Ήταν
ένας Γερμανός συνταγματολόγος στα τέλη
του 19ο αιώνα, ο Μαξ φον Ζάιντελ, που έθεσε
το ερώτημα απέναντι στο οποίο σήμερα
δεν μπορούμε να κωφεύσουμε: «τι απομένει
από το βασίλειο, αν του αφαιρεθεί η
κυβέρνηση»; Έφθασε πράγματι η στιγμή
να αναρωτηθούμε αν η ρήξη της πολιτικής
μηχανής της Δύσης έχει, στα χρόνια αυτά,
φθάσει σε ένα οριακό σημείο, ένα κατώφλι,
πέρα από το οποίο δεν μπορεί πλέον να
λειτουργήσει. Ήδη στον 20ό αιώνα ο φασισμός
και ο ναζισμός είχαν απαντήσει με τον
δικό τους τρόπο στο ερώτημα, μέσω της
εγκαθίδρυσης αυτού που έχει δικαίως
οριστεί ως «δυαδικό κράτος», όπου, με
το νόμιμο κράτος, που θεμελιώνεται στον
νόμο και στο Σύνταγμα, συμπαρατάσσεται
ένα κράτος διακριτικής ευχέρειας, εν
μέρει μόνο κανονιστικά τυποποιημένο,
και η ενότητα της πολιτικής μηχανής
είναι, επομένως, απλώς φαινομενική. Το
διοικητικό κράτος στο οποίο οι ευρωπαϊκές
κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν,
λίγο-πολύ συνειδητά, διολισθήσει, δεν
είναι, υπό την έννοια αυτού του δυαδικού
χαρακτήρα, από τεχνική άποψη, παρά ένας
απόγονος του ναζιφασιστικού μοντέλου,
όπου όργανα που ενεργούν κατά διακριτική
ευχέρεια, ξένα προς τις συνταγματικές
εξουσίες, συμπαρατάσσονται με εκείνα
του κοινοβουλευτικού κράτους, που έχει
απογυμνωθεί από τις λειτουργίες του.
Και είναι βεβαίως αξιοσημείωτο ότι ένας
διαχωρισμός βασιλείου και κυβέρνησης
εκδηλώθηκε σήμερα ακόμη και στην κορυφή
της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, όπου ένας
ποντίφικας, ευρισκόμενος στην αδυναμία
να κυβερνήσει, απεκδύθηκε οικειοθελώς
την cura et administratio
generalis, διατηρώντας
όμως την dignitas,
τουτέστι το αξίωμά του.
Η
πιο ακραία όμως απόδειξη της ρήξης της
πολιτικής μηχανής είναι η ανάδυση της
κατάστασης εξαίρεσης ως κανονικού
παραδείγματος διακυβέρνησης, η οποία,
ήδη σε ισχύ εδώ και δεκαετίες, έφτασε
προοδευτικά στην έσχατη μορφή της κατά
την περίοδο της λεγόμενης πανδημίας.
Εκείνο που, υπό το πρίσμα της εδώ θεώρησής
μας, ορίζει την κατάσταση εξαίρεσης,
είναι η ρήξη ανάμεσα σε σύνταγμα και
κυβέρνηση, νομιμοποίηση και νομιμότητα
— και, συνάμα, η δημιουργία μιας ζώνης
μέσα στην οποία αυτά καθίστανται μη
διακριτά. Η κυριαρχία εκδηλώνεται εδώ
πράγματι υπό τη μορφή μιας αναστολής
του νόμου και με τη συνακόλουθη εγκαθίδρυση
μιας ζώνης ανομίας, μέσα στην οποία,
ωστόσο, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι
ενεργεί νόμιμα. Παρότι αναστέλλει την
έννομη τάξη, το καθεστώς εξαίρεσης,
αξιώνει να παραμένει συνδεδεμένο με
αυτήν, να είναι, τρόπον τινά, νόμιμα
εκτός του νόμου. Από τεχνική άποψη, η
κατάσταση εξαίρεσης ενσαρκώνει, πράγματι,
ένα «κράτος του νόμου», στο οποίο, από
τη μία πλευρά, ο νόμος θεωρητικά ισχύει
αλλά δεν έχει δύναμη, και, από την άλλη,
διατάξεις και μέτρα που δεν έχουν αξία
νόμου αποκτούν τη δύναμή του. Θα μπορούσε
να πει κανείς ότι, κατ’ ουσίαν, αυτό που
διακυβεύεται στην κατάσταση εξαίρεσης
είναι μια ανερμάτιστη δύναμη νόμου
χωρίς νόμο, μια παράνομη νομιμοποίηση
που αντιστοιχεί σε μια μη νομιμοποιημένη
νομιμότητα, μέσα στην οποία η διάκριση
ανάμεσα σε κανόνα και απόφαση χάνει το
νόημά της.
