Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Πρωτοχρονιά

Μία ακόμα περιστροφή της γης γύρω από τον εαυτό της και η αρχή μιας ακόμα περιφοράς γύρω από τον ήλιο. Τι άλλαξε; Τι θα αλλάξει; Αληθινός Μεσσίας ο νέος χρόνος: ο ερχόμενος να αποκαλύψει ότι δεν υπήρξε καρδιά που δεν αφουγκράστηκε· και ότι ήταν πάντοτε ανάμεσά μας, πλησίον μας, ευκαιρία απτή, εκπλήρωση της κάθε στιγμής. Πολλοί ακόμα δεν θα σταματήσουν να χτίζουν την κόλασή τους με τις φαντασίες και τις πράξεις τους ή με τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες τους. Και ίσως κάποιοι χωρίς να έχουν να περιμένουν τίποτα περισσότερο και τίποτα καλύτερο, θα πιάσουν για μια ακόμα φορά με γλυκιά θλίψη το ατέλεστο εργόχειρό τους, τον ατελεύτητο παράδεισο: ζώντας και ξαναζώντας το μυστήριο ζωής, με λόγο καθάριο και ακριβό, χωρίς αρχή και τέλος. 


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Αλήθεια ή ψεύδος

Μετά από αναχωνέψεις ετών συνειδητοποιώ αργά αργά και παρά τη θέλησή μου ότι η αλήθεια των θεολόγων και της εκκλησίας δεν ελευθερώνει, αλλά δικάζει και κρίνει.

Οι ευαγγελικές –και όχι μόνο– διηγήσεις, που θα μπορούσαν να ανιστορούνται ως αυτό ακριβώς που είναι, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό παραβολικές και μυθικές αφηγήσεις, απαιτείται να γίνονται πιστευτές ως αντικειμενικές αλήθειες, «επειδή έτσι πρέπει να πιστεύουμε». Η πίστη, αντί για άνοιγμα καρδιάς και συμμερισμό στιγμών, μετατρέπεται σε υποχρέωση ομολογίας.

Φαίνεται πως όσοι μιλούν εξ ονόματος της Εκκλησίας δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το πώς νιώθουμε εμείς οι κοινοί άνθρωποι.

Παρακολούθησα ευφράδεις και γοητευτικούς θεολόγους της εποχής και με προβληματίζει –και με απογοητεύει βαθιά– όχι το γεγονός ότι καταφεύγουν στον μύθο και ενίοτε, ενδεχομένως, μεθούν με αυτόν, αλλά ότι επιθυμούν να τον επιβάλουν ως πίστη· μια πίστη που ζητούν να αποδεχθούμε όπως ακριβώς τη διατυπώνουν, και ίσως, να πείσουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους ότι εμφορούνται από αυτή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα πλήρους έλλειψης ενσυναίσθησης είναι αυτό που αποφαίνεται λαμπρό θεολογικό μυαλό για τις προβληματικά μακρόσυρτες ακολουθίες της Εκκλησίας, τις οποίες οι κοινοί άνθρωποι –και ιδίως οι νέοι– δυσκολεύονται να αντέξουν, παραμένοντας σε αυτές συχνά με αίσθηση αυτοβασανισμού: ότι δήθεν εισάγουν τον νου σε μια «γόνιμη απραξία». Είναι βέβαια αλήθεια ότι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να ερμηνεύσει σχεδόν τα πάντα κατά το δοκούν· γιατί να αποτελέσει εξαίρεση το μυαλό των θεολόγων; Το πρόβλημα όμως δεν θα ήταν τόσο σοβαρό, αν αυτή, όπως και πολλές άλλες, αυθαίρετες ερμηνείες δεν συνοδευόταν από την αξίωση αυθεντίας, αν ο ερμηνευτής δεν προβαλλόταν ως δάσκαλος ορθοδοξίας και ορθοπραξίας.

