Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες;

Συχνά, όταν τίθεται το ερώτημα γιατί την Ανάσταση του Χριστού είδαν ελάχιστοι και έκτοτε κανείς, δίνεται η απάντηση ότι ο Θεός δεν θέλησε να επιβάλει την αλήθεια Του ούτε να εξαναγκάσει τον άνθρωπο στην πίστη, αλλά να αφήσει ελεύθερη την ανταπόκρισή του. Δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ τι σημαίνει εδώ «εξαναγκασμός». Αν η ιστορικότητα του Χριστού και της Ανάστασής Του αποτελεί θεμέλιο της χριστιανικής πίστης, γιατί η άμεση εμπειρία αυτού του γεγονότος θα περιόριζε την ελευθερία μου; Αν η πραγματικότητα της Ανάστασης δεν αποτελεί απλώς μια δυνατότητα που μου προτείνεται, αλλά κάτι που καλούμαι να ομολογήσω ρητά στο σύμβολο της πίστεως ως αληθινό, γίνεται ακόμη δυσκολότερο να κατανοήσω γιατί η άμεση γνώση ή εμπειρία του ίδιου του γεγονότος θα συνιστούσε εξαναγκασμό. Καλούμαι, δηλαδή, να ομολογήσω ως ιστορικά πραγματικό ένα γεγονός του οποίου η άμεση μαρτυρία, κατά το επιχείρημα αυτό, θα περιόριζε την ελευθερία μου.

Αν γινόμουν μάρτυρας της Ανάστασης, θα γνώριζα ότι συνέβη· δεν θα ήμουν όμως γι’ αυτό αναγκασμένος να αγαπήσω τον Χριστό, να Τον ακολουθήσω ή να στραφεί προς Αυτόν ολόκληρη η ύπαρξή μου. Η γνώση ενός γεγονότος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και την αποδοχή του.

Το βαθύτερο ζήτημα βρίσκεται, επομένως, στο τι εννοούμε ως ελευθερία. Δεν μπορώ να την ταυτίσω με μια αυτόνομη «ελεύθερη βούληση» που στέκεται απέναντι στην αλήθεια και επιλέγει αν θα την αποδεχθεί ή όχι. Με ενδιαφέρει εδώ μια άλλη, ετυμολογική και υπαρξιακή ανάγνωση της λέξης, που τη συνδέει με το αρχαίο «ἐλεύθω» — έρχομαι: η ελευθερία ως έλευση, ως κίνηση και στροφή της ύπαρξης, ως κίνηση της καρδιάς. Και μια τέτοια κίνηση δεν χρειάζεται να βιώνεται ως προϊόν επιλογής ή άσκησης της βούλησης· μπορεί να βιώνεται ως ανάγκη.

Γι’ αυτό δεν μπορώ να δεχτώ ότι έχω ανάγκη να μου αποκρυφθεί η Ανάσταση ώστε να διαφυλαχθεί η ελευθερία μου. Το αντίθετο μάλλον.


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε… παιδιά όπως πάντα;

Πριν ακόμη προλάβουμε απλώς να είμαστε, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε όπως είμαστε, μαθαίνουμε πώς πρέπει να είμαστε. Μαθαίνουμε να υπηρετούμε ενοχικά και με λαγνεία ρόλους. Ρόλους που εμπεριέχουν ένα καθήκον – καθήκον προς επιτέλεση κάποιου έργου. Και μάλιστα μαθαίνουμε να ζούμε σαν να πρέπει μέσα από εμάς να επιτελείται διαρκώς ένα είδος σωτηριολογικού έργου, «παρά τη δική μας ατέλεια και αμαρτωλότητα». Να ζούμε –πάντοτε ανεπαρκείς– κάτω από τη δυναστεία επιβλητικών βεβαιοτήτων και με την υποχρέωση να εκπληρώσουμε σκοπούς –ίσως, μάλιστα, σε μεταφυσικό επίπεδο ήδη εκπληρωμένους– που οφείλουμε να υπηρετούμε. Να ζούμε με την πεποίθηση ότι, παρά τις δικές μας αστοχίες και παρεκκλίσεις, διατηρείται αλώβητη, ακέραια και αποτελεσματική η λειτουργία του ρόλου μας. Φαίνεται, πάντως, ότι αυτές οι αντιλήψεις για την εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα των ρόλων και των αξιωμάτων έλκουν την καταγωγή τους από μια μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση που έχει διαποτίσει μυστικά και μεταλλάξει αθόρυβα όλο το φάσμα των σχέσεων σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Ο παπάς μπορεί να σφάλλει, αλλά η ιεροσύνη του όχι· ο υπουργός μπορεί να είναι φαύλος, αλλά η αυλή του παραμένει πάντα πρόθυμη να τον λιβανίζει και να καρπώνεται την εύνοιά του όσο εκείνος στέκεται στην εξουσία· ο προϊστάμενος μπορεί να είναι ανεπαρκής, αλλά το αξίωμά του υφίσταται ακέραιο και ακλόνητο· ο σύζυγος μπορεί να γίνεται βασανιστικός και άδικος, αλλά η σύζυγος οφείλει να τον ανέχεται και να «σηκώνει τον σταυρό της».

Μάθαμε να ζούμε ένοχα και δουλικά, υπηρετώντας τέτοιες υποτιθέμενες υπεραξίες και «ορθοδοξίες», υποτιθέμενες ευθείες και αλάθητες οδούς, που ορισμένοι σωτήρες, άγιοι και γνωστικοί χάραξαν πριν από εμάς για εμάς.

