Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Οι δύο όψεις της εξουσίας 3 : η βασιλεία και η κυβέρνηση – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

«Le roi règne, mais il ne gouverne pas» (ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά). Ότι αυτή η διατύπωση – η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Πέτερσον και τον Σμιτ σχετικά με την πολιτική θεολογία και η οποία, στη λατινική της μορφή (rex regnat, sed non gubernat), ανάγεται στις πολεμικές του 17ου αιώνα εναντίον του βασιλιά της Πολωνίας Σιγισμούνδου Γ΄ – συνιστά τρόπον τινά το παράδειγμα της διττής δομής της δυτικής πολιτικής, είναι ό,τι ακριβώς επιχειρήσαμε να δείξουμε σε ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε πριν από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Και για μία ακόμη φορά, στη βάση της βρίσκεται ένα γνήσια θεολογικό πρόβλημα, εκείνο της θείας διακυβέρνησης του κόσμου – αυτό καθεαυτό έκφραση, σε τελική ανάλυση, ενός οντολογικού προβλήματος. Στο 10ο κεφάλαιο του βιβλίου Λ της Μεταφυσικής, ο Αριστοτέλης είχε αναρωτηθεί αν το σύμπαν κατέχει το αγαθό ως κάτι χωριστό (κεχωρισμένον) ή ως μια εσωτερική τάξη (τάξιν). Επρόκειτο δηλαδή για την επίλυση της οξείας αντίθεσης ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την εμμένεια, με τη συνάρθρωσή τους μέσω της ιδέας μιας τάξης των όντων του κόσμου. Το κοσμολογικό πρόβλημα είχε και πολιτική σημασία, εφόσον ο Αριστοτέλης μπορεί να παρομοιάσει ευθέως τη σχέση ανάμεσα στο υπερβατικό αγαθό και τον κόσμο με εκείνη που συνδέει τον στρατηγό ενός στρατεύματος με τη διάταξη των στρατιωτών που το αποτελούν και μια οικία με την αμοιβαία σύνδεση των πλασμάτων που ζουν σε αυτήν. «Τα όντα», προσθέτει, «δεν ανέχονται κακό πολίτευμα (πολιτεύεσθαι κακῶς) και επομένως πρέπει να υπάρχει ένας μόνο κυρίαρχος (εἷς κοίρανος)», ο οποίος εκδηλώνεται σε αυτά με τη μορφή της τάξης που τα συνδέει. Αυτό σημαίνει ότι, σε τελική ανάλυση, το ἀκίνητον κινοῦν του βιβλίου Λ και η φύση του κόσμου συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα με δύο όψεις και ότι η εξουσία – είτε θεία είτε ανθρώπινη – οφείλει να κρατά ενωμένους τους δύο πόλους και να είναι ταυτόχρονα υπερβατικός κανόνας και εμμενής τάξη, τόσο βασίλειο όσο και κυβέρνηση.

Το έργο που αναλαμβάνει ο μεσαιωνικός σχολαστικισμός – και ιδίως ο Θωμάς – είναι να μεταφράσει αυτό το οντολογικό παράδειγμα με τους όρους του θεολογικού προβλήματος της θείας διακυβέρνησης του κόσμου. Θεμελιώδης, ως προς τούτο, είναι η ιδέα της τάξης. Αυτή εκφράζει, αφενός, τη σχέση ανάμεσα στον Θεό και τα δημιουργήματα (ordo ad Deum) και, αφετέρου, τη σχέση των δημιουργημάτων μεταξύ τους (ordo ad invicem). Οι δύο τάξεις συνδέονται στενά και, ωστόσο, η σχέση τους δεν είναι απολύτως συμμετρική, όπως μπορεί να φαίνεται. Ότι το πρόβλημα έχει και πάλι πολιτική διάσταση, είναι φανερό στον παραλληλισμό, που καθιερώνεται από τον Θωμά, με τον νόμο και την εκτέλεσή του. «Όπως σε μια οικογένεια», γράφει, «η τάξη επιβάλλεται μέσω του νόμου και των εντολών του αρχηγού της οικογένειας, ο οποίος για καθένα από τα διατεταγμένα στην οικία όντα αποτελεί την αρχή της εκτέλεσης της τάξης στην οικία, έτσι και η φύση των δημιουργημάτων αποτελεί για κάθε δημιούργημα την αρχή της εκτέλεσης όσων του αναλογούν στην τάξη του σύμπαντος». Με ποιον τρόπο, όμως, μπορεί ο νόμος, ως εντολή ενός μόνου, να μετατραπεί σε εκτέλεση από τους πολλούς, που είναι συγκροτημένοι σε τάξη ως προς αυτόν; Αν η τάξη – όπως φαίνεται να υποδηλώνει το ασφαλώς όχι τυχαίο παράδειγμα του στρατηγού και του αρχηγού της οικογένειας – εξαρτάται από την εντολή ενός αρχηγού, με ποιον τρόπο μπορεί η εκτέλεσή της να εγγραφεί στη φύση όντων τόσο διαφορετικών μεταξύ τους;

