Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Εν αρχή ην το γέλιο

Δεν συγχωρείται εύκολα να μη είναι κανείς καθηλωμένος κατά κάποιον τρόπο στον πόνο, την τραγικότητα και την αντίφαση της ατομικότητάς του. 

Το τραγικό γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τον ρόλο του. Το κωμικό όταν αρχίζει να αποστασιοποιείται έστω και λίγο από αυτόν. Και μάλλον εύστοχα έχει λεχθεί ότι η κωμωδία είναι πιο αληθινή από την τραγωδία: αποκαλύπτει το ψεύδος — την ανόητη εμμονή στην ατομικότητα — και φανερώνει εκείνον που λησμονείται, αλλά εξακολουθεί να αναπνέει κάτω από κάθε ρόλο και κάθε προσωπείο, και βαθύτερα από κάθε ενοχή: τον καθολικό, τον παγγενή, τον αθώο και αναντικατάστατο Αδάμ.

Μήπως εν αρχή ην το γέλιο τελικά; Μακάριος αυτός που αρχίζει να ζει σαν αληθινός άνθρωπος, σαν ένα μυρμήγκι ανάμεσα σε αναρίθμητα μυρμήγκια, που αρχινά πάλι να βλέπει τον εαυτό του μέσα σε όλους τους ανθρώπους και επιτέλους γελά — όχι σαρκαστικά, αλλά αγαθά και καλόκαρδα και αθώα. 



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Αναπολώντας ενίοτε πρόσωπα που έφυγαν

Αναπολώντας  ενίοτε πρόσωπα που έφυγαν,

νιώθω πως είναι αστεία η πεποίθηση ότι έχουμε κάποιον βαθύτερο εαυτό,

κι εκείνο το αρχαίο σύνθημα, το «γνώθι σεαυτόν», λέω πως είναι χωρατό.

Δεν με διδάσκουν το carpe diem,

ούτε με παροτρύνουν στη μετάνοια.

Σιμά μου στέκουν·

δεν σπεύδουν να μου μιλήσουν απ’ αλλού.

Μα ο ένας του άλλου την ανημπόρια αφουγκράζεται. 

Αναπολώντας  ενίοτε ανθρώπους πεθαμένους,

θαρρώ πως η ζωή με χιούμορ αναβλύζει. 


Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Καμιά φορά

Καμιά φορά ονειρεύομαι ό, τι έζησα

το οικόπεδο πριν την πώληση και 

το μισοτελειωμένο σπίτι.

Και πατώ σε έναν κήπο 

πρωτόπλαστο. 

Και τα παιδιά μικρά. 

Και είναι όλα όσα έζησα

όπως το οικόπεδο πριν την πώληση

και το μισοτελειωμένο σπίτι. 

Και οι φωνές έξω και μέσα μου

γνωστές και οικείες

με κλειστά τα μάτια. 

Και ξυπνώ με μια πικρή γεύση στο στόμα 

και μια λαχτάρα. 

Και ξυπνώ με την αίσθηση

ότι κανένα παρελθόν

κανένα τέλος δεν ισχύει. 

Και λέω Θε μου 

ευτυχώς που ξυπνώ

γιατί πόσο να αντέξει η καρδιά

τον σπαρακτικό παράδεισο του ονείρου;

Και λέω: σαν ψέμα μοιάζει ότι είμαι ξυπνητός

ότι είχα ένα παρελθόν κι όλα τελειώσαν. 


