Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2024

Το τέλος του Ιουδαϊσμού – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε το νόημα όσων συμβαίνουν σήμερα στο Ισραήλ, αν δεν αντιληφθούμε ότι ο Σιωνισμός αποτελεί μια διπλή άρνηση της ιστορικής πραγματικότητας του Ιουδαϊσμού. Όχι μόνο, βέβαια, επειδή ο Σιωνισμός μεταφέρει στους Εβραίους το έθνος-κράτος των Χριστιανών, αλλά και επειδή αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της διαδικασίας αφομοίωσης που, από τα τέλη του 18ου αιώνα, προοδευτικά εξάλειψε την εβραϊκή ταυτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι καθοριστικής σημασίας το γεγονός ότι, όπως έχει δείξει ο Αμνόν Ραζ-Κρακοτζκίν σε ένα εμβληματικό έργο, στη βάση της σιωνιστικής συνείδησης βρίσκεται μια άλλη άρνηση: η άρνηση της Γκαλούτ, δηλαδή της εξορίας ως κοινής αρχής όλων των ιστορικών μορφών του Ιουδαϊσμού, όπως εμείς τον γνωρίζουμε. Οι απαρχές της εβραϊκής αντίληψης για την εξορία προηγούνται της καταστροφής του Δεύτερου Ναού και είναι ήδη παρούσες στη βιβλική γραμματεία. Η εξορία συνιστά αυτή καθεαυτήν τη μορφή ύπαρξης των Εβραίων πάνω στη γη, και όλη η εβραϊκή παράδοση, από το Μισνά μέχρι το Ταλμούδ, από την αρχιτεκτονική της συναγωγής μέχρι τη μνήμη των βιβλικών γεγονότων, συλλήφθηκε και βιώθηκε υπό την προοπτική της εξορίας. Για έναν ορθόδοξο Εβραίο, ακόμα και οι Εβραίοι, που ζουν στο κράτος του Ισραήλ, βρίσκονται σε εξορία. Και το Κράτος, σύμφωνα με την Τορά, που οι Εβραίοι αναμένουν να εγκαθιδρυθεί με την έλευση του Μεσσία, δεν έχει καμία σχέση με ένα σύγχρονο εθνικό κράτος, καθώς στο επίκεντρό του βρίσκεται η ανοικοδόμηση του Ναού και η επαναφορά των θυσιών, για τις οποίες το κράτος του Ισραήλ ούτε καν θέλει να ακούσει. Και είναι καλό να μην ξεχνούμε ότι η εξορία, σύμφωνα με τον Ιουδαϊσμό, δεν είναι μόνο η ιδιαίρετη συνθήκη των Εβραίων, αλλά αφορά στη γενικότερη ατελή και ελλιπή κατάσταση του κόσμου ολόκληρου. Σύμφωνα με ορισμένους καβαλιστές, όπως ο Λούρια, η εξορία ορίζει την ίδια τη συνθήκη της θεότητας, η οποία δημιούργησε τον κόσμο εξορίζοντας τον εαυτό της από αυτόν, και αυτή η εξορία θα διαρκέσει μέχρι την έλευση του Τικκούν, δηλαδή της αποκατάστασης της αρχέγονης τάξης.

Ακριβώς αυτή η ανεπιφύλακτη αποδοχή της εξορίας, με την άρνηση που συνεπάγεται κάθε μορφή κρατικής υπόστασης στον ιστορικό χρόνο, θεμελιώνει την ανωτερότητα των Εβραίων έναντι των θρησκειών και των λαών που έχουν συμβιβαστεί με το Κράτος. Οι Εβραίοι είναι, μαζί με τους Τσιγγάνους, ο μόνος λαός που αρνήθηκε τη μορφή του κράτους, δεν διεξήγαγε πολέμους και δεν λερώθηκε ποτέ από το αίμα άλλων λαών.

Αρνούμενος ριζικά την εξορία και τη διασπορά στο όνομα ενός εθνικού κράτους, ο Σιωνισμός πρόδωσε, συνεπώς, την ίδια την ουσία του Ιουδαϊσμού. Δεν θα πρέπει τότε να εκπλησσόμαστε αν αυτή η απόρριψη και προδοσία προκάλεσε μια νέα εξορία, εκείνη των Παλαιστινίων, και οδήγησε το κράτος του Ισραήλ στο να ταυτιστεί με τις πιο ακραίες και ανελέητες μορφές του σύγχρονου έθνους-κράτους. Η πεισματική διεκδίκηση της ιστορικής αναγνώρισης, από την οποία, σύμφωνα με τους Σιωνιστές, η διασπορά είχε αποκλείσει τους Εβραίους, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο Ιουδαϊσμός, ο οποίος δεν πέθανε στο Άουσβιτς, γνωρίζει ίσως σήμερα το τέλος του.


[Αναρτήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ: https://frear.gr/?p=36551]

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

Λαοί που έχουν χάσει τη γλώσσα τους – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Τι έχει απογίνει σήμερα με τους ευρωπαϊκούς λαούς; Αυτό που δεν μπορούμε σήμερα να παραβλέψουμε είναι το θέαμα του να χάνονται και να λησμονιούνται μέσα στη γλώσσα στην οποία κάποτε είχαν αναγνωρίσει τον εαυτό τους. Οι εκφάνσεις αυτής της σύγχυσης και του αποπροσανατολισμού ποικίλλουν, ανάλογα με τον κάθε λαό: οι Αγγλοσάξονες έχουν ήδη διανύσει όλη τη διαδρομή προς μια γλώσσα καθαρά εργαλειακή και λειτουργική –τη basic English, στην οποία μπορεί κανείς να ανταλλάσσει μόνο μηνύματα όλο και περισσότερο όμοια με αλγόριθμους– και οι Γερμανοί φαίνεται ότι βαδίζουν στην ίδια κατεύθυνση·οι Γάλλοι, παρά τη λατρεία τους για τη γαλλική γλώσσα, ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτής, δείχνουν χαμένοι στη σχεδόν κανονιστική σχέση μεταξύ ομιλητή και γραμματικής· οι Ιταλοί, επίσης, ότι πονηρά κατοικοεδρεύουν σε εκείνη τη διγλωσσία που ήταν ο πλούτος τους και που μεταμορφώνεται παντού σε μια ανόητη αργκό. Και, αν οι Εβραίοι είναι, ή τουλάχιστον ήταν, μέρος της ευρωπαϊκής κουλτούρας, είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια του Σόλεμ ενώπιον της εκκοσμίκευσης που επιτέλεσε ο σιωνισμός από μια ιερή γλώσσα σε μια εθνική γλώσσα: «Ζούμε μέσα στη γλώσσα μας σαν τυφλοί που περπατούν στο χείλος ενός γκρεμού... Αυτή η γλώσσα εγκυμονεί καταστροφές... Θα έρθει η μέρα που θα στραφεί εναντίον εκείνων που τη μιλούν».

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει συμβεί είναι η απώλεια της ποιητικής σχέσης με τη γλώσσα και η αντικατάστασή της με μια εργαλειακή σχέση, όπου εκείνος που πιστεύει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται από αυτήν χωρίς να το συνειδητοποιεί. Και εφόσον η γλώσσα συνιστά την ουσιαστική ή μάλλον την καθαυτή μορφή της ανθρωπογένεσης, της διαδικασίας μέσω της οποίας το ζωντανό ον γίνεται άνθρωπος (homo), προκύπτει ότι εκείνη που απειλείται σήμερα είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση.

Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι όσο περισσότερο ένας λαός χάνεται μέσα στη γλώσσα του, η οποία του γίνεται κατά κάποιον τρόπο αλλότρια και ξένη ή υπερβολικά οικεία, τόσο λιγότερο μπορεί να σκέφτεται μέσα σε αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών λαών, να καθίστανται ανίκανες για σκέψη, να εγκλωβίζονται μέσα σε ένα ψέμα από το οποίο δεν μπορούν να απεμπλακούν. Ένα ψέμα του οποίου ο ψεύτης δεν είναι συνειδητός, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι απλά αδυναμία του σκέπτεσθαι, ανικανότητα του ομιλούντα να διακόπτει, έστω και για μια στιγμή, την καθαρά εργαλειακή σχέση με τις ίδιες του τις λέξεις, με τα ίδια του τα λόγια. Και αν οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να σκέφτονται στη γλώσσα τους, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε, αν αισθανθούν υποχρεωμένοι να μεταβιβάσουν τη σκέψη στην τεχνητή νοημοσύνη.

Εξυπακούεται ότι αυτή η απώλεια των λαών μέσα στη γλώσσα, που ήταν η ζωτική τους κατοικία, έχει προπαντός μια πολιτική σημασία. Η Ευρώπη δεν θα βγει από το αδιέξοδο στο οποίο κλείνεται, αν δεν ξαναβρεί πρώτα και κύρια μια ποιητική και στοχαστική σχέση με τις λέξεις της. Μόνο με αυτό το τίμημα, μία ευρωπαϊκή πολιτική –που σήμερα δεν υφίσταται– θα μπορέσει ενδεχομένως να καταστεί εφικτή.

