Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Κράτος και ανομία II – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Αν αναφερθούμε στη διδασκαλία που περιέχεται στη δεύτερη επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς, μπορούμε τότε να πούμε, όπως έχουμε ήδη κάνει σε αυτή τη στήλη, ότι ο κατέχων, η δύναμη που συγκρατεί και καθυστερεί το τέλος, την οποία οι Πατέρες ταύτιζαν με τους θεσμούς (τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την ίδια την Εκκλησία), βρίσκεται σήμερα παντού σε κρίση και, ως εκ τούτου, παριστάμεθα στην έλευση του ανόμου, μιας εξουσίας χωρίς νόμο, που επιφέρει την καταστροφή και διακηρύσσει ότι είναι Θεός (γι’ αυτό και οι Πατέρες τον ταύτιζαν με τον Αντίχριστο).

Αυτό είναι έκδηλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι θεσμοί δεν φαίνεται πλέον να λειτουργούν και όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός ανθρώπου που μιλά και ενεργεί χωρίς πλέον κανέναν νόμο (το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το Ισραήλ) και μεταμφιέζεται σε Θεό. Αξίζει να αναλογιστούμε αυτή την κοσμοϊστορική εποχή, η οποία αφορά ολόκληρη τη Δύση. Από τη στιγμή που οι θεσμοί (το Κράτος και οι ιστορικές του συναρθρώσεις) έχουν χάσει κάθε αξιοπιστία, είναι μάταιο να θεμελιώνουμε σε αυτούς την εξουσία που συγκρατεί το εσχατολογικό γεγονός. Και αυτό αληθεύει ακόμη περισσότερο, καθόσον ο άνομος, αυτός που δεν γνωρίζει νόμο, δεν είναι μια εξωτερική αρχή, αλλά η μορφή που προσλαμβάνει ο ίδιος ο θεσμός κατά την αποσύνθεσή του. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου δεν έρχονται απ’ έξω: είναι το ίδιο το Κράτος, η εξουσία που θα έπρεπε να συγκρατεί και να καθυστερεί το τέλος, που μετατρέπεται στη δρώσα δύναμη που το επισπεύδει και κατακρημνίζεται στις πλέον ολέθριες μορφές του.

[Αναρτήθηκε στις 27 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Όπως μου γράφει ένας φίλος επιστήμονας που έχει έξη στον στοχασμό, το θεμελιώδες γεγονός στην ιστορία του έμβιου κόσμου υπήρξε η εμφάνιση ενός μικροοργανισμού ικανού να αισθάνεται πόνο. Αυτή η θέση χρειάζεται βεβαίως να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, προτάσσοντας — ή προσθέτοντας — στη λέξη «πόνος» τη λέξη «ηδονή». Αν συσχετίσουμε αυτή τη θεμελιώδη ικανότητα του ζώντος οργανισμού με όσα γράφει ο Αριστοτέλης αναφορικά με την αντίληψη της αίσθησης του να υπάρχουμε («να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι από μόνο του γλυκό, γιατί η ζωή είναι αγαθό και είναι γλυκό να αισθανόμαστε ότι ένα τέτοιο αγαθό μάς ανήκει»)*, μπορούμε τότε να πούμε ότι η αρχέγονη μορφή της ικανότητας να αισθανόμαστε ηδονή ή πόνο αφορά στο ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας, στο αίσθημα ότι ζούμε. Στην αίσθηση της ηδύτητας του ζην αντιστοιχεί, πράγματι, η συμμετρικά αντίθετή της, κατά την οποία, για κάποιο λόγο –ή ακόμη και χωρίς καμία εμφανή αιτία– το να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι οδυνηρό.

Η φράση του Αριστοτέλη που παραθέσαμε αποτελεί μέρος της πραγματείας για τη φιλία, η οποία καταλαμβάνει το όγδοο και το ένατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων. Αφού ορίσει την ηδύτητα της αίσθησης του ζην, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι την ίδια ηδύτητα αισθανόμαστε και για την ύπαρξη του φίλου και ότι η φιλία είναι ακριβώς αυτή η αποδοχή και συν–αίσθηση (το συναισθάνεσθαι) της ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται «έτερος εαυτός» (ἕτερος αὐτός)**. Δεν υπάρχει μόνο μια αίσθηση της ύπαρξης, μια αίσθηση ότι ζούμε, αλλά αυτή η αίσθηση είναι ήδη από την αρχή αίσθηση συμμερισμού· είναι  εξαρχής και πάντοτε συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου· και η φιλία είναι η έκφανση αυτής της συν–αίσθησης της ύπαρξης του φίλου μέσα στην ίδια την αίσθηση της δικής μας ύπαρξης.