Ουσιώδες
είναι να κατανοήσουμε την αναγκαία
σχέση που ενώνει την κατάσταση εξαίρεσης
και την πολιτική μηχανή. Αν ο κυρίαρχος
είναι εκείνος που αποφασίζει για την
εξαίρεση, η κατάσταση εξαίρεσης αποτελεί
ανέκαθεν το μυστικό κέντρο της διπολικής
μηχανής. Ανάμεσα σε βασίλειο και
κυβέρνηση, ανάμεσα σε νομιμοποίηση και
νομιμότητα και ανάμεσα σε σύνταγμα και
διοίκηση δεν μπορεί να υπάρξει καμία
ουσιαστική συνάρθρωση. Καθώς συνιστά
το σημείο της σύμπτωσής τους, ο «μεντεσές»
που τα συναρμόζει δεν μπορεί να ανήκει
ούτε στον έναν ούτε στον άλλον πόλο και
δεν μπορεί αυτός καθεαυτόν να είναι
ούτε νομιμοποιημένος ούτε νόμιμος. Ως
τέτοιος, μπορεί να είναι μόνο αντικείμενο
μιας κυριαρχικής απόφασης, η οποία τα
συναρθρώνει μέσω ακριβώς της ίδιας της
αναστολής τους.
Ακριβώς
γι’ αυτό, ωστόσο, η κατάσταση εξαίρεσης
είναι κατ’ ανάγκην προσωρινή. Μια
κυριαρχική απόφαση που λαμβάνεται άπαξ
και δια παντός παύει πλέον να είναι
τέτοια, όπως και μια μόνιμη συνάρθρωση
ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής
μηχανής θα κατέληγε να υπονομεύσει τη
λειτουργικότητά της. Μια κανονική
κατάσταση εξαίρεσης καθίσταται ανεπίδεκτη
απόφασης και, ως εκ τούτου, καταργεί τον
κυρίαρχο, ο οποίος μπορεί να οριστεί
μόνο μέσω της απόφασης. Δεν είναι βεβαίως
τυχαίο ότι τόσο ο ναζισμός όσο και το
σύγχρονο διοικητικό κράτος υιοθέτησαν
αποφασιστικά την κατάσταση εξαίρεσης
ως κανονική και όχι προσωρινό παράδειγμα
της διακυβέρνησής τους. Όπως κι αν
οριστεί αυτή η κατάσταση, σε κάθε
περίπτωση σε αυτήν η πολιτική μηχανή
έχει παραιτηθεί από τη λειτουργία της
και οι δύο πόλοι – το βασίλειο και η
κυβέρνηση – καθρεφτίζονται ο ένας στον
άλλον χωρίς καμία συνάρθρωση.
Όπως
στον κανόνα δεν περιέχεται η εφαρμογή
του, αλλά χρειάζεται προς τούτο η απόφαση
ενός δικαστή, έτσι και στο βασίλειο δεν
περιέχεται η πραγματικότητα της
κυβέρνησης και η κυριαρχική απόφαση
είναι εκείνο που, καταργώντας τη μεταξύ
τους διάκριση, ανοίγει τον χώρο της
κυβερνητικής πράξης.
Η κατάσταση
εξαίρεσης είναι, επομένως, όχι μόνον
α-νομική, αλλά και αναρχική, με τη διπλή
έννοια ότι αφενός η κυριαρχική απόφαση
δεν έχει θεμέλιο και αφετέρου η πράξη
που αυτή εγκαινιάζει κινείται στη μη
διακριτή ζώνη ανάμεσα σε νομιμότητα
και παρανομία, κανόνα και απόφαση. Και
εφόσον η κατάσταση εξαίρεσης συνιστά
τον «μεντεσέ» ανάμεσα στους δύο πόλους
της πολιτικής μηχανής, τούτο σημαίνει
ότι αυτή λειτουργεί κρατώντας δέσμια
στο κέντρο της την αναρχία.
Θα
μπορούσε λοιπόν να ονομαστεί αυθεντικά
αναρχική μια δύναμη ικανή να απελευθερώσει
την αναρχία που παραμένει δέσμια στην
πολιτική μηχανή. Μια τέτοια δύναμη
μπορεί να υπάρξει μόνο ως αναστολή και
κατάλυση της μηχανής αυτής, είναι δηλαδή
μια δύναμη απολύτως καταλυτική και
ουδέποτε συγκροτητική. Με τα λόγια του
Μπένγιαμιν, ο χώρος της είναι η «πραγματική»
κατάσταση εξαίρεσης, σε αντιδιαστολή
προς εκείνη τη δυνητική πάνω στην οποία
θεμελιώνεται η μηχανή, η οποία φέρεται
να διατηρεί την έννομη τάξη μέσα στην
ίδια της την αναστολή. Στον χώρο αυτόν
καθίσταται εμφανής η οριστική αποσύνδεση
του Βασιλείου και της κυβέρνησης και
δεν μπορεί πλέον να τεθεί ζήτημα
αποκατάστασης της νόμιμης συνάρθρωσής
τους, όπως θα ήθελαν οι «ορθοφρονούντες»
επικριτές, ούτε να επιστρατευθεί, σύμφωνα
με μια παρεξηγημένη αντίληψη της
αναρχίας, η διοίκηση κατά του κράτους.
Γνωρίζουμε πλέον
από καιρό, με νηφάλια επίγνωση και χωρίς
καμία νοσταλγία, ότι κινούμαστε καθημερινά
μέσα σε αυτό το δύσβατο και επικίνδυνο
κατώφλι, όπου η συνάρθρωση μεταξύ
βασιλείου και κυβέρνησης, κράτους και
διοίκησης, κανόνα και απόφασης έχει
αμετάκλητα διαρραγεί, ακόμη κι αν το
θανάσιμο φάσμα της πολιτικής μηχανής
συνεχίζει να περιφέρεται μάταια γύρω
μας.
[Αναρτήθηκε
στις 17
Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού
οίκου Quodlibet
(στη στήλη Una
voce).]