*Αναρτήθηκε στις 11/10/2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). 









Ο αγρότης και ο εργάτης

Παρά τη δυσπιστία μου για τις επιβραβεύσεις και τις τιμωρίες, αποδέχτηκα να λάβω το βραβείο Nonino, για τον απλό λόγο ότι αυτό αποσκοπεί, όπως δηλώνεται ρητά στο καταστατικό του, στην «ενίσχυση του αγροτικού πολιτισμού». Εστιάζοντας στις δύο λέξεις «αγροτικός πολιτισμός», θα ήθελα να στοχαστώ μαζί σας. Διότι, ακόμα κι αν κάτι από αυτόν συνεχίζει να ζει, γνωρίζουμε ότι ο αγροτικός πολιτισμός δεν υπάρχει πια, ότι ανήκει στο παρελθόν. Την εποχή που γεννήθηκα, οι αγρότες αποτελούσαν ακόμη την πλειοψηφία του ιταλικού πληθυσμού, αλλά η γενιά μου τους είδε, προοδευτικά και γρήγορα, να εξαφανίζονται. Είναι ένα γεγονός που δεν θα πάψει να εκπλήσσει τους μελλοντικούς ιστορικούς, ότι χρειάστηκε τόσο λίγος χρόνος για να εξαφανιστεί ένας πολιτισμός που, στις αδρές του γραμμές, είχε παραμείνει αναλλοίωτος για πέντε χιλιάδες χρόνια. Και εξίσου εκπληκτική είναι η ευκολία με την οποία αφεθήκαμε να πεισθούμε από τους αποθεωτές και χειραγωγούς του προοδευτισμού ότι επρόκειτο για ένα αδήριτο φαινόμενο – τόσο αδήριτο, ωστόσο, ώστε, περιέργως πως, χρειάστηκε να ασκηθεί στους επηρεαζόμενους μια άνευ προηγουμένου βία για να πραγματοποιηθεί.

Δεν αναφέρομαι μόνο στην εξόντωση των αγροτών στη Σοβιετική Ένωση, μια κυριολεκτική γενοκτονία –αρμόζει ιδιαίτερα να το υπενθυμίσω κατά τη σημερινή ημέρα μνήμης– η οποία είχε αριθμό θυμάτων διπλάσιο ή ίσως τριπλάσιο από εκείνον της εξόντωσης των Εβραίων. Αναφέρομαι επίσης στη βία –γιατί αναμφίβολα επρόκειτο για μια μορφή βίας, έστω και πιο ύπουλη– που ήταν αναγκαία για να εκτοπιστούν οι αγροτικοί πληθυσμοί από τον νότο προς τα εργοστάσια του Βορρά.

Αυτό ήταν απαραίτητο να γίνει –μας είπαν– επειδή μια νέα καθοριστική κοινωνική μορφή είχε προβάλει στο κατώφλι της ιστορίας, η οποία θα σηματοδοτούσε πλέον την πορεία των αιώνων που θα έρχονταν: ο εργάτης. Το 1938 εμφανίζεται το βιβλίο του Έρνστ Γούνγκερ που φέρει ακριβώς αυτόν τον τίτλο: Der Arbeiter (Ο εργάτης) – ένα βιβλίο που επρόκειτο να ασκήσει αξιοσημείωτη επιρροή τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος. Στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται η περιγραφή και η θεωρητική αποτύπωση αυτής της νέας καθοριστικής μορφής, που έπρεπε να αντικαταστήσει τους αγρότες (οι οποίοι, για να είμαστε ειλικρινείς, αναφέρονται ελάχιστα από τον Γιούνγκερ), την αριστοκρατία και την αστική τάξη στην κυριαρχία του κόσμου. Όλη η νεωτερικότητα, σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, βρίσκεται κάτω από τον αστερισμό της: η τεχνική – είναι τα λόγια του – «δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρόπος με τον οποίο η μορφή του εργάτη κινητοποιεί τον κόσμο».