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας 4 : αναρχία και πολιτική – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ήταν ένας Γερμανός συνταγματολόγος στα τέλη του 19ο αιώνα, ο Μαξ φον Ζάιντελ, που έθεσε το ερώτημα απέναντι στο οποίο σήμερα δεν μπορούμε να κωφεύσουμε: «τι απομένει από το βασίλειο, αν του αφαιρεθεί η κυβέρνηση»; Έφθασε πράγματι η στιγμή να αναρωτηθούμε αν η ρήξη της πολιτικής μηχανής της Δύσης έχει, στα χρόνια αυτά, φθάσει σε ένα οριακό σημείο, ένα κατώφλι, πέρα από το οποίο δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει. Ήδη στον 20ό αιώνα ο φασισμός και ο ναζισμός είχαν απαντήσει με τον δικό τους τρόπο στο ερώτημα, μέσω της εγκαθίδρυσης αυτού που έχει δικαίως οριστεί ως «δυαδικό κράτος», όπου, με το νόμιμο κράτος, που θεμελιώνεται στον νόμο και στο Σύνταγμα, συμπαρατάσσεται ένα κράτος διακριτικής ευχέρειας, εν μέρει μόνο κανονιστικά τυποποιημένο, και η ενότητα της πολιτικής μηχανής είναι, επομένως, απλώς φαινομενική. Το διοικητικό κράτος στο οποίο οι ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν, λίγο-πολύ συνειδητά, διολισθήσει, δεν είναι, υπό την έννοια αυτού του δυαδικού χαρακτήρα, από τεχνική άποψη, παρά ένας απόγονος του ναζιφασιστικού μοντέλου, όπου όργανα που ενεργούν κατά διακριτική ευχέρεια, ξένα προς τις συνταγματικές εξουσίες, συμπαρατάσσονται με εκείνα του κοινοβουλευτικού κράτους, που έχει απογυμνωθεί από τις λειτουργίες του. Και είναι βεβαίως αξιοσημείωτο ότι ένας διαχωρισμός βασιλείου και κυβέρνησης εκδηλώθηκε σήμερα ακόμη και στην κορυφή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, όπου ένας ποντίφικας, ευρισκόμενος στην αδυναμία να κυβερνήσει, απεκδύθηκε οικειοθελώς την cura et administratio generalis, διατηρώντας όμως την dignitas, τουτέστι το αξίωμά του.

Η πιο ακραία όμως απόδειξη της ρήξης της πολιτικής μηχανής είναι η ανάδυση της κατάστασης εξαίρεσης ως κανονικού παραδείγματος διακυβέρνησης, η οποία, ήδη σε ισχύ εδώ και δεκαετίες, έφτασε προοδευτικά στην έσχατη μορφή της κατά την περίοδο της λεγόμενης πανδημίας. Εκείνο που, υπό το πρίσμα της εδώ θεώρησής μας, ορίζει την κατάσταση εξαίρεσης, είναι η ρήξη ανάμεσα σε σύνταγμα και κυβέρνηση, νομιμοποίηση και νομιμότητα — και, συνάμα, η δημιουργία μιας ζώνης μέσα στην οποία αυτά καθίστανται μη διακριτά. Η κυριαρχία εκδηλώνεται εδώ πράγματι υπό τη μορφή μιας αναστολής του νόμου και με τη συνακόλουθη εγκαθίδρυση μιας ζώνης ανομίας, μέσα στην οποία, ωστόσο, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ενεργεί νόμιμα. Παρότι αναστέλλει την έννομη τάξη, το καθεστώς εξαίρεσης, αξιώνει να παραμένει συνδεδεμένο με αυτήν, να είναι, τρόπον τινά, νόμιμα εκτός του νόμου. Από τεχνική άποψη, η κατάσταση εξαίρεσης ενσαρκώνει, πράγματι, ένα «κράτος του νόμου», στο οποίο, από τη μία πλευρά, ο νόμος θεωρητικά ισχύει αλλά δεν έχει δύναμη, και, από την άλλη, διατάξεις και μέτρα που δεν έχουν αξία νόμου αποκτούν τη δύναμή του. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, κατ’ ουσίαν, αυτό που διακυβεύεται στην κατάσταση εξαίρεσης είναι μια ανερμάτιστη δύναμη νόμου χωρίς νόμο, μια παράνομη νομιμοποίηση που αντιστοιχεί σε μια μη νομιμοποιημένη νομιμότητα, μέσα στην οποία η διάκριση ανάμεσα σε κανόνα και απόφαση χάνει το νόημά της.