Και πόσο ευκολόπιστα αποδεχόμαστε ότι στα «πρέπει» οφείλει να ανταποκρίνεται η υποτιθέμενη στιβαρή και ελεύθερη βούλησή μας. Καθώς πρέπει να θελήσουμε το ορθό, να θελήσουμε να γίνουμε αυτό που ακόμη δεν είμαστε, να διορθώσουμε την απόκλιση, τη στρέβλωση, να επαναφέρουμε τον εαυτό μας στην ευθεία. Και η ζωή μας πρέπει να γίνει ένα έργο, να αποτελέσει ένα έργο θεμιτό και ο ίδιος ο εαυτός μας να νοηθεί ως έργο άξιο επιτέλεσης και προϊόν ελεύθερης θέλησης –ένα έργο, στην ουσία, πάντοτε ακατόρθωτο και αντικείμενο επιθυμίας πάντοτε ανικανοποίητης.

Γιατί να μη ζήσουμε επιτέλους με ειλικρίνεια και συνέπεια την άληκτη παιδική μας ηλικία; Γιατί να μη ζούμε χωρίς την υποχρέωση να υπηρετούμε κάτι a priori αλάθητο; Γιατί να μη ζούμε μπορώντας επιτέλους να κάνουμε λάθος; Γιατί να μην τρέχουμε σ’ αυτή τη ζωή όπως οι αχτίνες του ήλιου, που απλώς τρέχουν και λάμπουν και σκορπίζονται και σπαταλώνται, χωρίς να προσπαθούν να γίνουν ένα καλύτερο φως; Γιατί να μην τρέχουμε με την ελάχιστη φλόγα της πυγολαμπίδας;

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε. Όπως οι γάτες, οι σκύλοι, τα μυρμηγκάκια και καθετί ζωντανό που μπορεί ακόμη να μας θυμίζει έναν πραγματικό, επίγειο και αναίτιο παράδεισο; Χωρίς βαθύτερα ή άλλα απόκρυφα νοήματα;

Γιατί να μην είμαστε; Απλώς να είμαστε… παιδιά όπως πάντα…;

 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Σκέψη και φαντασία. Και πάλι για την τεχνητή νοημοσύνη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης, για το οποίο συζητούν σήμερα όχι πάντοτε με φυσική νοημοσύνη, είχε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας –όπως είχαμε ήδη εδώ την ευκαιρία να δείξουμε– έναν πρόδρομο: τον ενιαίο και χωριστό νου του λατινικού αβερροϊσμού. Η αναλογία παρουσιάζει τέτοιαν ακρίβεια και εγγύτητα –ένας ενιαίος και χωριστός νους που σκέπτεται έξω από τα επιμέρους άτομα– ώστε μπορεί ακόμη και να συμπίπτει στα αρχικά που την εκφράζουν: Intelligenza Artificiale ‐ Intelletto Agente (Τεχνητή Νοημοσύνη ‐ Ποιητικός Νους), όπως αποκαλούσαν οι αβερροϊστές τον χωριστό νου. Για τους μεσαιωνικούς φιλοσόφους, οι οποίοι ως προς αυτό ήταν οξυδερκέστεροι από τους συγχρόνους μας, το κρίσιμο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ενιαίος και χωριστός νους ενώνεται (copulatur) με τους επιμέρους ανθρώπους, ώστε η σκέψη να καθίσταται εφικτή (adeptus) στο άτομο και να μπορεί να ειπωθεί hic homo intelligit: «αυτός ο άνθρωπος νοεί». Το μέσον που καθιστούσε δυνατή αυτή την ένωση ήταν, για τον Αβερρόη, η φαντασία, την οποία, αντιθέτως, οι σύγχρονοί μας φαίνεται να στερούνται παντελώς. Στην τεχνητή νοημοσύνη, πράγματι, hic homo non intellegit, «αυτός ο άνθρωπος δεν νοεί»: ο επιμέρους άνθρωπος παραιτείται από το να σκέπτεται και αναθέτει την πολυτιμότερη από τις ικανότητές του σε μια μηχανή, η οποία θα έπρεπε να σκέπτεται στη θέση του και καλύτερα από αυτόν. Για να ακολουθήσει τις οδηγίες αυτού του αδυσώπητου δασκάλου, η φαντασία δεν του χρησιμεύει σε τίποτε (μολονότι ακόμη και για την εφαρμογή ενός κανόνα κάποια μορφή φαντασίας θα ήταν αναγκαία). Ίσως το πραγματικό πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι κατέστη δυνατή από μια γενικευμένη απώλεια της ικανότητας της φαντασίας, σαν να είχε προηγηθεί της έλευσής της η εγκαθίδρυση μιας πανταχού διεισδύσασας τεχνητής φαντασίας. Μια ανθρωπότητα που είχε χάσει τη φαντασία ήταν έτοιμη να στερηθεί και τη σκέψη (η οποία, άλλωστε, όπως ήδη δίδασκε ο Αριστοτέλης, χωρίς τη φαντασία απλώς δεν είναι δυνατή). 

Το πρώτο πράγμα που πρέπει, επομένως, να κάνουμε για να αντισταθούμε στην κυριαρχία της ΤΝ είναι μια υπομονετική, εξονυχιστική και μεθοδική αναζήτηση της χαμένης φαντασίας. Και επειδή η σκέψη δεν είναι παρά η ολοκληρωμένη μορφή της φαντασίας, τότε δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για τεχνητή νοημοσύνη.


[Αναρτήθηκε στις 3 Αυγούστου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]




Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες;

Συχνά, όταν τίθεται το ερώτημα γιατί την Ανάσταση του Χριστού είδαν ελάχιστοι και έκτοτε κανείς, δίνεται η απάντηση ότι ο Θεός δεν θέλησε να...