Αντί να αναδιηγούμαστε και να αναπλάθουμε με τη ζωή μας την όμορφη ιστορία του Χριστού, αντί να ανασυντάσσουμε και να συρράπτουμε με ζέση τις μικρές και μεγάλες ιστορίες της ζωής –εκείνες για τις οποίες όλοι διψούμε όταν καθόμαστε γύρω από την οικογενειακή εστία– απαιτείται από εμάς να πιστεύουμε ως αντικειμενικά αληθινά ακόμη και όσα λειτουργούν μόνο ως μύθοι. Και έτσι καταλήγει να μας ενδιαφέρει πρωτίστως η ομολογία της πίστης, εκεί όπου ο λόγος θα όφειλε να είναι ζεστό ψωμί για κάθε προσερχόμενο· ένας λόγος που δεν δικάζει και δεν δικάζεται, που δεν ιστορείται προκειμένου να μαρτυρήσει ή να ελεγχθεί για την απόλυτη αλήθεια ή το απόλυτο ψεύδος του, αλλά για εκείνο που αποτελεί την ουσία της ζωής μας και την αγάπη της καρδιάς μας, εκείνο που το ψηλαφούμε και το γνωρίζουμε, και που γνωρίζουμε, κυρίως, ότι παραμένει αγνώριστο.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα

Ποιο είναι αυτό το νέο παιδί, που δεν χορταίνουμε να γιορτάζουμε; Είναι διαφορετικό, πιο ευκίνητο, πιο εύστροφο, πιο όμορφο, πιο «φωτεινό» και πιο «πνευματικό» από τα άλλα; 

Όχι, είναι ένα παιδί κοινό· είναι όλα τα παιδιά του κόσμου, ιδωμένα με έναν πρωτόγνωρο δέος, ιδωμένα αληθινά για πρώτη φορά, μέσα από αυτό το παιδί. 

Αλλά επίσης αυτό το παιδί, που δεν το χωρίζει τίποτα από τα άλλα παιδιά, το τέλεια και πρωτόγνωρα ιδωμένο παιδί, δεν το χωρίζει τίποτα και από τον Θεό, όχι γιατί ο Θεός είναι πιο κοντά του ή περισσότερο μέσα του απ' ό, τι στα άλλα παιδιά, αλλά γιατί αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός. 

… μόνο ένα παιδί

Είναι συγκλονιστικό να συλλογίζεται κανείς πώς οι σοφοί μάγοι έκαναν ένα τόσο μακρινό ταξίδι, ένα πραγματικό ταξίδι ζωής, για να προσκυνήσουν μόνο ένα παιδί, ένα νήπιο· και να γονατίσουν ατενίζοντας έκθαμβοι ένα παιδί που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από αυτό που έβλεπαν μπροστά τους: ένα νήπιο μόνο, ίδιο και απαράλλαχτο έκτοτε με όλα τα νήπια των ανθρώπων, και μάλιστα με τα άμοιρα νήπια. Ένα νήπιο όχι με ένδυμα θεότητας. Ένα νήπιο, νήπιο. Ένα νήπιο, Λόγο.


Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Για τους νέους - του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να απευθυνθεί σε «νέους».

Βέβαια, νεότητα και γήρας συμβιώνουν όσο είναι ζωντανά μέσα στον καθένα, και κουβαλάμε μέσα μας, σε κάθε στιγμή, τον νέο που υπήρξαμε, όπως ακριβώς και ο νέος προαισθανόταν με διαύγεια και κατά τρόπο κατηγορηματικό και τελεσίδικο το γήρας του. Είναι ακριβώς αυτός ο συγχρονισμός, αυτή η συνύπαρξη των χρόνων και των ηλικιών που έχει σταδιακά χαθεί, έτσι ώστε σήμερα οι νέοι να γερνούν πρόωρα και οι γέροι να πιστεύουν πως είναι νέοι εκτός χρόνου*.

Γι’ αυτό δεν βρίσκω άλλα λόγια για να απευθυνθώ στους νέους παρά εκείνα που, στις 23 Αυγούστου 1914, μια κοπέλα είκοσι δύο ετών, η Κάρλα Ζέλιγκσον, έγραψε στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, λίγες μέρες αφότου η αδελφή της Ρίκα αυτοκτόνησε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της, τον δεκαεννιάχρονο ποιητή Κρίστοφ Φρίντριχ Χάινλε. Οι δύο νέοι είχαν αποφασίσει την αυτοκτονία αμέσως μόλις έμαθαν την είδηση του ξεσπάσματος του παγκόσμιου πολέμου. Θα ήθελα οι νέοι να συλλογιστούν αυτή την απόφαση σήμερα, που ο λόγος για τον πυρηνικό πόλεμο έχει γίνει κάτι σαν καθημερινή φλυαρία. Αλλά, κυρίως, θα ήθελα μέσα στα λόγια της Κάρλα Ζέλιγκσον να αισθανθούν να πάλλεται εκείνος ο «θρήνος για ένα χαμένο μεγαλείο» που, σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, είναι η γλώσσα της νεότητας. «Υπάρχουν μόνο δύο ηλικίες», γράφει η Κάρλα Ζέλιγκσον, «η νεότητα και ο θάνατος».
Είναι αυτήν την ακέραια συνείδηση της σοβαρότητας της προσωπικής του κατάστασης, που θα ήθελα να θυμίσω σε όποιον σήμερα πιστεύει πως είναι νέος. Μετέφρασα το σύντομο κείμενο κατά λέξη, προσπαθώντας να διατηρήσω την τραχύτητά του.