Ουσιώδες είναι να κατανοήσουμε την αναγκαία σχέση που ενώνει την κατάσταση εξαίρεσης και την πολιτική μηχανή. Αν ο κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την εξαίρεση, η κατάσταση εξαίρεσης αποτελεί ανέκαθεν το μυστικό κέντρο της διπολικής μηχανής. Ανάμεσα σε βασίλειο και κυβέρνηση, ανάμεσα σε νομιμοποίηση και νομιμότητα και ανάμεσα σε σύνταγμα και διοίκηση δεν μπορεί να υπάρξει καμία ουσιαστική συνάρθρωση. Καθώς συνιστά το σημείο της σύμπτωσής τους, ο «μεντεσές» που τα συναρμόζει δεν μπορεί να ανήκει ούτε στον έναν ούτε στον άλλον πόλο και δεν μπορεί αυτός καθεαυτόν να είναι ούτε νομιμοποιημένος ούτε νόμιμος. Ως τέτοιος, μπορεί να είναι μόνο αντικείμενο μιας κυριαρχικής απόφασης, η οποία τα συναρθρώνει μέσω ακριβώς της ίδιας της αναστολής τους.

Ακριβώς γι’ αυτό, ωστόσο, η κατάσταση εξαίρεσης είναι κατ’ ανάγκην προσωρινή. Μια κυριαρχική απόφαση που λαμβάνεται άπαξ και δια παντός παύει πλέον να είναι τέτοια, όπως και μια μόνιμη συνάρθρωση ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής μηχανής θα κατέληγε να υπονομεύσει τη λειτουργικότητά της. Μια κανονική κατάσταση εξαίρεσης καθίσταται ανεπίδεκτη απόφασης και, ως εκ τούτου, καταργεί τον κυρίαρχο, ο οποίος μπορεί να οριστεί μόνο μέσω της απόφασης. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι τόσο ο ναζισμός όσο και το σύγχρονο διοικητικό κράτος υιοθέτησαν αποφασιστικά την κατάσταση εξαίρεσης ως κανονική και όχι προσωρινό παράδειγμα της διακυβέρνησής τους. Όπως κι αν οριστεί αυτή η κατάσταση, σε κάθε περίπτωση σε αυτήν η πολιτική μηχανή έχει παραιτηθεί από τη λειτουργία της και οι δύο πόλοι – το βασίλειο και η κυβέρνηση – καθρεφτίζονται ο ένας στον άλλον χωρίς καμία συνάρθρωση.

Όπως στον κανόνα δεν περιέχεται η εφαρμογή του, αλλά χρειάζεται προς τούτο η απόφαση ενός δικαστή, έτσι και στο βασίλειο δεν περιέχεται η πραγματικότητα της κυβέρνησης και η κυριαρχική απόφαση είναι εκείνο που, καταργώντας τη μεταξύ τους διάκριση, ανοίγει τον χώρο της κυβερνητικής πράξης. Η κατάσταση εξαίρεσης είναι, επομένως, όχι μόνον α-νομική, αλλά και αναρχική, με τη διπλή έννοια ότι αφενός η κυριαρχική απόφαση δεν έχει θεμέλιο και αφετέρου η πράξη που αυτή εγκαινιάζει κινείται στη μη διακριτή ζώνη ανάμεσα σε νομιμότητα και παρανομία, κανόνα και απόφαση. Και εφόσον η κατάσταση εξαίρεσης συνιστά τον «μεντεσέ» ανάμεσα στους δύο πόλους της πολιτικής μηχανής, τούτο σημαίνει ότι αυτή λειτουργεί κρατώντας δέσμια στο κέντρο της την αναρχία.

Θα μπορούσε λοιπόν να ονομαστεί αυθεντικά αναρχική μια δύναμη ικανή να απελευθερώσει την αναρχία που παραμένει δέσμια στην πολιτική μηχανή. Μια τέτοια δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο ως αναστολή και κατάλυση της μηχανής αυτής, είναι δηλαδή μια δύναμη απολύτως καταλυτική και ουδέποτε συγκροτητική. Με τα λόγια του Μπένγιαμιν, ο χώρος της είναι η «πραγματική» κατάσταση εξαίρεσης, σε αντιδιαστολή προς εκείνη τη δυνητική πάνω στην οποία θεμελιώνεται η μηχανή, η οποία φέρεται να διατηρεί την έννομη τάξη μέσα στην ίδια της την αναστολή. Στον χώρο αυτόν καθίσταται εμφανής η οριστική αποσύνδεση του Βασιλείου και της κυβέρνησης και δεν μπορεί πλέον να τεθεί ζήτημα αποκατάστασης της νόμιμης συνάρθρωσής τους, όπως θα ήθελαν οι «ορθοφρονούντες» επικριτές, ούτε να επιστρατευθεί, σύμφωνα με μια παρεξηγημένη αντίληψη της αναρχίας, η διοίκηση κατά του κράτους. Γνωρίζουμε πλέον από καιρό, με νηφάλια επίγνωση και χωρίς καμία νοσταλγία, ότι κινούμαστε καθημερινά μέσα σε αυτό το δύσβατο και επικίνδυνο κατώφλι, όπου η συνάρθρωση μεταξύ βασιλείου και κυβέρνησης, κράτους και διοίκησης, κανόνα και απόφασης έχει αμετάκλητα διαρραγεί, ακόμη κι αν το θανάσιμο φάσμα της πολιτικής μηχανής συνεχίζει να περιφέρεται μάταια γύρω μας.

[Αναρτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Το ραβδί και το χέρι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

«Θα καυχηθεί τάχα το τσεκούρι εναντίον εκείνου που κόβει μ’ αυτό ή θα υπερηφανευτεί το πριόνι εναντίον εκείνου που το χειρίζεται; Σαν να ήθελε το ραβδί να κατευθύνει εκείνον που το κραδαίνει, σαν να ήθελε η βέργα να σηκώνει εκείνον που δεν είναι από ξύλο» (Ησαΐας 10,15).
Τα λόγια του προφήτη περιγράφουν με ακρίβεια όσα συμβαίνουν σήμερα. Οι τεχνολογικές συσκευές είναι το ραβδί που αξιώνει να κατευθύνει – και πράγματι κατευθύνει – εκείνον που το χειρίζεται ή, μάλλον, νομίζει ότι το χειρίζεται. Και η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, ανίκανος πλέον να κυριαρχήσει στα εργαλεία που ο ίδιος δημιούργησε, γίνεται λεία εκείνου που ο Γκύντερ Άντερς έχει ορίσει ως προμηθεϊκή ντροπή και, παραιτούμενος από τη σκέψη, υποτάσσεται στο ραβδί που του έχει ξεφύγει από το χέρι.

[Αναρτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Αρχηγοί κρατών και δολοφόνοι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Για πρώτη φορά στην ιστορία βλέπουμε τον αρχηγό ενός κράτους που θεωρείται πολιτισμένο να μιλά ανοιχτά σαν δολοφόνος, λέγοντας για τον θρησκευτικό ηγέτη της χώρας στην οποία έχει επιτεθεί: «θα τον σκοτώσουμε», και για τους κατοίκους της χώρας εκείνης: «θα τους σφαγιάσουμε». Ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Στάλιν μίλησαν ποτέ έτσι. Κι όμως, όχι μόνο αυτός ο άνθρωπος δεν κατηγορείται ούτε καθαιρείται, αλλά οι αρχηγοί κρατών των λεγόμενων δυτικών δημοκρατιών τον εγκρίνουν, αποδεχόμενοι υπόρρητα ότι οι πολιτικοί εκφράζονται σήμερα δημοσίως όπως ίσως ούτε οι δολοφόνοι τολμούν μεταξύ τους.

[Αναρτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Η αισχύνη της Ευρώπης – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μια χώρα δέχθηκε επίθεση και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε χωρίς καμία αληθινή αιτία και με προδοτικό τρόπο, ενώ υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα – ή εκείνη η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα – όχι μόνο δεν καταδίκασε μια απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που διαπράχθηκε από δύο χώρες οι οποίες φαίνεται να έχουν χάσει κάθε συνείδηση του εαυτού τους και κάθε αίσθημα ευθύνης, αλλά αξίωσε από τον ιρανικό λαό να πάψει να υπερασπίζεται τον εαυτό του. 

[Αναρτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Τέσσερα ποιήματα του Τζόρτζιο Καπρόνι

(Από τη συλλογή «Το τείχος της γης»)


Ψευδής ένδειξη

«Σύνορο», έλεγε η πινακίδα.

Γύρεψα το τελωνείο. Δεν υπήρχε.

Δεν είδα, πίσω από την καγκελόπορτα,

ούτε σκιά ξένης γης.


Θλιβερότατο πλήθος ή του ’48

Έφευγαν όλοι κι αντίο

κι αντίο κι αντίο και… στον Θεό.

