την προσπάθεια να βρούμε, να συλλάβουμε, να ακούσουμε τις λέξεις που είναι φορτωμένες με έννοιες και με ιδέες του νου. Αναζητούμε και την ετυμολογία τους, σαν να υπάρχει μια πρωταρχική, αρχέγονη σημασία της κάθε λέξης ή σαν να είναι η κάθε λέξη κατοικία μιας αποκρυσταλλωμένης ένvοιας. Aναζητούμε και τη σοφία σαν κάτι που κατοικεί στον νου κάποιων σπουδαίων ανθρώπων και μεταγγίζεται από τα λεγόμενά τους και αποκαλύπτεται από τις λέξεις τους. Πόσες και πόσες φορές ακούσαμε διαλέξεις, ομιλίες, προσπαθήσαμε να μάθουμε και να ακούσουμε κάτι σημαντικό από τα στόματα ορισμένων «αξιόλογων» ανθρώπων. Και τα αποτέλεσμα για τη ζωή μας; Κανένα απολύτως...Τα σοφά λόγια ένας ακόμα αξεδιάλυτος κόμπος στο κουβάρι της ζωής μας. Η προσπάθεια να τα συλλάβουμε μια πλανερή καταπόνηση.
Όμως η λαλιά είναι ένα ρυάκι, που δεν ξέρουμε πόθεν έρχεται και πού πηγαίνει, καθώς ομιλούμε. Είναι η μουσική της ζωής μας, είναι η ζωή η ίδια, που όποιος την καθηλώνει, όποιος πλανάται ότι μπορεί να την αποκρυσταλλώσει σε έννοιες και ιδέες, παύει να τη ζει. Είναι ένα ζωντανό μυστήριο που μας συνέχει όλους και όχι το «σημαντικό» που πασχίζουμε να εκμαιεύσουμε και να το αποσπάσουμε από το νου ενός σοφού ή ενός αγίου ή από κάποιο βιβλίο.
Μου άρεσε πολύ μια ιστορία που άκουσα για έναν άγιο άνθρωπο. Παρακαλουθούσε μιαν ομιλία. Δεν άκουγε ακριβώς τα λόγια του ομιλητή αλλά τον αφουγκραζόταν. Δεν στεκόταν στις έννοιες και στις σημασίες των λέξεών του, αλλά προσευχόταν χαμηλόφωνα «Χριστέ μου αγάπη, αγάπη». Δεν στεκόταν σε αυτά που εμείς στεκόμαστε, προσπαθώντας να αντλήσουμε σοφία από τις έννοιες και τις σημασίες, οι οποίες θεωρούμε ότι αποτελούν αποστάγματα σοφίας στο μυαλό και στα λόγια επιστημόνων, φιλοσόφων, αγίων και όλων εκείνων, από τα χείλη των οποίων κρεμιόμαστε σαν να πρόκειται να μας μεταγγίσουν νόημα. Ποιος ξέρει, ίσως εκείνος μόνο άκουγε πραγματικά τον ομιλητή, ακούγοντάς τον χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνει τι λέει. Τον άκουγε με το ζωντανό τίμπρο της φωνής του και του αντιδώριζε, όλος αυτιά, τον ομορφότερο διάλογο με την ίδια του την πνοή και τη χαμηλόφωνη υποστηρικτική προσευχή του.