Η Αυτοκτονία
Ο θάνατος παίρνει μορφή και έχει μορφή· το να πεθαίνει κανείς είναι απλώς το τέλος της ζωής, της απώλειας, της φθοράς. Υπάρχει στον θάνατο μια σχέση αυτού που πεθαίνει με τον κόσμο, από την οποία κανείς από τους δύο –ούτε ο ίδιος ούτε ο κόσμος– δεν μπορεί ποτέ να διαφύγει. Όποιος πεθαίνει τον θάνατο, φθάνει στην κατάσταση του κόσμου που δύει. Αυτό συμβαίνει με κάποια μεγάλη εξουσία επί του κόσμου, που δεν είναι παρά το ολοκληρωτικό δόσιμο σε εκείνη που τον αγαπά. Αυτός ο θάνατος είναι χωρικά διαμορφωμένος· γεννά την αιωνιότητα μέσα στην πανταχού παρουσία του αγαπημένου. Ο νεανικός θάνατος είναι καθαρός, αν γίνεται η νεκρική κλίνη του κόσμου και οικειοποιείται ολοκληρωτικά τα σώματα των πραγμάτων. Σε έναν τέτοιο θάνατο γεννιέται ένας νέος κόσμος, στον οποίο μόνο η ύλη πεθαίνει**. Το πέρασμα στον θάνατο είναι μια παραίτηση από το πράττειν ή το ενεργείν. Κατορθώνεται σπάνια από τον νέο, σχεδόν ποτέ από τον γέρο***. Δεν έχει ηλικία εκείνος που πεθαίνει όταν ωριμάσει ο χρόνος του, και μόνο στη νεότητα προσφέρεται ελεύθερο το πέρασμα****. Υπάρχουν μόνο δύο ηλικίες: η νεότητα και ο θάνατος. Συνορεύουν η μία με την άλλη· ο θάνατος του αδελφού χαρίζει στον νέο τον πλούτο που ανήκει στον αθάνατο.Ο αδελφός του είναι έτσι αθάνατος.Ο καθένας εγγίζει την αλυσίδα του θανάτου.

[Αναρτήθηκε στις 7/11/2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



* Σημ. μτφρ.: Όντας υποδουλωμένοι στη γραμμική, χρονολογική θεώρηση του χρόνου και της ιστορίας και όχι στην καιρολογική θεώρηση του χρόνου, οι νέοι δεν κατέρχονται από το τρένο της διαρκώς επιταχυνόμενης και πολλά υποσχόμενης χρονολογικής μηχανής, ώστε να ζήσουν τη νεότητα, και οι γέροι δεν μπορούν να δεχθούν ότι δεν τους απομένει άλλος χρόνος και θαρρούν «πως είναι νέοι εκτός χρόνου» και έξω από τον καιρό τους.

** Σημ. μτφρ.: Τα «σώματα των πραγμάτων», τα πράγματα ως σώματα και όχι ως αντικείμενα, τα πράγματα του κόσμου που πεθαίνουν μαζί με τον άνθρωπο ως σώμα και προορίζονται να αναγεννηθούν μαζί του, απαλλαγμένα από την υλικότητά τους.

*** Σημ. μτφρ.: Η «παραίτηση από το πράττειν και ενεργείν» κατορθώνεται «σπάνια από τον νέο, σχεδόν ποτέ από τον γέρο», ίσως γιατί ο νέος δεν αντλεί την ταυτότητά του ακόμα σε τόσο μεγάλο βαθμό από «το πράττειν και το ενεργείν», από τις πράξεις και τα έργα του.

