Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

Ο αγρότης και ο εργάτης

Παρά τη δυσπιστία μου για τις επιβραβεύσεις και τις τιμωρίες, αποδέχτηκα να λάβω το βραβείο Nonino, για τον απλό λόγο ότι αυτό αποσκοπεί, όπως δηλώνεται ρητά στο καταστατικό του, στην «ενίσχυση του αγροτικού πολιτισμού». Εστιάζοντας στις δύο λέξεις «αγροτικός πολιτισμός», θα ήθελα να στοχαστώ μαζί σας. Διότι, ακόμα κι αν κάτι από αυτόν συνεχίζει να ζει, γνωρίζουμε ότι ο αγροτικός πολιτισμός δεν υπάρχει πια, ότι ανήκει στο παρελθόν. Την εποχή που γεννήθηκα, οι αγρότες αποτελούσαν ακόμη την πλειοψηφία του ιταλικού πληθυσμού, αλλά η γενιά μου τους είδε, προοδευτικά και γρήγορα, να εξαφανίζονται. Είναι ένα γεγονός που δεν θα πάψει να εκπλήσσει τους μελλοντικούς ιστορικούς, ότι χρειάστηκε τόσο λίγος χρόνος για να εξαφανιστεί ένας πολιτισμός που, στις αδρές του γραμμές, είχε παραμείνει αναλλοίωτος για πέντε χιλιάδες χρόνια. Και εξίσου εκπληκτική είναι η ευκολία με την οποία αφεθήκαμε να πεισθούμε από τους αποθεωτές και χειραγωγούς του προοδευτισμού ότι επρόκειτο για ένα αδήριτο φαινόμενο – τόσο αδήριτο, ωστόσο, ώστε, περιέργως πως, χρειάστηκε να ασκηθεί στους επηρεαζόμενους μια άνευ προηγουμένου βία για να πραγματοποιηθεί.

Δεν αναφέρομαι μόνο στην εξόντωση των αγροτών στη Σοβιετική Ένωση, μια κυριολεκτική γενοκτονία –αρμόζει ιδιαίτερα να το υπενθυμίσω κατά τη σημερινή ημέρα μνήμης– η οποία είχε αριθμό θυμάτων διπλάσιο ή ίσως τριπλάσιο από εκείνον της εξόντωσης των Εβραίων. Αναφέρομαι επίσης στη βία –γιατί αναμφίβολα επρόκειτο για μια μορφή βίας, έστω και πιο ύπουλη– που ήταν αναγκαία για να εκτοπιστούν οι αγροτικοί πληθυσμοί από τον νότο προς τα εργοστάσια του Βορρά.

Αυτό ήταν απαραίτητο να γίνει –μας είπαν– επειδή μια νέα καθοριστική κοινωνική μορφή είχε προβάλει στο κατώφλι της ιστορίας, η οποία θα σηματοδοτούσε πλέον την πορεία των αιώνων που θα έρχονταν: ο εργάτης. Το 1938 εμφανίζεται το βιβλίο του Έρνστ Γούνγκερ που φέρει ακριβώς αυτόν τον τίτλο: Der Arbeiter (Ο εργάτης) – ένα βιβλίο που επρόκειτο να ασκήσει αξιοσημείωτη επιρροή τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος. Στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται η περιγραφή και η θεωρητική αποτύπωση αυτής της νέας καθοριστικής μορφής, που έπρεπε να αντικαταστήσει τους αγρότες (οι οποίοι, για να είμαστε ειλικρινείς, αναφέρονται ελάχιστα από τον Γιούνγκερ), την αριστοκρατία και την αστική τάξη στην κυριαρχία του κόσμου. Όλη η νεωτερικότητα, σύμφωνα με τον Γιούνγκερ, βρίσκεται κάτω από τον αστερισμό της: η τεχνική – είναι τα λόγια του – «δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρόπος με τον οποίο η μορφή του εργάτη κινητοποιεί τον κόσμο».

