Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Να πιστεύεις και να μην πιστεύεις – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το 1973, γράφοντας τη Συμβιωσιμότητα, ο Ίλιτς προέβλεπε ότι η καταστροφή του βιομηχανικού συστήματος θα μετατρεπόταν σε μια κρίση που θα εγκαινίαζε μια νέα εποχή. «Η συνεργική παράλυση του συστήματος τροφοδότησης θα προκαλέσει τη γενικευμένη κατάρρευση του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής… Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός θα χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο στους κυρίαρχους θεσμούς, αλλά και σε εκείνους που είναι ειδικά επιφορτισμένοι με τη διαχείριση της κρίσης. Η εξουσία, που έχουν οι σημερινοί θεσμοί, να ορίζουν αξίες (όπως η εκπαίδευση, η ταχύτητα μετακίνησης, η υγεία, η ευημερία, η πληροφόρηση κ.λπ.) θα διαλυθεί απότομα, μόλις καταστεί φανερός ο απατηλός της χαρακτήρας. Τον ρόλο του πυροκροτητή της κρίσης θα παίξει ένα απρόβλεπτο και ίσως ασήμαντο γεγονός, όπως ο πανικός της Wall Street που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση… Από τη μια μέρα στην άλλη, σημαντικοί θεσμοί θα απολέσουν κάθε κύρος και σεβασμό, οιασδήποτε μορφής νομιμοποίηση, μαζί και την υπόληψη ότι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον».

Αξίζει να αναστοχαστούμε γιατί και με ποιους τρόπους αυτές οι κατ’ ουσίαν ορθές προφητείες, ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα, δεν επαληθεύτηκαν (αν και πολλά συμπτώματα μοιάζουν να επιβεβαιώνουν την επικαιρότητά τους). Ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής και η εξουσία που τον συνοδεύει εξακολουθούν να υπάρχουν, παρότι έχουν χάσει κάθε κύρος και κάθε αξιοπιστία. Ο Ίλιτς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα σύστημα θα μπορούσε να συντηρείται ακριβώς μέσω της απώλειας κάθε αξιοπιστίας – ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα συνέχιζαν να δρουν σύμφωνα με πρότυπα και αρχές στις οποίες δεν θα πίστευαν πια, ότι η έλλειψη πίστης, το να είναι κανείς ολιγόπιστος (Ματθ. 14, 31), θα γινόταν η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας (και βέβαια, εκείνη που πρωτίστως κατέστησε αποδεκτή την απώλεια της πίστης ήταν η Εκκλησία, μετατρέποντας σε ένα πακέτο δογμάτων την εγγύτητα μεταξύ της καρδιάς και του λόγου, που ήταν το ζητούμενο στον Παύλο, Ρωμ. 10,6–10).

Ένα σύστημα –όπως εκείνο που έχουμε μπροστά μας– που προϋποθέτει ότι δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτό, το οποίο θεμελιώνεται δηλαδή ακριβώς στην απιστία και στην έλλειψη εμπιστοσύνης, είναι ένας αντίπαλος ταυτόχρονα εύθραυστος και ιδιαίτερα δύσκολος να αντιμετωπιστεί. Διότι εισπράττει, πράγματι, αδιάκοπα μια πίστωση που δεν έχει αντίκρισμα, όπως ακριβώς, σε τελική ανάλυση, δεν είναι δυνατόν να εισπραχθούν οι πιστώσεις πάνω στις οποίες οι τράπεζες θεμελιώνουν την ισχύ τους. Το χρήμα λειτουργεί όχι επειδή πιστεύουμε σε αυτό, αλλά ακριβώς επειδή αυτό είναι η ίδια η μορφή της απουσίας πίστης (όπως είχε διαβλέψει ο Μαρξ, ακριβώς αυτή η απουσία πίστης συνιστά τον θεολογικό χαρακτήρα του εμπορεύματος: δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε σε εκείνο που μπορούμε να πωλούμε και να αγοράζουμε). Υποκαθιστώντας την Εκκλησία, οι τράπεζες διαχειρίζονται σοφά και ανεύθυνα την απουσία πίστης που ορίζει τον κόσμο μας· αυτές είναι οι λευίτες και οι ιερείς της νέας αθρησκείας της ανθρωπότητας.

Πώς να σκεφτούμε μια στρατηγική απέναντι σε έναν τέτοιο αντίπαλο; Είναι ασφαλώς μάταιο να καταγγείλουμε την αναξιοπιστία και την ανομία του, από τη στιγμή που –όπως φάνηκε καθαρά κατά τη λεγόμενη πανδημία– εκείνος είναι ο πρώτος που τις επιδεικνύει και τις διεκδικεί. Το αδύναμο σημείο του δεν έγκειται τόσο στην έλλειψη πίστης, όσο μάλλον στο ψεύδος στο οποίο, εξαιτίας της, θεωρεί ότι είναι υποχρεωμένος να καταφεύγει. Μόνο εκείνη η εξουσία που, θεμελιωμένη στην έλλειψη πίστης, θα αποφάσιζε να μη μιλά και να τάσσεται με τη σιωπή, θα ήταν πραγματικά ανίκητη. Οι εξουσίες που σήμερα αξιώνουν να μας κυβερνούν δεν κάνουν παρά να μιλούν και να εκφέρουν κρίσεις και, έτσι, αντιφάσκοντας προς την ενδόμυχη φύση τους, μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο να πιστεύουν και να απαιτούν πίστη.

Εδώ συμβαίνει στην πραγματικότητα κάτι πιο περίπλοκο και λεπτό. Για εκείνον που δεν πιστεύει, κάθε λόγος είναι ψευδής, διότι στην έλλειψη πίστης αντιστοιχεί μόνο η σιωπή. Όπως εκείνος ο χαρακτήρας στους Δαιμονισμένους, ούτε πιστεύει ότι πιστεύει ούτε πιστεύει ότι δεν πιστεύει. Αν όμως πιστεύει, όπως φαίνεται σήμερα να συμβαίνει παντού, στην ίδια του την απιστία, τότε καταστρέφει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηριζόταν. Το να πιστεύει κανείς ότι δεν πιστεύει είναι το χειρότερο από τα ψεύδη, μέσα στο οποίο εκείνος που το αρθρώνει δεν μπορεί παρά να παραμένει φυλακισμένος. Και είναι αυτό το ψεύδος –και όχι, όπως υπέθετε ο Ίλιτς, το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια– που θα οδηγήσει το σύστημα στην κατάρρευση.

[Αναρτήθηκε στις 15/12/2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]














Μέλαινα ειμί εγώ και καλή (Άσμα Ασμάτων 1:5)

Στο λεωφορείο ένα κορίτσι να μιλά στον πατέρα του με άναρθρες κραυγές και χαμόγελα ... Μέλαινα ειμί εγώ και καλή... σ αν να άκουγα τον στίχ...