**** Σημ. μτφρ.: Η συντάκτρια της επιστολής λέει ακριβώς στην επόμενη φράση: «Υπάρχουν μόνο δύο ηλικίες: η νεότητα και ο θάνατος». Αυτή η φράση εξηγεί γιατί αναφέρει εδώ ότι «Δεν έχει ηλικία εκείνος που πεθαίνει όταν ωριμάσει ο χρόνος του, και μόνο στη νεότητα προσφέρεται ελεύθερο το πέρασμα». Οι αγαπημένοι μας νεκροί είναι πάντα νέοι.



Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου

Καμιά φορά νιώθω ότι η ζωή που δεν μπόρεσα να ζήσω, που oριστικά χαλάστηκε, μου δίνει το χέρι και με ανασηκώνει, ακέραιο, σαν ένα μικρό παιδί, πέντε χρονών για να την περπατήσω.

Συχνά αναρωτιόμαστε γιατί ο Θεός να επιτρέπει το κακό και μιλώντας για το κακό φαίνεται ότι έχουμε στο νου μας σαν δικαστές με ακλόνητα κριτήρια τους «μεγάλους εγκληματίες» και τα «μεγάλα εγκλήματα» σε αντιδιαστολή προς τα μικρά και ασήμαντα και αδιάφορα... Αν όμως όλες οι κακίες ανεξαιρέτως και η κάθε μία χωριστά δεν είναι παρά μια τρύπα στο νερό, όπως οι ταραγμένες κινήσεις ενός φοβισμένου παιδιού που κάποια στιγμή θα ξεθυμάνουν στην αγκαλιά της μάνας τους;

Μιλάμε για τον Θεό, σαν να είναι ένας δημιουργός, όπως οι άνθρωποι δημιουργοί και καλλιτέχνες. Μα ο Θεός προσλαμβάνει στον εαυτό του το ίδιο το δημιούργημά του, έρχεται και γίνεται ο ίδιος το δημιούργημά του, καταργώντας κάθε μεσότοιχο, κάθε χάσμα ανάμεσα στον εαυτό του και το πλάσμα του. Τίποτα δεν είναι αντικείμενο, τα πάντα είναι προορισμένα να γίνουν σώμα του. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Πιστεύουμε χωρίς να πιστεύουμε

(Με αφορμή το άρθρο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Να πιστεύεις και να μην πιστεύεις») 

Πόσο αληθινό αυτό το αντιφατικό ζήτημα της πίστης που κατατρύχει τη ζωή μας. Από τα γεννοφάσκια μας μαθαίνουμε να ζούμε έτσι, με πίστη εγγενώς αντιφατική. Να πιστεύουμε ότι δεν πιστεύουμε ή μάλλον να λέμε ότι δεν πιστεύουμε σε αυτά που κάνουμε και όμως να τα κάνουμε (π.χ. για να επιβιώσουμε ή να ζήσουμε ανετότερα), ότι δεν πιστεύουμε σε αυτούς που υπηρετούμε και όμως να τους υπηρετούμε, ότι δεν πιστεύουμε σε αυτούς που ψηφίζουμε και όμως να τους ψηφίζουμε ή να τους επιτρέπουμε να μας κυβερνούν, ότι δεν πιστεύουμε και δεν γνωρίζουμε τον θεό με την καρδιά μας και όμως πιστεύουμε και κηρύσσουμε διαφόρων λογιών Θεό και Εκκλησία με κεφαλαίο. Ακατάπαυστα και μέχρι το τέλος πιστώνουμε με λόγια και πράξεις την τρέλα στη ζωή μας. Πιστώνουμε αυτό που δεν πιστεύουμε. Και παράγουμε το ψέμα στο οποίο φυλακιζόμαστε.

Και είναι αυτός ο τρόπος που πιστεύουμε –και όχι η απιστία, όχι η έλλειψη πίστης– εκείνο  που χαλάει και καταστρέφει τη ζωή μας. 

