Via Giraud, Villa Balestra, via di Grotta Pinta 10, via della Penitenza, via Benaglia 10, via del Governo Vecchio 115, via Arenula 21, via Paolo II 1 (η τελευταία) – αυτές είναι οι διευθύνσεις που θυμάμαι, ανάμεσα στις πολλές όπου έζησε περιπλανώμενος στη Ρώμη· πάρα πολλές για να τοποθετήσει κανείς, όπως θα του άξιζε, μια αναμνηστική πλάκα, σαν εκείνη στη via del Mascherone, στο σπίτι όπου έζησε ο Βίλχελμ Βάιμπλινγκερ, ο βιογράφος του Χαίλντερλιν, «εδώ, επιτέλους, ευτυχής».
Γιατί ευτυχισμένος ο Ντίτερ υπήρξε, τρόπον τινά, πάντα· χωρίς να νοιάζεται για τη φτώχεια ή τα χρήματα (όταν υπήρχαν), για την επιτυχία (όταν ερχόταν) ή για τη μη αναγνώριση. Η Λάουρα, η κόρη του, με την οποία έμενε όταν τον γνώρισα – και για πολλά ακόμη χρόνια αργότερα – δεν είχε παιχνίδια.
Μια μέρα, σχεδόν σαν να ήθελε να μου αποκαλύψει το μυστήριο του παιχνιδιού της ζωής και της τέχνης, μού είπε: «ας κάνουμε πως αυτό το αληθινό νερό είναι ψεύτικο».
Είχε έρθει από την άνω Βαυαρία, πρώτα στη Φλωρεντία και ύστερα, από το 1966, στη Ρώμη, την οποία ποτέ δεν εγκατέλειψε, παρά μόνο για μια περίοδο – καθοριστική από πολλές απόψεις – ανάμεσα στο 1972 και το 1974, που πέρασε με τη Λάουρα στο νησί της Πάρου. Ανάμεσα σε όσους γνώρισα, εκείνος μόνο υπήρξε αληθινά «Ρωμαίος», παρότι ποτέ δεν τακτοποίησε τα χαρτιά του για άδεια παραμονής ή για μόνιμη κατοικία. Η ζωή του ήταν μια ζωή κατοίκησης, που γι’ αυτό ολοένα και περισσότερο απομακρυνόταν, όπως στον όψιμο στίχο του Χαίλντερλιν: «όταν μακριά πορεύεται κατοικώντας η ζωή των ανθρώπων…». Μακριά, in die Ferne, εκεί όπου «η φύση ζωγραφίζει την εικόνα των χρόνων,/εκείνη μένει και αυτοί γοργά περνούν/όλα τελούνται για την τελειότητα». Μακριά – για εκείνον που ήθελε «να παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι, ή όπως θα ήταν, αν εγώ δεν υπήρχα»·για εκείνον που έλεγε πως στην τέχνη ο μόνος χρόνος που υπάρχει είναι η απουσία χρόνου.
Η περίοδος που πέρασε στην Πάρο συμπίπτει με την ορμητική εμφάνιση του χρώματος, με τα αλλόφρονα τοπία που αντίκριζε από το ανοιχτό παράθυρο του εργαστηρίου του και, πάνω απ’ όλα, με τον πίνακα που δεν μπορώ να ξεχάσω: ένα τοπίο σχεδόν χωρίς ουρανό, ένα τοπίο με έναν ουρανό απλωμένο ξυστά στη γη, στη διεσπαρμένη με πέτρες και βρύα κόκκινη γη.
«Το ύψος του ουρανού λάμπει / για τον άνθρωπο, σαν δέντρα στεφανωμένα με άνθη». Έτσι τελειώνει το ποίημα του Χαίλντερλιν.
Στη Ρώμη, ήταν ένα δέντρο – ένα ψηλό, λυγερό πεύκο – που του υπέδειξε «την αρχή ενός νέου τρόπου», μετά τους πρώτους «νεφελώδεις πίνακες, που μόνο σιγά-σιγά άρχισαν να αποκτούν συγκεκριμένες και στέρεες μορφές».
Τα χρώματα της Πάρου αναδύονται άχρονα στα μεγάλα ρωμαϊκά γυμνά των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’80. Αναγνωρίζω, στο εκστατικό γυμνό του 1981, το αυστηρό πρόσωπο της Μπεττίνα, του κοριτσιού που του πόζαρε και που συχνά συναντούσα μαζί του. Στη Ρώμη, την ακόμα μαγεμένη και εσωστρεφή εκείνων των χρόνων, βλεπόμασταν σχεδόν κάθε μέρα στο μπαρ της Porta Settimiana, που είχε ακόμη μια αίθουσα μπιλιάρδου – το οποίο εδώ και χρόνια δεν υπάρχει. Ακούω ακόμη τον ήχο από τις μπάλες στις παρτίδες που παίζαμε τα πρώτα απογεύματα, πριν εκείνος επιστρέψει για να ζωγραφίσει κι εγώ για να γράψω.