Μονάχα όποιος δεν έφευγε (εγώ)

έφευγε μέσα σ’ εκείνον τον χαμό.


Έσχατη παράδοση

Έχω αποθέσει τα όπλα.

Έχω μαϊνάρει τα πανιά.

Έχω υποστείλει τη σημαία.

Τι μου απομένει πια, αν όχι

να χτυπήσω το ταμπούρλο;


Ανάγκη οδηγού

Είχα χαθεί. Αγκομαχούσα.

Γύρευα μια διέξοδο.

Ρώτησα κάποιον. «Δεν είμαι»,

μου απάντησε, «από εδώ.»


[Σημ. μεταφραστή: Για να θυμόμαστε ότι και αυτοί οι οδηγοί μας, που ενίοτε φαίνεται ότι έχουμε τόσο ανάγκη, δεν είναι από εδώ. Όσο για το πέρα από εδώ «Δεν είδα, πίσω από την καγκελόπορτα, ούτε σκιά ξένης γης» λέει ο ποιητής. Ας θυμηθούμε και ότι οι διαφημισμένες μεταθανάτιες εμπειρίες ποικίλουν ανάλογα με την παράδοση στην οποία έζησαν οι εκάστοτε αφηγητές τους.]


Κράτος και τρόμος – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Τι είναι ένα κράτος που, αγνοώντας κάθε μορφή δικαίου, δολοφονεί μεθοδικά ή απαγάγει τους ηγέτες κρατών που αυθαίρετα κηρύσσει εχθρούς του; Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει με την έγκριση ή με την αμήχανη σιωπή των ευρωπαϊκών χωρών. Τούτο σημαίνει ότι ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία το κράτος έχει πετάξει τις μάσκες του δικαίου και ενεργεί πλέον σύμφωνα με την αληθινή του φύση, που είναι, εντέλει, ο τρόμος. Είναι πιθανό, ωστόσο, αυτή η ακραία κατάσταση να είναι κυριολεκτικά η έσχατη, δηλαδή η πτώση των μασκών να συμπίπτει με το τέλος αυτής της ίδιας της κρατικής μορφής, χωρίς το οποίο δεν θα είναι δυνατή μια νέα πολιτική. 

[Αναρτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας 3 : η βασιλεία και η κυβέρνηση – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

«Le roi règne, mais il ne gouverne pas» (ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά). Ότι αυτή η διατύπωση – η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Πέτερσον και τον Σμιτ σχετικά με την πολιτική θεολογία και η οποία, στη λατινική της μορφή (rex regnat, sed non gubernat), ανάγεται στις πολεμικές του 17ου αιώνα εναντίον του βασιλιά της Πολωνίας Σιγισμούνδου Γ΄ – συνιστά τρόπον τινά το παράδειγμα της διττής δομής της δυτικής πολιτικής, είναι ό,τι ακριβώς επιχειρήσαμε να δείξουμε σε ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε πριν από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Και για μία ακόμη φορά, στη βάση της βρίσκεται ένα γνήσια θεολογικό πρόβλημα, εκείνο της θείας διακυβέρνησης του κόσμου – αυτό καθεαυτό έκφραση, σε τελική ανάλυση, ενός οντολογικού προβλήματος. Στο 10ο κεφάλαιο του βιβλίου Λ της Μεταφυσικής, ο Αριστοτέλης είχε αναρωτηθεί αν το σύμπαν κατέχει το αγαθό ως κάτι χωριστό (κεχωρισμένον) ή ως μια εσωτερική τάξη (τάξιν). Επρόκειτο δηλαδή για την επίλυση της οξείας αντίθεσης ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την εμμένεια, με τη συνάρθρωσή τους μέσω της ιδέας μιας τάξης των όντων του κόσμου. Το κοσμολογικό πρόβλημα είχε και πολιτική σημασία, εφόσον ο Αριστοτέλης μπορεί να παρομοιάσει ευθέως τη σχέση ανάμεσα στο υπερβατικό αγαθό και τον κόσμο με εκείνη που συνδέει τον στρατηγό ενός στρατεύματος με τη διάταξη των στρατιωτών που το αποτελούν και μια οικία με την αμοιβαία σύνδεση των πλασμάτων που ζουν σε αυτήν. «Τα όντα», προσθέτει, «δεν ανέχονται κακό πολίτευμα (πολιτεύεσθαι κακῶς) και επομένως πρέπει να υπάρχει ένας μόνο κυρίαρχος (εἷς κοίρανος)», ο οποίος εκδηλώνεται σε αυτά με τη μορφή της τάξης που τα συνδέει. Αυτό σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, το ἀκίνητον κινοῦν του βιβλίου Λ και η φύση του κόσμου συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα με δύο όψεις και ότι η εξουσία – είτε θεία είτε ανθρώπινη – οφείλει να κρατά ενωμένους τους δύο πόλους και να είναι ταυτόχρονα υπερβατικός κανόνας και εμμενής τάξη, τόσο βασίλειο όσο και κυβέρνηση.

