Έχουν περάσει ήδη δύο μήνες από τον
θάνατο της Πατρίτσια και, παρ’ όλα αυτά, αν και μου συνέβη να την ονειρευτώ, να
μιλήσω γι’ αυτήν δεν μου είναι εύκολο. Δύο μήνες — τι είναι δύο μήνες μπροστά
σε περισσότερο από μισό αιώνα αδιάλειπτης οικειότητας; Απόψε, στον ύπνο μου, βρισκόμασταν
μαζί με άλλους ανθρώπους στο σπίτι της, στη γωνία των οδών Biscione
και Paradiso, του Όφεως και της Εδέμ, ανάμεσα στην αμαρτία και τη
σωτηρία —σ’ εκείνο το
σπίτι που το γνωρίζω σαν να ήταν δικό μου— και κάποια στιγμή πλησίασα την Πατρίτσια,
ξαπλωμένη σ’ ένα ντιβάνι, και παρατηρούσα το
πρόσωπό της σαν να είχε αποτυπωθεί επάνω του η ύστατη αλήθεια της. Η ύστατη
αλήθεια: μια αντιφατική αξίωση, που η Πατρίτσια ήταν υπερβολικά αληθινή για να
την αποδεχθεί και εναντίον της σκηνοθετούσε το θέατρο,
το πάντοτε ανοιχτό θέατρο, για το οποίο τόσα πολλά, ίσως και υπερβολικά πολλά,
έχουν ειπωθεί.
Το σπίτι της Πατρίτσιας – αλλά είναι πράγματι
δυνατόν να χωρίσει κανείς την Πατρίτσια από το σπίτι της, από εκείνο το σπίτι
που τώρα θα χαθεί για πάντα μαζί με τα χίλια πράγματα που το γέμιζαν, παλιατσαρίες
ή θαυμάσια αντικείμενα που ήταν ο κόσμος της Πατρίτσιας – ήταν, δηλαδή, κατά
κάποιον τρόπο η Πατρίτσια, γιατί ο κόσμος, το σώμα και ο νους δεν μπορούν να
διαχωριστούν. Και ίσως είναι καλό που εκείνο το σπίτι και εκείνος ο κόσμος δεν
θα επιζήσουν της Πατρίτσιας· πέθαναν μαζί της και χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν
πλέον να μας μιλήσουν.
Η θέση του φίλου ενός ποιητή είναι αμήχανη.
Αν, από τη μια πλευρά, η οικειότητα υποβάλλει την αξίωση μιας γνώσης ασύγκριτα
βαθύτερης από εκείνη ενός κοινού αναγνώστη, από την άλλη αρκεί να αφεθεί ο
χρόνος να κάνει το έργο του και η αξίωση αυτή αποκαλύπτει εκκωφαντικά τη μη πραγματική υπόστασή της. Αν ο ποιητής
αυτός εξακολουθήσει να διαβάζεται ύστερα από δύο ή τρεις αιώνες, εκείνος που θα
αναμετρηθεί με το έργο του δεν θα βρίσκεται βέβαια σε καμία περίπτωση σε
κατώτερη θέση από τον φίλο που θα έχει προ πολλού χαθεί – κάθε άλλο.
Γι’ αυτό και η χειρονομία εκείνων των
κριτικών που επικαλούνται την οικειότητά τους με τον συγγραφέα μοιάζει,
τουλάχιστον, προσχηματική. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί για τον φίλο του ποιητή – εν
προκειμένω για μένα σε σχέση με την Πατρίτσια – ό,τι μόλις είπα για το σπίτι
της: είναι καλό να εξαφανιστεί μαζί του· η μαρτυρία του κινδυνεύει να
αποδειχθεί παραπλανητική απέναντι στο μόνο πράγμα που στο τέλος θα έχει
σημασία: το γραπτό έργο.
Ωστόσο, ωστόσο… Ίσως εκείνη η μαρτυρία που
ήταν προορισμένη να χαθεί να μην ήταν ασήμαντη, όπως δεν ήταν quantité
négligeable ούτε το σπίτι ούτε τα αντικείμενα με τα οποία ο ποιητής
αγαπούσε να περιβάλλεται. Ίσως, μάλιστα, να ήταν τόσο σημαντικά, ώστε ακριβώς
γι’ αυτό να πρέπει να τα αφήσουμε να χαθούν. Όπως το πρόσωπο και ο χαρακτήρας
του ποιητή, ο τρόπος που περπατούσε και στεκόταν όρθιος, η φωνή του, οι
αδιαμφισβήτητες, αναγνωρίσιμες χειρονομίες του. Τόσο σημαντικά, ώστε, μέσα στη μοιραία
επιλογή που κάθε παράδοση είναι αναγκασμένη να πραγματοποιεί, αν θέλει να
παραμείνει αποτελεσματική, να μην μπορεί να τα λάβει υπόψη της. Στα εγχειρίδια
της ιστορίας της λογοτεχνίας δεν υπάρχει θέση για τη φωνή, για τη χειρονομία
της Πατρίτσια, για τις χίλιες πολύτιμες ασημαντότητες που γέμιζαν το σπίτι της Biscione.
