Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Τι και αν μιλούμε με τις ίδιες λέξεις;

Τι και αν μιλούμε με τις ίδιες λέξεις; Τι και αν χρησιμοποιούμε π.χ. την –πιο κοινή και ιερή συνάμα– λέξη, τη λέξη Θεός; Μπορεί να εννοούμε τόσο πολλά και διαφορετικά πράγματα... Και μάλιστα ανάλογα με τον ηχόχρωμα της φωνής, την κίνηση του σώματος, στο πλαίσιο των σχέσεων και συναναστροφών μας, το ακατάληπτο όνομα του Θεού μπορεί να σημαίνει τόσο αλλιώτικα: συμβαίνει κάποτε να ηχεί σαν κόλαση όταν το προφέρει ο εκπρόσωπος μιας εκκλησιαστικής αρχής ή ένας θεολόγος και άλλοτε με τρόπο ανέλπιστα παρήγορο όταν προφέρεται καταλάθος από κάποιον που –χωρίς να ξέρει και αυτός γιατί– δηλώνει άθεος.

Όσο για τη λέξη αγάπη; Πόσο διαφορετικά πράγματα και, ενίοτε εφιαλτικά και βασανιστικά, μπορεί να προοιωνίζονται και να επαπειλούνται όταν προφέρεται… και επίσης συχνά τι άλυτο σταυρόλεξο γίνεται για εκείνους που τη λένε και εκείνους που την ακούνε. Ας μη μιλήσουμε και για τη λέξη χαρά... πόσο έχει δεινοπαθήσει η καημένη από αυτούς που την επαγγέλονται.

Ναι, τι και αν χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις... Μπορούμε δυστυχώς ή ευτυχώς να χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις με διαφορετική σημασία και διαφορετική ο καθένας χρήση. Αυτή άλλωστε είναι και η ποιητική λειτουργία –η ακαταπόνητη– της γλώσσας μας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη γλώσσα των ποιητών-γραφιάδων, όπου η λέξη π.χ. καρέκλα μπορεί να σημαίνει πολύ περισσότερα και διαφορετικά πράγματα από την καρέκλα που κάθομαι τώρα.

Και αλλοίμονο όταν μας επιβάλλεται η μία και ορθή γλώσσα με τους απαρέγκλιτους δήθεν κανόνες της, αν και στην πραγματικότητα και οι δάσκαλοί της οι ίδιοι φάσκουν και αντιφάσκουν όταν τη χρησιμοποιούν. Και αλλοίμονο όταν μας επιβάλλεται η γλώσσα που θα μιλάμε, από αυτούς που δήθεν ξέρουν την ορθή της χρήση.

Έχουμε ακόμα χρόνο να μιλήσουμε με τη δική μας τη λαλιά. Αυτός είναι ο ελαφρύτερος αλλά και ομορφότερος, θαρρώ, ζυγός. Έχουμε πολλά ακόμα να πούμε και να αφουγκραστούμε, από κοντά και από απόσταση, φωναχτά και άφωνα, με απαντοχή και χωρίς απαντοχή, εμείς οι ακόμα ζωντανοί και εκείνοι οι πεθαμένοι, που μας ακολουθούν πάντοτε, κάτω από τον ήλιο και κάτω από τα σύννεφα και μέσα στη βροχή και απέναντι από τη θάλασσα και ας σχολιάσουμε για μια ακόμα φορά το γεγονός ότι κανείς δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε.

Ύψωση Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου 2025 

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...