Λοιπόν: όλα αυτά ήταν ψεύτικα, απλά ψευδή. Αυτή η χαρακτηριστική κοινωνικο-ιστορική μορφή μιας εποχής, που εξυμνήθηκε, περιγράφηκε, εκπροσωπήθηκε και γιορτάστηκε αμέτρητες φορές με αγάπη, αλλά και απορρίφθηκε με μίσος και περιφρόνηση, εξαφανίστηκε όσο γρήγορα εμφανίστηκε. Υπάρχουν ασφαλώς ακόμα εργάτες, αλλά ο εργάτης, ως εμβληματική μορφή μιας εποχής, ανήκει σήμερα στο παρελθόν, όπως ο αγρότης του οποίου τη θέση έπρεπε να πάρει. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποια είναι η ιστορική μορφή που κείται ενώπιόν μας –αν είναι ο τεχνοκράτης, ο επιστήμονας ή κάποια άλλη πιο αδιόρατη ψηφιακή οντότητα, της οποίας μόλις μπορούμε να διακρίνουμε το πρόσωπο– αλλά σίγουρα αυτή δεν μπορεί να είναι ο εργάτης.

Ο Γιάκομπσον, αναφερόμενος στην τραγική μοίρα των Ρώσων ποιητών των αρχών του εικοστού αιώνα, μίλησε για μια «γενιά που σπατάλησε τους ποιητές της»: εμείς είμαστε αναμφίβολα η γενιά που σπατάλησε σε λίγες δεκαετίες μιαν αρχαία κληρονομιά χωρίς να γνωρίζει με τι να την αντικαταστήσει.

Θα ήθελα να κλείσω, εδώ, με τα λόγια ενός συγγραφέα που έγραψε την πιο εξαιρετική μαρτυρία για το τέλος του αγροτικού πολιτισμού: του Κάρλο Λέβι. Είναι ένα γεγονός που δεν πρέπει να πάψουμε να αναλογιζόμαστε ότι, κατά την ίδια χρονική περίοδο, δύο ομώνυμοι Εβραίοι από το Τορίνο, ο Κάρλο Λέβι και ο Πρίμο Λέβι, εκδίδουν τα δύο πιο σημαντικά βιβλία της ιταλικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα: Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι (1945 ) και Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (1947). Στο μυθιστόρημά του Το Ρολόι, που δημοσιεύτηκε το 1950 και διαδραματίζεται σε εκείνους τους μήνες του 1945, όπου η κυβέρνηση του Φερούτσιο Πάρι, η οποία γεννήθηκε από τις Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης, πέφτει για να παραχωρήσει τη θέση της στην πολιτική αποσύνθεση που γνωρίζουμε και την οποία διαβλέπει με ενάργεια, ο Κάρλο Λέβι προτείνει τον διαχωρισμό του κόσμου σε δύο τάξεις: τους Αγρότες και τους Λουϊτζίνι. Οι Αγρότες είναι εκείνοι που «κάνουν πράγματα, τα αγαπούν και είναι ικανοποιημένοι με αυτά». Για τον Λέβι, οι Αγρότες δεν είναι μόνο οι αγρότες με τη στενή έννοια, αλλά και οι βιομήχανοι, οι βιοτέχνες, οι επιχειρηματίες, οι μαθηματικοί, οι ποιητές, οι νοικοκυρές – όλοι αυτοί, κοντολογίς, που «κάνουν τα πράγματα». Ο Λουϊτζίνι είναι όλοι οι άλλοι, οι γραφειοκράτες, οι διοργανωτές, οι πολιτικάντηδες, οι μεσάζοντες και οι κυρίαρχες μετριότητες κάθε είδους, που ζουν εκμεταλλευόμενοι την εργασία και την ευφυΐα των αγροτών.

«Η αλήθεια», γράφει προφητικά ο Λέβι, «είναι ότι η ίδια η μορφή των κομμάτων μας είναι λουϊτζίνα, η τεχνική της πολιτικής διαμάχης και η ίδια η δομή του Κράτους μας είναι λουϊτζίνες». Η Ιταλία –πιστεύω– δεν υπήρξε ποτέ –παρεκτός ίσως μέσα σε εκείνους τους λίγους μήνες ή σε εκείνα τα δύο χρόνια από το 1945 έως το 1947 (ή, έστω, έως τις εκλογές του 1948, οι οποίες σημάδεψαν τον θρίαμβο των Λουϊτζίνι) –όταν φάνηκε για μια στιγμή ότι ήταν πιθανόν οι αγρότες να βγάλουν από τη μέση επιτέλους τους Λουϊτζίνι.

Αφιερώνω αυτό το βραβείο στους Αγρότες και όχι στους Λουϊτζίνι.

* Αναρτήθηκε στις 27/01/2018 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet.

Πρόκειται για ομιλία που εκφωνήθηκε με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Nonino το Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018 στα αποστακτήρια του μικρού χωριού Ρόνκι ντι Περκότο της επαρχίας του Ούντινε.


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...