Η απορία που, κατά τρόπο χαρακτηριστικό, θα ανακύπτει πλέον ολοένα και περισσότερο ως προς την τάξη του κόσμου και της πόλης, αρχίζει εδώ να γίνεται ορατή. Τα όντα βρίσκονται μεταξύ τους σε μια καθορισμένη σχέση, αλλά αυτή δεν είναι παρά η έκφραση της σχέσης τους προς τη μία θεία αρχή και, αντιστρόφως, τα όντα είναι διατεταγμένα επειδή έχουν κάποια σχέση με τον Θεό, αλλά αυτή η σχέση υφίσταται και συνίσταται μόνο στη μεταξύ τους σχέση. Η εμμενής τάξη δεν είναι παρά η σχέση προς την υπερβατική αρχή, αλλά αυτή δεν έχει άλλο περιεχόμενο από την εμμενή τάξη. Οι δύο τάξεις παραπέμπουν η μία στην άλλη και θεμελιώνονται αμοιβαία. Το τέλειο οικοδόμημα της μεσαιωνικής κοσμολογίας στηρίζεται σε αυτόν τον κύκλο και δεν έχει καμία υπόσταση έξω από αυτόν. Όθεν η σύνθετη, λεπτή διαλεκτική ανάμεσα σε πρώτες αιτίες και δευτερεύουσες αιτίες, απόλυτη δύναμη και δύναμη ανάλογη με την τάξη, μέσω της οποίας ο σχολαστικισμός θα προσπαθήσει – χωρίς ποτέ να το κατορθώσει πλήρως – να αντιμετωπίσει και να άρει αυτή την απορία.

Εάν επιστρέψουμε τώρα στο πρόβλημα της πολιτικής τάξης από το οποίο ξεκινήσαμε και το οποίο παραπέμπει ρητά σε αυτό το θεολογικό παράδειγμα, δεν θα προκαλέσει έκπληξη το ότι θα εντοπίσουμε σε αυτό την ίδια κυκλικότητα και τις ίδιες απορίες. Κράτος και διοίκηση, βασίλειο και κυβέρνηση, κανόνας και απόφαση συνδέονται αμοιβαία και θεμελιώνονται και υπάρχουν το ένα μέσω του άλλου· και όμως – ακριβώς γι’ αυτό – η συμμετρία τους δεν μπορεί να είναι ούτε τέλεια ούτε κατηγορηματικά εγγυημένη. Ο βασιλιάς και οι υπουργοί του, η «πολιτική» και η «αστυνομία», ο νόμος και η εκτέλεσή του μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση και τίποτε δεν διασφαλίζει ότι αυτή η σύγκρουση δύναται να αρθεί οριστικά. Η διπολική μηχανή της δυτικής πολιτικής τελεί πάντοτε υπό φθορά και κατακερματισμό, διαρκώς έρμαιο αλλαγών και επαναστάσεων που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη λειτουργία και τη διπολικότητά της, στον ίδιο βαθμό που κάθε φορά φαίνεται να τις επαναβεβαιώνουν.

Η πρωτοκαθεδρία της «κυβέρνησης» έναντι του βασιλείου ή της διοίκησης έναντι του συντάγματος, την οποία βιώνουμε σήμερα, δεν είναι στην πραγματικότητα άνευ προηγουμένου στην ιστορία της Δύσης. Έφθασε στην πρώτη και ριζική διατύπωσή της με την επεξεργασία του δόγματος του rex inutilis (άχρηστος βασιλιάς) από τους κανονολόγους του 13ου αιώνα. Με βάση αυτές τις επεξεργασίες, το 1245 ο πάπας Ιννοκέντιος Δ΄, κατόπιν αιτήματος του πορτογαλικού κλήρου και της αριστοκρατίας, εξέδωσε το δεκρετάλιο Grandi non immerito (Μεγάλοι, όχι αναξίως) με το οποίο καθαιρούσε τον βασιλιά Σάντσο Β΄ από τη διακυβέρνηση του βασιλείου, επειδή είχε αποδειχθεί ανίκανος να διοικήσει, αναθέτοντας στον αδελφό του Αλφόνσο της Βουλώνης την cura et administratio generalis (γενική μέριμνα και διακυβέρνηση) και αφήνοντας ωστόσο στον Σάντσο το βασιλικό του αξίωμα, την dignitas regia. Η διττή δομή της κυβερνητικής μηχανής εμπεριέχει τη δυνατότητα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η διπολικότητα με την οποία αρθρώνεται, όταν παύει να είναι λειτουργική για το σύστημα. Είναι εντούτοις παραδειγματικό – δεδομένου ότι καμία από τις δύο όψεις της εξουσίας δεν θεμελιώνεται στον ίδιο τον εαυτό της – ότι ακόμη και σε αυτή την ακραία περίπτωση το βασιλικό αξίωμα δεν αφαιρέθηκε. Η δυαδικότητα νομιμοποίησης και νομιμότητας δεν είναι παρά μία όψη αυτής της διπολικότητας: το βασίλειο νομιμοποιεί την κυβέρνηση και, ωστόσο, η νομιμοποίηση δεν έχει άλλο νόημα από τη νομιμότητα της δράσης και των μέτρων της κυβέρνησης.

[Αναρτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...