Να πιστεύεις και να μην πιστεύεις – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το 1973, γράφοντας τη Συμβιωσιμότητα, ο Ίλιτς προέβλεπε ότι η καταστροφή του βιομηχανικού συστήματος θα μετατρεπόταν σε μια κρίση που θα εγκαινίαζε μια νέα εποχή. «Η συνεργική παράλυση του συστήματος τροφοδότησης θα προκαλέσει τη γενικευμένη κατάρρευση του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής… Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός θα χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο στους κυρίαρχους θεσμούς, αλλά και σε εκείνους που είναι ειδικά επιφορτισμένοι με τη διαχείριση της κρίσης. Η εξουσία, που έχουν οι σημερινοί θεσμοί, να ορίζουν αξίες (όπως η εκπαίδευση, η ταχύτητα μετακίνησης, η υγεία, η ευημερία, η πληροφόρηση κ.λπ.) θα διαλυθεί απότομα, μόλις καταστεί φανερός ο απατηλός της χαρακτήρας. Τον ρόλο του πυροκροτητή της κρίσης θα παίξει ένα απρόβλεπτο και ίσως ασήμαντο γεγονός, όπως ο πανικός της Wall Street που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση… Από τη μια μέρα στην άλλη, σημαντικοί θεσμοί θα απολέσουν κάθε κύρος και σεβασμό, οιασδήποτε μορφής νομιμοποίηση, μαζί και την υπόληψη ότι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον».

Αξίζει να αναστοχαστούμε γιατί και με ποιους τρόπους αυτές οι κατ’ ουσίαν ορθές προφητείες, ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα, δεν επαληθεύτηκαν (αν και πολλά συμπτώματα μοιάζουν να επιβεβαιώνουν την επικαιρότητά τους). Ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής και η εξουσία που τον συνοδεύει εξακολουθούν να υπάρχουν, παρότι έχουν χάσει κάθε κύρος και κάθε αξιοπιστία. Ο Ίλιτς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα σύστημα θα μπορούσε να συντηρείται ακριβώς μέσω της απώλειας κάθε αξιοπιστίας – ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα συνέχιζαν να δρουν σύμφωνα με πρότυπα και αρχές στις οποίες δεν θα πίστευαν πια, ότι η έλλειψη πίστης, το να είναι κανείς ολιγόπιστος (Ματθ. 14, 31), θα γινόταν η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας (και βέβαια, εκείνη που πρωτίστως κατέστησε αποδεκτή την απώλεια της πίστης ήταν η Εκκλησία, μετατρέποντας σε ένα πακέτο δογμάτων την εγγύτητα μεταξύ της καρδιάς και του λόγου, που ήταν το ζητούμενο στον Παύλο, Ρωμ. 10,6–10).

Ένα σύστημα –όπως εκείνο που έχουμε μπροστά μας– που προϋποθέτει ότι δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτό, το οποίο θεμελιώνεται δηλαδή ακριβώς στην απιστία και στην έλλειψη εμπιστοσύνης, είναι ένας αντίπαλος ταυτόχρονα εύθραυστος και ιδιαίτερα δύσκολος να αντιμετωπιστεί. Διότι εισπράττει, πράγματι, αδιάκοπα μια πίστωση που δεν έχει αντίκρισμα, όπως ακριβώς, σε τελική ανάλυση, δεν είναι δυνατόν να εισπραχθούν οι πιστώσεις πάνω στις οποίες οι τράπεζες θεμελιώνουν την ισχύ τους. Το χρήμα λειτουργεί όχι επειδή πιστεύουμε σε αυτό, αλλά ακριβώς επειδή αυτό είναι η ίδια η μορφή της απουσίας πίστης (όπως είχε διαβλέψει ο Μαρξ, ακριβώς αυτή η απουσία πίστης συνιστά τον θεολογικό χαρακτήρα του εμπορεύματος: δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε σε εκείνο που μπορούμε να πωλούμε και να αγοράζουμε). Υποκαθιστώντας την Εκκλησία, οι τράπεζες διαχειρίζονται σοφά και ανεύθυνα την απουσία πίστης που ορίζει τον κόσμο μας· αυτές είναι οι λευίτες και οι ιερείς της νέας αθρησκείας της ανθρωπότητας.