Και όταν, όπως πράγματι συμβαίνει κάποιες φορές, το σπίτι του ποιητή
μετατρέπεται σε μουσείο, τα πράγματα γίνονται αντικείμενα παραδομένα για πάντα
in articulo mortis, στη νεκρή πλέον ταυτότητά τους. Αφού δεν είναι πλέον
σημαντικά γι’ αυτόν, πώς θα μπορούσαν να
μας ενδιαφέρουν;
Στο σπίτι της, στο ευπροσήγορο και συνάμα «σκορβουτικό»
βασίλειό της, η αίθουσα του θρόνου ήταν αναμφίβολα η κουζίνα. Ο θρύλος των
γευμάτων της Πατρίτσια, που έχει σχολιαστεί τόσες φορές, κάθε άλλο παρά ένας
αγιογραφικός «χρυσός θρύλος» είναι. Της άρεσε πράγματι να μαγειρεύει; Της άρεσε
πράγματι να τρώει; Η αδηφαγία, που εκ πρώτης όψεως φαινόταν να είναι ένα από τα
κυρίαρχα πάθη της, δεν στρεφόταν προς την απόλαυση· ήταν μάλλον μια σπαρακτική
αναπλήρωση, ένα τίμημα που κατέβαλλε για το αδιαλείπτως ανεκπλήρωτο κάθε
επιθυμίας της.
Γι’ αυτό και στην κουζίνα η Πατρίτσια δεν
είχε τίποτε από τη σκληρή σχολαστικότητα των μαγείρων. Αφού είχα γίνει δεκτός,
ως «δόκτωρας των ζυμαρικών», σ’ εκείνο το sancta sanctorum, την έβλεπα
πάντοτε να κινείται μπροστά στις εστίες συννεφιασμένη και ανυπόμονη, μισή σε νευρική
εγρήγορση και σπουδή και μισή αφηρημένη, σαν να της έλειπαν κάθε φορά τα σκεύη
και οι κατσαρόλες, σαν να έπρεπε διαρκώς να επανορθώσει για κάτι που χαλούσε ή πήγαινε
στραβά. Ακόμα πιο εντυπωσιακή ήταν η εξαίσια, σχεδόν προεξοφλημένη νοστιμιά που
έμοιαζε ωστόσο να έχει κριθεί από μια τυχαία ζαριά.
Γιατί η Πατρίτσια γνώριζε τόσο καλά τον
έρωτα; Γιατί η ποίησή της είναι από την αρχή έως το τέλος μια ερωτική θάλασσα;
Επειδή δεν αγαπιόταν, επειδή γνώριζε ότι ακριβώς εξαιτίας της αδυναμίας μας να
αγαπήσουμε είμαστε καταδικασμένοι στην αγάπη.
«Το μοναδικό εκείνο, το απολύτως δικό μου εγώ»,
για το οποίο φαινόταν να μιλά αδιάκοπα, προκειμένου να μη συγχέεται με τίποτε
άλλο, εκείνο το εγώ — «είτε ήταν mammerda είτε ήταν και cacazzo»*—
μισό γραμματικό και μισό σαρκικό, η Πατρίτσια το κουβαλούσε πάνω της σαν μια
ανεπαρκή, άπληστη εξιλέωση για την ανικανότητά της να αγαπηθεί και να αγαπήσει.
Γι’ αυτό, όπως η Έλσα, στο τέλος η Πατρίτσια
έπαψε να προσπαθεί να εξιλεωθεί από την ενοχή για κάτι που δεν είχε διαπράξει και, με τη
συνενοχή των γιατρών, όπως η Έλσα, αφέθηκε να γλιστρήσει προς την ασθένεια και
τον θάνατο. Και όπως η Έλσα καθιστούσε αδύνατο τον έρωτα αγαπώντας μέχρι
παραφροσύνης άνδρες που δεν μπορούσαν να της ανταποδώσουν την αγάπη, το ίδιο
έκανε και η Πατρίτσια με τις «μάμες» της.
Κι όμως, όσο το προϊστορικό σώμα της και ο
πρωτόγονος νους της τη στήριξαν, η Πατρίτσια έγραψε το πιο φανατικό, σχολαστικό
και δηκτικό ερωτικό καντσονιέρε του εικοστού αιώνα. Και, ακριβώς όπως συμβαίνει
στην Έλσα, η τραγωδία και η κωμωδία, που έμοιαζαν τόσο ακόρεστες, παραχωρούν
στο τέλος τη θέση τους σε μια παιδική χειρονομία — και γι’ αυτό διαυγή, σχεδόν
γαλήνια.
Ένα γαλάζιο σκουφάκι που ξαναβρέθηκε σαν ένα «σημείο»
ή κάποιο από τα τόσα κασκόλ και φουλάρια που η Πατρίτσια, στην εξαντλημένη
διαδρομή της από το ένα δωμάτιο στο άλλο, άφηνε να πέφτουν πάνω σε μια καρέκλα
ή στο πάτωμα.
*Οι λέξεις mammerda και cacazzo
είναι νεολογισμοί της Πατρίτσια Καβάλλι.
Σχηματίζονται παιγνιωδώς από λέξεις που παραπέμπουν στη μητέρα (mamma),
στα περιττώματα (merda, cacca) και στο ανδρικό
γεννητικό όργανο (cazzo), χωρίς όμως να ανάγονται σε ένα μονοσήμαντο
νόημα. Διατηρούνται αμετάφραστες, καθώς συνδυάζουν στοιχεία παιδικής γλώσσας,
βωμολοχίας, αυτοσαρκασμού και τρυφερότητας. Στο ποίημα L'io
singolare proprio mio («Το εγώ, το μοναδικό, το απολύτως δικό μου»)
λειτουργούν ως ιδιότυπες ονομασίες του «εγώ», το οποίο παρουσιάζεται ως ένα
αναπόδραστο και επίμονο βάρος που ο άνθρωπος κουβαλά διαρκώς πάνω του — σαν τη blatta
(«κατσαρίδα») του ίδιου ποιήματος, από την οποία δύσκολα μπορεί να απαλλαγεί.
[Αναρτήθηκε
στις 29 Αυγούστου 2022 στην ιστοσελίδα του
εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]