Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Άφησα να μην ξέρω» της Κικής Δημουλά — Ho lasciato che non sapessi (di Kikì Dimulà)

Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα: 

Non ho mai fatto del male a un enigma:

δεν έλυσα κανένα. 

non ne ho risolto nessuno.

Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν 

Né quelli che volevano morire

πλάι στα παιδικά μου χρόνια: 

accanto ai miei anni infantili:

έχω ένα βαρελάκι που ’χει δυο λογιών κρασάκι. 

ho una botte piccola che ha due tipi di vinello.

Το κράτησα ώς τώρα 

L’ho conservata finora

αχάλαστο ανεξήγητο, 

intatta inspiegabile,

γιατί ώς τώρα 

perché finora

δυο λογιών κρασάκι 

due tipi di vinello

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν. 

hanno i risolti e gli irrisolti che mi capitano.

Συμβίωσα σκληρά 

Ho convissuto duramente

μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει 

con un alto monaco che non ha ossa

και δεν τον ρώτησα ποτέ 

e non l’ho mai interrogato

ποιάς φωτιάς γιος είναι, 

di quale fuoco sia figlio,

σε ποιό θεό ανεβαίνει και μου φεύγει. 

a quale dio ascenda e mi sfugga.


Δεν του λιγόστεψα του κόσμου 

Non ho diminuito al mondo

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του

le sue creature mascherate,

του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο

ho allevato al mondo il suo mistero

με θυσία και με στέρηση. 

con sacrificio e con privazione.

Με το αίμα που μου δόθηκε 

Con il sangue che mi fu dato

για να τον εξηγήσω. 

per spiegarlo.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια 

Tutto ciò che è venuto con gli occhi bendati

και σκεπασμένη πρόθεση 

e intenzione coperta

έτσι το δέχτηκα 

così l’ho accolto

κι έτσι τ’ αποχωρίστηκα: 

e così l’ho congedato:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση. con gli occhi bendati e intenzione coperta.

Αίνιγμα δανείστηκα, 

Enigma ho preso in prestito,

αίνιγμα επέστρεψα. 

enigma ho restituito.

Άφησα να μην ξέρω 

Ho lasciato che non sapessi

πώς λύνεται ένα χθες, 

come si risolve un ieri,

ένα εξαρτάται, 

un dipende,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων. 

l’enigma delle asintòti.

Άφησα να μην ξέρω τί αγγίζω, 

Ho lasciato che non sapessi che cosa tocco,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι. 

un volto o un ho fretta.


Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως 

Né te ti ho trascinato nella luce

να σε διακρίνω.

per distinguerti.

Στάθηκα Πηνελόπη 

Sono rimasta Penelope

στη σκοτεινή ολιγωρία σου. 

nella tua oscura negligenza.

Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι, 

E se ho chiesto qualche volta come ti risolvi,

πηγή αν είσαι ή κρήνη, 

se sei sorgente o fontana,

θα ’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα 

sarà stato qualche giorno estivo

που, Πηνελόπες και όχι, 

in cui, Penelopi o no,

μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού 

ci invade quel demone dell’acqua

για να δοξάζεται το αίνιγμα 

affinché si glorifichi l’enigma

πώς μένουμε αξεδίψαστοι. 

di come restiamo senza dissetarci.


Από τον κόσμο των γρίφων 

Dal mondo degli enigmi

φεύγω ήσυχη. 

me ne vado serena.

Αναμάρτητη: 

senza peccato:

αξεδίψαστη. 

senza essermi dissetata.

Στο αίνιγμα του θανάτου 

All’enigma della morte

πάω ψυχωμένη. 

vado animata.

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...