Τι έχει απογίνει σήμερα με τους ευρωπαϊκούς λαούς; Αυτό που δεν μπορούμε σήμερα να παραβλέψουμε είναι το θέαμα του να χάνονται και να λησμονιούνται μέσα στη γλώσσα στην οποία κάποτε είχαν αναγνωρίσει τον εαυτό τους. Οι εκφάνσεις αυτής της σύγχυσης και του αποπροσανατολισμού ποικίλλουν, ανάλογα με τον κάθε λαό: οι Αγγλοσάξονες έχουν ήδη διανύσει όλη τη διαδρομή προς μια γλώσσα καθαρά εργαλειακή και λειτουργική –τη basic English, στην οποία μπορεί κανείς να ανταλλάσσει μόνο μηνύματα όλο και περισσότερο όμοια με αλγόριθμους– και οι Γερμανοί φαίνεται ότι βαδίζουν στην ίδια κατεύθυνση·οι Γάλλοι, παρά τη λατρεία τους για τη γαλλική γλώσσα, ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτής, δείχνουν χαμένοι στη σχεδόν κανονιστική σχέση μεταξύ ομιλητή και γραμματικής· οι Ιταλοί, επίσης, ότι πονηρά κατοικοεδρεύουν σε εκείνη τη διγλωσσία που ήταν ο πλούτος τους και που μεταμορφώνεται παντού σε μια ανόητη αργκό. Και, αν οι Εβραίοι είναι, ή τουλάχιστον ήταν, μέρος της ευρωπαϊκής κουλτούρας, είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια του Σόλεμ ενώπιον της εκκοσμίκευσης που επιτέλεσε ο σιωνισμός από μια ιερή γλώσσα σε μια εθνική γλώσσα: «Ζούμε μέσα στη γλώσσα μας σαν τυφλοί που περπατούν στο χείλος ενός γκρεμού... Αυτή η γλώσσα εγκυμονεί καταστροφές... Θα έρθει η μέρα που θα στραφεί εναντίον εκείνων που τη μιλούν».
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει συμβεί είναι η απώλεια της ποιητικής σχέσης με τη γλώσσα και η αντικατάστασή της με μια εργαλειακή σχέση, όπου εκείνος που πιστεύει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται από αυτήν χωρίς να το συνειδητοποιεί. Και εφόσον η γλώσσα συνιστά την ουσιαστική ή μάλλον την καθαυτή μορφή της ανθρωπογένεσης, της διαδικασίας μέσω της οποίας το ζωντανό ον γίνεται άνθρωπος (homo), προκύπτει ότι εκείνη που απειλείται σήμερα είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση.
Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι όσο περισσότερο ένας λαός χάνεται μέσα στη γλώσσα του, η οποία του γίνεται κατά κάποιον τρόπο αλλότρια και ξένη ή υπερβολικά οικεία, τόσο λιγότερο μπορεί να σκέφτεται μέσα σε αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών λαών, να καθίστανται ανίκανες για σκέψη, να εγκλωβίζονται μέσα σε ένα ψέμα από το οποίο δεν μπορούν να απεμπλακούν. Ένα ψέμα του οποίου ο ψεύτης δεν είναι συνειδητός, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι απλά αδυναμία του σκέπτεσθαι, ανικανότητα του ομιλούντα να διακόπτει, έστω και για μια στιγμή, την καθαρά εργαλειακή σχέση με τις ίδιες του τις λέξεις, με τα ίδια του τα λόγια. Και αν οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να σκέφτονται στη γλώσσα τους, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε, αν αισθανθούν υποχρεωμένοι να μεταβιβάσουν τη σκέψη στην τεχνητή νοημοσύνη.
Εξυπακούεται ότι αυτή η απώλεια των λαών μέσα στη γλώσσα, που ήταν η ζωτική τους κατοικία, έχει προπαντός μια πολιτική σημασία. Η Ευρώπη δεν θα βγει από το αδιέξοδο στο οποίο κλείνεται, αν δεν ξαναβρεί πρώτα και κύρια μια ποιητική και στοχαστική σχέση με τις λέξεις της. Μόνο με αυτό το τίμημα, μία ευρωπαϊκή πολιτική –που σήμερα δεν υφίσταται– θα μπορέσει ενδεχομένως να καταστεί εφικτή.
*Αναρτήθηκε στις 11/10/2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).