Το έργο που αναλαμβάνει ο μεσαιωνικός σχολαστικισμός – και ιδίως ο Θωμάς – είναι να μεταφράσει αυτό το οντολογικό παράδειγμα με τους όρους του θεολογικού προβλήματος της θείας διακυβέρνησης του κόσμου. Θεμελιώδης, ως προς τούτο, είναι η ιδέα της τάξης. Αυτή εκφράζει, αφενός, τη σχέση ανάμεσα στον Θεό και τα δημιουργήματα (ordo ad Deum) και, αφετέρου, τη σχέση των δημιουργημάτων μεταξύ τους (ordo ad invicem). Οι δύο τάξεις συνδέονται στενά και, ωστόσο, η σχέση τους δεν είναι απολύτως συμμετρική, όπως μπορεί να φαίνεται. Ότι το πρόβλημα έχει και πάλι πολιτική διάσταση, είναι φανερό στον παραλληλισμό, που καθιερώνεται από τον Θωμά, με τον νόμο και την εκτέλεσή του. «Όπως σε μια οικογένεια», γράφει, «η τάξη επιβάλλεται μέσω του νόμου και των εντολών του αρχηγού της οικογένειας, ο οποίος για καθένα από τα διατεταγμένα στην οικία όντα αποτελεί την αρχή της εκτέλεσης της τάξης στην οικία, έτσι και η φύση των δημιουργημάτων αποτελεί για κάθε δημιούργημα την αρχή της εκτέλεσης όσων του αναλογούν στην τάξη του σύμπαντος». Με ποιον τρόπο, όμως, μπορεί ο νόμος, ως εντολή ενός μόνου, να μετατραπεί σε εκτέλεση από τους πολλούς, που είναι συγκροτημένοι σε τάξη ως προς αυτόν; Αν η τάξη – όπως φαίνεται να υποδηλώνει το ασφαλώς όχι τυχαίο παράδειγμα του στρατηγού και του αρχηγού της οικογένειας – εξαρτάται από την εντολή ενός αρχηγού, με ποιον τρόπο μπορεί η εκτέλεσή της να εγγραφεί στη φύση όντων τόσο διαφορετικών μεταξύ τους;

Η απορία που, κατά τρόπο χαρακτηριστικό, θα ανακύπτει πλέον ολοένα και περισσότερο ως προς την τάξη του κόσμου και της πόλης, αρχίζει εδώ να γίνεται ορατή. Τα όντα βρίσκονται μεταξύ τους σε μια καθορισμένη σχέση, αλλά αυτή δεν είναι παρά η έκφραση της σχέσης τους προς τη μία θεία αρχή και, αντιστρόφως, τα όντα είναι διατεταγμένα επειδή έχουν κάποια σχέση με τον Θεό, αλλά αυτή η σχέση υφίσταται και συνίσταται μόνο στη μεταξύ τους σχέση. Η εμμενής τάξη δεν είναι παρά η σχέση προς την υπερβατική αρχή, αλλά αυτή δεν έχει άλλο περιεχόμενο από την εμμενή τάξη. Οι δύο τάξεις παραπέμπουν η μία στην άλλη και θεμελιώνονται αμοιβαία. Το τέλειο οικοδόμημα της μεσαιωνικής κοσμολογίας στηρίζεται σε αυτόν τον κύκλο και δεν έχει καμία υπόσταση έξω από αυτόν. Όθεν η σύνθετη, λεπτή διαλεκτική ανάμεσα σε πρώτες αιτίες και δευτερεύουσες αιτίες, απόλυτη δύναμη και δύναμη ανάλογη με την τάξη, μέσω της οποίας ο σχολαστικισμός θα προσπαθήσει – χωρίς ποτέ να το κατορθώσει πλήρως – να αντιμετωπίσει και να άρει αυτή την απορία.