Λοιπόν: όλα αυτά ήταν ψεύτικα, απλά ψευδή. Αυτή η χαρακτηριστική κοινωνικο-ιστορική μορφή μιας εποχής, που εξυμνήθηκε, περιγράφηκε, εκπροσωπήθηκε και γιορτάστηκε αμέτρητες φορές με αγάπη, αλλά και απορρίφθηκε με μίσος και περιφρόνηση, εξαφανίστηκε όσο γρήγορα εμφανίστηκε. Υπάρχουν ασφαλώς ακόμα εργάτες, αλλά ο εργάτης, ως εμβληματική μορφή μιας εποχής, ανήκει σήμερα στο παρελθόν, όπως ο αγρότης του οποίου τη θέση έπρεπε να πάρει. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποια είναι η ιστορική μορφή που κείται ενώπιόν μας –αν είναι ο τεχνοκράτης, ο επιστήμονας ή κάποια άλλη πιο αδιόρατη ψηφιακή οντότητα, της οποίας μόλις μπορούμε να διακρίνουμε το πρόσωπο– αλλά σίγουρα αυτή δεν μπορεί να είναι ο εργάτης.

Ο Γιάκομπσον, αναφερόμενος στην τραγική μοίρα των Ρώσων ποιητών των αρχών του εικοστού αιώνα, μίλησε για μια «γενιά που σπατάλησε τους ποιητές της»: εμείς είμαστε αναμφίβολα η γενιά που σπατάλησε σε λίγες δεκαετίες μιαν αρχαία κληρονομιά χωρίς να γνωρίζει με τι να την αντικαταστήσει.

Θα ήθελα να κλείσω, εδώ, με τα λόγια ενός συγγραφέα που έγραψε την πιο εξαιρετική μαρτυρία για το τέλος του αγροτικού πολιτισμού: του Κάρλο Λέβι. Είναι ένα γεγονός που δεν πρέπει να πάψουμε να αναλογιζόμαστε ότι, κατά την ίδια χρονική περίοδο, δύο ομώνυμοι Εβραίοι από το Τορίνο, ο Κάρλο Λέβι και ο Πρίμο Λέβι, εκδίδουν τα δύο πιο σημαντικά βιβλία της ιταλικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα: Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι (1945 ) και Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (1947). Στο μυθιστόρημά του Το Ρολόι, που δημοσιεύτηκε το 1950 και διαδραματίζεται σε εκείνους τους μήνες του 1945, όπου η κυβέρνηση του Φερούτσιο Πάρι, η οποία γεννήθηκε από τις Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης, πέφτει για να παραχωρήσει τη θέση της στην πολιτική αποσύνθεση που γνωρίζουμε και την οποία διαβλέπει με ενάργεια, ο Κάρλο Λέβι προτείνει τον διαχωρισμό του κόσμου σε δύο τάξεις: τους Αγρότες και τους Λουϊτζίνι. Οι Αγρότες είναι εκείνοι που «κάνουν πράγματα, τα αγαπούν και είναι ικανοποιημένοι με αυτά». Για τον Λέβι, οι Αγρότες δεν είναι μόνο οι αγρότες με τη στενή έννοια, αλλά και οι βιομήχανοι, οι βιοτέχνες, οι επιχειρηματίες, οι μαθηματικοί, οι ποιητές, οι νοικοκυρές – όλοι αυτοί, κοντολογίς, που «κάνουν τα πράγματα». Ο Λουϊτζίνι είναι όλοι οι άλλοι, οι γραφειοκράτες, οι διοργανωτές, οι πολιτικάντηδες, οι μεσάζοντες και οι κυρίαρχες μετριότητες κάθε είδους, που ζουν εκμεταλλευόμενοι την εργασία και την ευφυΐα των αγροτών.

«Η αλήθεια», γράφει προφητικά ο Λέβι, «είναι ότι η ίδια η μορφή των κομμάτων μας είναι λουϊτζίνα, η τεχνική της πολιτικής διαμάχης και η ίδια η δομή του Κράτους μας είναι λουϊτζίνες». Η Ιταλία –πιστεύω– δεν υπήρξε ποτέ –παρεκτός ίσως μέσα σε εκείνους τους λίγους μήνες ή σε εκείνα τα δύο χρόνια από το 1945 έως το 1947 (ή, έστω, έως τις εκλογές του 1948, οι οποίες σημάδεψαν τον θρίαμβο των Λουϊτζίνι) –όταν φάνηκε για μια στιγμή ότι ήταν πιθανόν οι αγρότες να βγάλουν από τη μέση επιτέλους τους Λουϊτζίνι.

Αφιερώνω αυτό το βραβείο στους Αγρότες και όχι στους Λουϊτζίνι.

* Αναρτήθηκε στις 27/01/2018 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet.

Πρόκειται για ομιλία που εκφωνήθηκε με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Nonino το Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018 στα αποστακτήρια του μικρού χωριού Ρόνκι ντι Περκότο της επαρχίας του Ούντινε.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...