Πώς να σκεφτούμε μια στρατηγική απέναντι σε έναν τέτοιο αντίπαλο; Είναι ασφαλώς μάταιο να καταγγείλουμε την αναξιοπιστία και την ανομία του, από τη στιγμή που –όπως φάνηκε καθαρά κατά τη λεγόμενη πανδημία– εκείνος είναι ο πρώτος που τις επιδεικνύει και τις διεκδικεί. Το αδύναμο σημείο του δεν έγκειται τόσο στην έλλειψη πίστης, όσο μάλλον στο ψεύδος στο οποίο, εξαιτίας της, θεωρεί ότι είναι υποχρεωμένος να καταφεύγει. Μόνο εκείνη η εξουσία που, θεμελιωμένη στην έλλειψη πίστης, θα αποφάσιζε να μη μιλά και να τάσσεται με τη σιωπή, θα ήταν πραγματικά ανίκητη. Οι εξουσίες που σήμερα αξιώνουν να μας κυβερνούν δεν κάνουν παρά να μιλούν και να εκφέρουν κρίσεις και, έτσι, αντιφάσκοντας προς την ενδόμυχη φύση τους, μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο να πιστεύουν και να απαιτούν πίστη.

Εδώ συμβαίνει στην πραγματικότητα κάτι πιο περίπλοκο και λεπτό. Για εκείνον που δεν πιστεύει, κάθε λόγος είναι ψευδής, διότι στην έλλειψη πίστης αντιστοιχεί μόνο η σιωπή. Όπως εκείνος ο χαρακτήρας στους Δαιμονισμένους, ούτε πιστεύει ότι πιστεύει ούτε πιστεύει ότι δεν πιστεύει. Αν όμως πιστεύει, όπως φαίνεται σήμερα να συμβαίνει παντού, στην ίδια του την απιστία, τότε καταστρέφει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηριζόταν. Το να πιστεύει κανείς ότι δεν πιστεύει είναι το χειρότερο από τα ψεύδη, μέσα στο οποίο εκείνος που το αρθρώνει δεν μπορεί παρά να παραμένει φυλακισμένος. Και είναι αυτό το ψεύδος –και όχι, όπως υπέθετε ο Ίλιτς, το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια– που θα οδηγήσει το σύστημα στην κατάρρευση.

[Αναρτήθηκε στις 15/12/2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]














Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Πλούσιοι και φτωχοί

Είμαστε όλοι ανεξαιρέτως θανάσιμα φτωχοί.

Εκείνος ο πλούτος, που προσδοκούμε να αποκτήσουμε, δεν είναι παρά μια παρωδία της πραγματικότητας· μια απατηλή υπόσχεση ασφάλειας και βεβαιότητας.

Ο άλλος πλούτος, ο αναφαίρετος, που δεν κατέχεται από κανέναν, αλλά απευθύνεται, όπως ο ήλιος, σε όλους, μας συνοδεύει και μας χαιρετά καθημερινά – και στον οποίο ενίοτε σκοντάφτουμε ξαφνιασμένοι– είναι το ανθεκτικό και αναίτιο χαμόγελο στα μάτια εκείνων που, μέσα τους βαθιά, γνωρίζουν πως δεν έχουν να περιμένουν τίποτα πραγματικά καλύτερο στο μέλλον.


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Μικρό και κεφαλαίο– του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μου έτυχε στο παρελθόν να γράφω με κεφαλαίο μια λέξη στην οποία ήθελα να αποδώσω ιδιαίτερη σημασία ή βαρύτητα. Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Είναι καλό να βλέπουμε τα πάντα με μικρά, το κεφαλαίο εμποδίζει να δούμε και να καταλάβουμε, σαν να μην είναι αναγκαία η κατανόηση, άπαξ και υπογραμμιστεί η προτεραιότητα ή η σπουδαιότητα. Και γενικότερα, αν κάτι – έστω και ο όρος θεός ή, ακόμη χειρότερα, η λέξη κράτος – έχει ανάγκη το κεφαλαίο, αυτό σημαίνει ότι δεν πιστεύουμε αρκετά στην υπεροχή του. Όπως θαυμαστά έγραψε η ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά: «Αν η βροχή πέφτει με κεφαλαία / τη βλέπω, αν πέφτει με μικρά / την αγαπώ». Με μικρά βλέπουμε, με μικρά ζούμε και, αν ο θεός και το κράτος δεν μας τα επιβάλουν, χωρίς κεφαλαία θα φύγουμε από τη μικρή, αγαπητή γη. 