Γνώρισα τον Ντίτερ Κοπ εξαιτίας της άλλης κυρίαρχης σκέψης του – παράλληλα με τη ζωγραφική – στη ζωή του. Την άνοιξη του 1968 καθόμασταν στο μπαρ Navona με την Τζινέβρα και την Έλσα Μοράντε, στη σχεδόν έρημη πλατεία που είχαμε εκλέξει ως τόπο συνάντησής μας, όταν πλησίασε ένας νέος, ψηλός, κομψός μέσα στο ελαφρά φθαρμένο σταυρωτό σακάκι του, και με ένα είδος συνεσταλμένης άνεσης ζήτησε από την Τζινέβρα αν του επέτρεπε να της απευθύνει τον λόγο. Από τότε γίναμε φίλοι – σχεδόν σύντροφοι – κι έτσι γνώρισα, τη μία μετά την άλλη, τις γυναίκες της ζωής του· στο νησί της Κίρκης, όπου περνούσαμε το καλοκαίρι, ή στα όρη Τσιμίνι, όπου εκείνα τα χρόνια είχαμε μοιραστεί μια καλύβα δίπλα σε στάβλο. Τις νύχτες ακούγονταν ποδοβολητά από τις οπλές των αλόγων και οι οξείς, θλιμμένοι χρεμετισμοί τους.
Η ζωγραφική είναι ζήτημα χειρονομιών. Το χέρι του ζωγράφου δεν αναπαριστά τα αντικείμενα· μάλλον συλλαμβάνει τη μορφή τους, «όχι την πραγματικότητα που έχει επιτευχθεί, αλλά την προς επίτευξη πραγματικότητα». Γι’ αυτό η χειρονομία του Ντίτερ είναι συνάμα αμετάκλητη και αχνή (flou, effacé, έγραψε ο Ζαν Κλαιρ). Άπαξ και συλλάβει τη μορφή, μοιάζει το χέρι του να διστάζει αργά, μέχρι που χαλαρώνει σιγά-σιγά το κράτημα, ώσπου να την αφήσει να του ξεγλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλα.
Από παιδί, ο Ντίτερ είχε εγγραφεί από τον πατέρα του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου (Hofkunstanstalt), ως μαθητευόμενος ψηφιδογράφος. «Φοβόμουν μήπως αποτύχω στο test των χρωμάτων – τόσο ουσιώδες για ένα τέτοιο έργο», έλεγε. Κάτι από το μωσαϊκό αποτυπώθηκε στη χειρονομία του· ο θρυμματισμός των χρωμάτων, με ακριβοτεχνική λεπτομέρεια, που, σε όποιον κοιτάζει από τη σωστή απόσταση, αφομοιώνεται σε μια ανεκτίμητη ενότητα.
Δεν νομίζω πως ο Ντίτερ έδινε μεγάλη σημασία στις πολεμικές που του άρεσε να προκαλεί. Βέβαια, δεν γνώρισε ποτέ την αναγνώριση που του άξιζε· ωστόσο πιστεύω πως η εκτίμηση του Μπαλτύς και του Ζαν Κλαιρ, όπως και η πρόωρη αναγόρευσή του σε ακαδημαϊκό της Εθνικής Ακαδημίας του Σαν Λούκα, του ήταν κάτι παραπάνω από αρκετές. Έδειχνε άπειρα μεγαλύτερη προσοχή στην ποιότητα των κορνέτων για το πρωινό του παρά στην καριέρα του.
Αγαπούσε, όπως κάθε αληθινός ζωγράφος, το παστέλ. Οι lungoteveri (οι παραποτάμιες λεωφόροι του Τίβερη) της Ρώμης, την αυγή και το δειλινό του 2000, αποτελούν αποκορύφωση αυτής της τεχνικής, όπου η χειρονομία, με πείσμα, καταδιώκει μια απροσδιοριστία που τείνει προς τη φωτεινή άλω και τη δόξα.
Παστέλ, επίσης, είναι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, τα μπολ πάνω στο καρό τραπεζομάντιλο – ένα από τα οποία με συντροφεύει ακόμα και δεν παύει να με εκπλήσσει χρόνια τώρα: το καστανό μπολ, σχεδόν σαν να είχε δουλευτεί στον τροχό, δεσπόζει πάνω σε ένα φλογερό πομπηιανό κόκκινο, ενώ, στο προσκήνιο, η καρό όψη του τραπεζομάντιλου αρθρώνει μιαν καθαρά μουσική αντίστιξη.
Έξοδος Ντίτερ. Μα όποια κι αν είναι η μοίρα των έργων του στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, ακόμα και αν τα δύσμοιρα αρχεία του πολιτισμού χάσουν τη μνήμη του, η χειρονομία της ζωγραφικής του μένει αλησμόνητη. Δεν απαιτεί να τη θυμούνται – μονάχα να παραμείνει για πάντα αλησμόνητη.
[Αναρτήθηκε στις 14/03/2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]