Εάν επιστρέψουμε τώρα στο πρόβλημα της πολιτικής τάξης από το οποίο ξεκινήσαμε και το οποίο παραπέμπει ρητά σε αυτό το θεολογικό παράδειγμα, δεν θα προκαλέσει έκπληξη το ότι θα εντοπίσουμε σε αυτό την ίδια κυκλικότητα και τις ίδιες απορίες. Κράτος και διοίκηση, βασίλειο και κυβέρνηση, κανόνας και απόφαση συνδέονται αμοιβαία και θεμελιώνονται και υπάρχουν το ένα μέσω του άλλου· και όμως – ακριβώς γι’ αυτό – η συμμετρία τους δεν μπορεί να είναι ούτε τέλεια ούτε κατηγορηματικά εγγυημένη. Ο βασιλιάς και οι υπουργοί του, η «πολιτική» και η «αστυνομία», ο νόμος και η εκτέλεσή του μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση και τίποτε δεν διασφαλίζει ότι αυτή η σύγκρουση δύναται να αρθεί οριστικά. Η διπολική μηχανή της δυτικής πολιτικής τελεί πάντοτε υπό φθορά και κατακερματισμό, διαρκώς έρμαιο αλλαγών και επαναστάσεων που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία και τη διπολικότητά της, στον ίδιο βαθμό που κάθε φορά φαίνεται να τις επαναβεβαιώνουν.

Η πρωτοκαθεδρία της «κυβέρνησης» έναντι του βασιλείου ή της διοίκησης έναντι του συντάγματος, την οποία βιώνουμε σήμερα, δεν είναι στην πραγματικότητα άνευ προηγουμένου στην ιστορία της Δύσης. Έφθασε στην πρώτη και ριζική διατύπωσή της με την επεξεργασία του δόγματος του rex inutilis (άχρηστος βασιλιάς) από τους κανονολόγους του 13ου αιώνα. Με βάση αυτές τις επεξεργασίες, το 1245 ο πάπας Ιννοκέντιος Δ΄, κατόπιν αιτήματος του πορτογαλικού κλήρου και της αριστοκρατίας, εξέδωσε το δεκρετάλιο Grandi non immerito (Μεγάλοι, όχι αναξίως) με το οποίο καθαιρούσε τον βασιλιά Σάντσο Β΄ από τη διακυβέρνηση του βασιλείου, επειδή είχε αποδειχθεί ανίκανος να διοικήσει, αναθέτοντας στον αδελφό του Αλφόνσο της Βουλώνης την cura et administratio generalis (γενική μέριμνα και διακυβέρνηση) και αφήνοντας ωστόσο στον Σάντσο το βασιλικό του αξίωμα, την dignitas regia. Η διττή δομή της κυβερνητικής μηχανής εμπεριέχει τη δυνατότητα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η διπολικότητα με την οποία αρθρώνεται, όταν παύει να είναι λειτουργική για το σύστημα. Είναι εντούτοις παραδειγματικό – δεδομένου ότι καμία από τις δύο όψεις της εξουσίας δεν θεμελιώνεται στον ίδιο τον εαυτό της – ότι ακόμη και σε αυτή την ακραία περίπτωση το βασιλικό αξίωμα δεν αφαιρέθηκε. Η δυαδικότητα νομιμοποίησης και νομιμότητας δεν είναι παρά μία όψη αυτής της διπολικότητας: το βασίλειο νομιμοποιεί την κυβέρνηση και, ωστόσο, η νομιμοποίηση δεν έχει άλλο νόημα από τη νομιμότητα της δράσης και των μέτρων της κυβέρνησης.

[Αναρτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;

Το οντολογικό κακό δεν μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην πίστη προς τον Θεό παρά μόνο όταν αντιμετωπίζεται ως ηθικό πρόβλημα προς επίλυση ή, μάλλον, ως ένα πρόβλημα «δικαιοσύνης» και ανθρώπινης δικαιοδοσίας. 

,, 

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...