[Αναρτήθηκε στις 12/12/2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Να ζεις ή να επιβιώνεις – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Εκείνοι που μας κυβερνούν σήμερα προσπαθούν να οργανώσουν την επιβίωση της ανθρωπότητας, προσπαθούν, δηλαδή, να μετατρέψουν τους ζωντανούς σε επιζώντες.

Αλλά αυτό που επιζεί δεν είναι πλέον ζωντανό, ζει πραγματικά μόνο όποιος δεν επιβιώνει καταπατώντας τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής του και τον ιδιαίτερο κόσμο του.
Γυμνή ζωή δεν υπάρχει – είναι μόνο ένα αφαιρετικό σχήμα του δικαίου και της εξουσίας.
Οι επιζώντες που μας περιβάλλουν δεν έχουν στόμα ούτε αυτιά, δεν μιλούν ούτε ακούν, μονάχα μετρούν.
Δεν ωφελεί να τους μιλά κανείς. Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι είναι νεκροί – γι’ αυτό μαζί τους μπορούμε να μιλάμε.

[Αναρτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).] 




Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Το κεφαλαίο χώμα – της Κικής Δημουλά ( La terra capitale di Kiki Dimulà)

Τελευταία, για να διαβάσω,

Ultimamente, per leggere,

ν’ αναγνωρίσω, να γνωρίσω,

per riconoscere, per conoscere,

τραβιέμαι λίγο κατά πίσω

mi tiro un po’ indietro

και σπρώχνω λίγο πιο μακριά

e spingo un po’ più lontano

αυτό που είναι να δω.

ciò che devo vedere.

Μπαίνει μια νέα απόσταση

Subentra una nuova distanza

ανάμεσα σε μένα και σ’ ό,τι

tra me e ciò a cui

προσβλέπω.

sto guardando.

Θέλω να πω, η όραση,

Voglio dire, la vista,

για να ενωθεί μ’ αυτό που θέλει,

per unirsi a ciò che vuole,

πρέπει να προζήσει

deve previvere

ένα χωρισμό.

una separazione.

Αλλιώς δεν βλέπω.

Altrimenti non vedo.  

Είναι φυσικό, είπαν οι γιατροί.

È naturale, hanno detto i medici.

Κάποιος βαθμός πρεσβυωπίας,

Qualche grado di presbiopia,

κάποιοι αναβαθμοί κουράσεως

alcuni gradini di stanchezza

από την ηλικία τη σκληρή

per l’età, per il duro

δουλειά στα ορυχεία του δυσδιάκριτου.

lavoro nelle miniere dell’indistinguibile.

Να φορέσω γυαλιά για κοντά.

Mettermi occhiali da vicino.


Ωραίο φυσικό και τούτο.

Bello anche questo, naturale.

Να πρέπει να φορώ γυαλιά

Dover portare occhiali

για να μπορώ να βλέπω

per poter vedere

τα οφθαλμοφανή.

l’evidente.


Τα βλέπω τα οφθαλμοφανή,

Quel che è evidente lo vedo

βλέπω καλά πού παν τα πράγματα,

– vedo bene dove vanno le cose –

βλέπω να τ’ αντικρίζω

mi vedo a guardarlo

με τυφλά χέρια

con mani cieche

και με δεμένα κλάματα

e con pianti legati

και βλέπω να προζώ

e mi vedo previvere

ένα χωρισμό.

una separazione.

Αν πέφτει η βροχή με κεφαλαία,

Se la pioggia cade in maiuscolo,

τη βλέπω,

la vedo;

αν πέφτει με μικρά,

se cade in minuscolo,

την αγαπώ.

la amo.

Βλέπω να πέφτω με μικρά.

Mi vedo cadere in minuscolo.

Ό,τι είδα, δεν το είδα

Ciò che ho visto non l’ho visto

μονάχα με τα μάτια μου.

solo con i miei occhi.

Είναι κι η δυσκολία όραση.

Anche la difficoltà è visione.

Τα πιο πολλά κεφαλαιώδη

Le cose più capitali

κάθισα και τα διάβασα με δαύτη.

mi sono messa a leggerle con quella.

Είδα εγώ με το αίσθημα

Io ho visto col sentimento,

τέρατα και σημεία.

segni e prodigi.

Και θα φορέσω γυαλιά

E metterò gli occhiali

για να διαβάσω καθαρά το κεφαλαίο

per leggere chiaramente la capitale

χώμα

terra

που θα με πιει,

che mi berrà,

πέσω με μικρά

cadrò in minuscolo

πέσω με κεφαλαία;

cadrò in maiuscolo?


Άκου,

Ma senti,

να φορέσω γυαλιά για κοντά!

mettermi occhiali da vicino!

Να φέρνω κοντά με γυαλιά

Avvicinare con gli occhiali

το κοντά.

ciò che è vicino.

Που δεν το έφερα με μάτια

Che non l’ho avvicinato con occhi

και κομμάτια μου.

e pezzi miei.

Ε! όχι να φορέσω και γυαλιά

Eh, no! Mettermi occhiali

να βλέπω τα κομμάτια μου.

per vedere i miei pezzi. ]

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Άφησα να μην ξέρω» της Κικής Δημουλά — Ho lasciato che non sapessi (di Kikì Dimulà)

Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα: 

Non ho mai fatto del male a un enigma:

δεν έλυσα κανένα. 

non ne ho risolto nessuno.

Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν 

Né quelli che volevano morire

πλάι στα παιδικά μου χρόνια: 

accanto ai miei anni infantili:

έχω ένα βαρελάκι που ’χει δυο λογιών κρασάκι. 

ho una botte piccola che ha due tipi di vinello.

Το κράτησα ώς τώρα 

L’ho conservata finora

αχάλαστο ανεξήγητο, 

intatta inspiegabile,

γιατί ώς τώρα 

perché finora

δυο λογιών κρασάκι 

due tipi di vinello

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν. 

hanno i risolti e gli irrisolti che mi capitano.

Συμβίωσα σκληρά 

Ho convissuto duramente

μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει 

con un alto monaco che non ha ossa

και δεν τον ρώτησα ποτέ 

e non l’ho mai interrogato

ποιάς φωτιάς γιος είναι, 

di quale fuoco sia figlio,

σε ποιό θεό ανεβαίνει και μου φεύγει. 

a quale dio ascenda e mi sfugga.


Δεν του λιγόστεψα του κόσμου 

Non ho diminuito al mondo

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του

le sue creature mascherate,

του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο

ho allevato al mondo il suo mistero

με θυσία και με στέρηση. 

con sacrificio e con privazione.

Με το αίμα που μου δόθηκε 

Con il sangue che mi fu dato

για να τον εξηγήσω. 

per spiegarlo.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια 

Tutto ciò che è venuto con gli occhi bendati

και σκεπασμένη πρόθεση 

e intenzione coperta

έτσι το δέχτηκα 

così l’ho accolto

κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα: 

e così l’ho congedato:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση. con gli occhi bendati e intenzione coperta.

Αίνιγμα δανείστηκα, 

Enigma ho preso in prestito,

αίνιγμα επέστρεψα. 

enigma ho restituito.

Άφησα να μην ξέρω 

Ho lasciato che non sapessi

πώς λύνεται ένα χθες, 

come si risolve un ieri,

ένα εξαρτάται, 

un dipende,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων. 

l’enigma delle asintòti.

Άφησα να μην ξέρω τί αγγίζω, 

Ho lasciato che non sapessi che cosa tocco,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι. 

un volto o un ho fretta.


Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως 

Né te ti ho trascinato nella luce

να σε διακρίνω.

per distinguerti.

Στάθηκα Πηνελόπη 

Sono rimasta Penelope

στη σκοτεινή ολιγωρία σου. 

nella tua oscura negligenza.

Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι, 

E se ho chiesto qualche volta come ti risolvi,

πηγή αν είσαι ή κρήνη, 

se sei sorgente o fontana,

θα ’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα 

sarà stato qualche giorno estivo

που, Πηνελόπες και όχι, 

in cui, Penelopi o no,

μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού 

ci invade quel demone dell’acqua

για να δοξάζεται το αίνιγμα 

affinché si glorifichi l’enigma

πώς μένουμε αξεδίψαστοι. 

di come restiamo senza dissetarci.


Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Αναμάρτητη: 

senza peccato:

αξεδίψαστη. 

senza essermi dissetata.

Στο αίνιγμα του θανάτου 

All’enigma della morte

πάω ψυχωμένη. 

vado animata.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Άτιτλο

Φοβόμαστε τον θάνατο, χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που επιθυμούμε και αγαπάμε έως θανάτου. Σίγουρα όχι την αθανασία.

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...