Θα είναι λοιπόν δυνατό να αναπτύξουμε αυτή τη θέση σε σχέση με τον άλλο πόλο της αίσθησης της ύπαρξης, όπου αυτή δεν εμφανίζεται πλέον ως χαροποιός, αλλά ως οδυνηρή. Στη συν–αίσθηση της ύπαρξης του φίλου αντιστοιχεί τώρα η συν–αίσθηση της ύπαρξης του εχθρού. Και αν το ζεύγος φίλος–εχθρός ορίζει, κατά τον Schmitt***, την πολιτική, τότε στο θεμέλιο της πολιτικής βρίσκονται η ηδονή και ο πόνος, που καθορίζουν την ανθρώπινη αίσθηση της ύπαρξης, καθώς και την αποδοχή και συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου, η οποία είναι σύμφυτη με αυτήν. Φιλία και έχθρα, αγάπη και μίσος, το φιλείν του φίλος και το εχθαίρειν του εχθρός δεν παραπέμπουν σε μια θεωρία των παθών, αλλά αποτελούν πρωτίστως δύο θεμελιώδεις οντολογικοπολιτικές κατηγορίες. Αν βιώνουμε την αίσθηση του ζην ως ηδεία, τότε βρισκόμαστε στη φιλία και στην ειρήνη· αν, αντίθετα, τη βιώνουμε ως μισητή, περιπίπτουμε στον πόλεμο και στην έχθρα. Για μία ακόμη φορά, στη βάση της σχέσης μας με τους άλλους βρίσκεται η σχέση μας με τον εαυτό μας· ο τρόπος με τον οποίο αποδεχόμαστε και συν–αισθανόμαστε την ύπαρξή μας καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε μέσα στον κόσμο. Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός είμαστε εμείς οι ίδιοι.


* Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 9, 1170b3–5: «τὸ δ᾽ αἰσθάνεσθαι ὅτι ζῇ, τῶν ἡδέων καθ᾽ αὑτό· φύσει γὰρ ἀγαθὸν ζωή, τὸ δ᾽ ἀγαθὸν ὑπάρχον ἐν ἑαυτῷ αἰσθάνεσθαι ἡδύ.»

** Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 4, 1166a31–32: «ἕτερος γὰρ αὐτὸς ὁ φίλος ἐστίν.»

*** Carl Schmitt, Η έννοια του πολιτικού (Der Begriff des Politischen, 1932)


Σχόλιο του μεταφραστή: Στο κείμενο διακρίνεται μια αντιστροφή της συνήθους προβληματικής περί ανθρωπογένεσης, η οποία εστιάζει στο ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα όντα. Η δυνατότητα της ηδονής και του πόνου παρουσιάζεται, αντιθέτως, ως θεμελιώδες γεγονός της ιστορίας του έμβιου τουλάχιστον κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε και το παύλειο χωρίο «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. 8,22).


[Αναρτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Μιλάμε και γράφουμε σαν τεχνητή νοημοσύνη…

[Με αφορμή το «Αλήθεια και γνώμη» του Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Quodlibet, 16 Ιουλίου 2026)]


Μιλάμε και γράφουμε σαν τεχνητή νοημοσύνη. Προσπαθώντας να υποστηρίξουμε πάση θυσία την ορθότητα αυτών που λέμε. Δεν είναι τυχαία η σταδιακή κατίσχυση της τεχνητής νοημοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να ταυτιστεί εδώ και αιώνες ο άνθρωπος,  προσπαθώντας να συμμορφωθεί ή μάλλον να ταυτιστεί με μια τέλεια και αλάνθαστη γλώσσα ή κατά τρόπο απαρέγκλιτο με τον Λόγο του Θεού. Και έρχεται η ώρα να εκτιμήσουμε την αμηχανία των παιδιών. Να κατοικήσουμε στο χάσμα της γλώσσας και να ανακαλύψουμε την παιδική ηλικία όχι ως μια σύντομη περίοδο που παρήλθε αλλά ως μια ηλικία που δεν τελειώνει μέσα μας, ως μια μόνιμη δυνατότητα ελευθερίας να γευτούμε πάλι και πάλι τη ζωή ως νεογέννητοι. Έρχεται η ώρα να εκτιμήσουμε αυτούς που δεν πασχίζουν να υποστηρίξουν πάση θυσία την ορθότητα της γνώμης τους αλλά έχουν τη δυνατότητα να κάνουν λάθος. Γενικά, να γοητευτούμε περισσότερο από εκείνους που δεν τα καταφέρνουν και αντέχουν…Να ακούσουμε και να διαβάσουμε εκείνους που δεν γυρεύουν οπαδούς ή μαθητές…να προσεγγίσουμε τους άλλους χωρίς να καλούμαστε να υιοθετήσουμε μια θεωρία ή να ενταχθούμε σε μια θρησκεία. Και έρχεται η ώρα να ζήσουμε και να νιώσουμε καλύτερα με ανθρώπους που μπορούν να κάνουν λάθος, που δεν είναι υποχρεωμένοι να είναι σοφοί ή άγιοι ή ειδικοί. Και έρχεται η ώρα να ψηλαφήσουμε τον κόσμο ως παιδιά που ενίοτε μπλέκουν τη φαντασία, με το όνειρο και την πραγματικότητα και δεν ξέρουν τι είναι σημαντικότερο. 


Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Η αλήθεια και η γνώμη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Το αρχαίο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη, που έχει ήδη διατυπωθεί στις απαρχές της δυτικής φιλοσοφίας στο ποίημα του Παρμενίδη, αποκτά σήμερα μια νέα επικαιρότητα. Είναι, πράγματι, φανερό ότι η σαφής διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές γνώσης, η οποία για τους αρχαίους ήταν αυτονόητη, έχει σήμερα πλήρως απαλειφθεί. Υπάρχουν μόνο γνώμες, οι οποίες αξιώνουν ότι είναι αληθείς. Καθίσταται, λοιπόν, ακόμη πιο επείγον να θυμηθούμε ότι η αλήθεια και οι γνώμες τίθενται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η αλήθεια – με τη σημασία της ελληνικής λέξης ἀλήθεια, τουτέστιν μη απόκρυψη, άνοιγμα – αφορά το είναι, δηλαδή την εμπειρία ότι κάτι είναι, ότι υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα. Η γνώμη (την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν –και ακόμη σήμερα ονομάζουμε– δόξα) αφορά τα όντα, δηλαδή τη γνώση ότι τα πράγματα υπάρχουν με έναν ορισμένο τρόπο μάλλον παρά με κάποιον άλλον. Η πρώτη, δηλαδή η αλήθεια, λέει ο Παρμενίδης, είναι ακίνητη (ἀτρεμής, δηλαδή δεν τρέμει, ά-τρομη)*, στρογγυλή και έξω από τον χρόνο· η δεύτερη μπορεί να είναι ορθή ή λανθασμένη και, ως εκ τούτου, είναι μεταβλητή και αβέβαιη.

Αποφασιστικής σημασίας, ωστόσο, είναι να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές της ανθρώπινης γνώσης. Η πρώτη δεν εγγυάται με κανέναν τρόπο την ορθότητα των γνωμών, αλλά μας παρέχει έναν τόπο από τον οποίο μπορούμε να τις εξετάσουμε, μέσα στον οποίο μπορούμε να αναρωτηθούμε αν είναι ορθές ή εσφαλμένες. Όποιος παραμένει μόνο στη γνώμη θα τείνει, αντίθετα, μοιραία να τη θεωρεί ορθή. Ενώ η αλήθεια διανοίγει τη δυνατότητα τόσο της αληθούς όσο και της λανθασμένης γνώμης, η γνώμη μπορεί μόνο να υποστηρίζει τη δική της αλήθεια. Όθεν το φαινομενικό παράδοξο ότι η αλήθεια ορίζεται μέσω της δυνατότητας του λάθους, το οποίο η γνώμη οφείλει πάση θυσία να αποκλείσει.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ένας πολιτισμός που έχει απολέσει τη διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη παρήγαγε την τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή μια δόξα που ισχυρίζεται τη δική της αλήθεια χωρίς να μπορεί να έχει την εμπειρία της. Το πού αυτή η δόξα, η οποία είναι κλειστή απέναντι στη δυνατότητα του λάθους,  θα οδηγήσει τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη χρησιμοποιούν, είναι ένα ερώτημα που δεν θα έπρεπε να πάψουμε να θέτουμε στον εαυτό μας.

* Μεταφραστική σημείωση: Στο πρωτότυπο ο Αγκάμπεν χρησιμοποιεί τη λατινική μεταγραφή atremes του ουδέτερου ελληνικού τύπου ἀτρεμές, παραπέμποντας στο χωρίο του Παρμενίδη «Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ» (Απόσπ. 1, στ. 29, έκδ. DielsKranz), όπου το επίθετο ἀτρεμές προσδιορίζει το ἦτορ Ἀληθείης, δηλαδή την καρδιά της Αλήθειας.

 

[Αναρτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]



Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μια διέξοδος – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Συχνά, μέσα στη γενικευμένη συνείδηση ότι ζούμε το τέλος ενός πολιτισμού, προβάλλει η ανάγκη – ή η ελπίδα – για μια νέα αρχή· δηλαδή ότι, μετά την κατάρρευση μιας μακράς παράδοσης, μια νέα και πιο ζωντανή θα έλθει, αργά ή γρήγορα, στην ύπαρξη.
Απέναντι σε αυτή την αφελή προσδοκία, πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια νέα αρχή, αλλά από μια διέξοδο.
Ακόμα και αν μια νέα αρχή ήταν δυνατή, όλα θα ξανάρχιζαν όπως πριν, ίσως με διαφορετικές ιδέες και σχέδια, αλλά πάντοτε μέσα στην αύλακα μιας ιστορικής εποχής και μιας παράδοσης που, κατά κάποιον τρόπο, θα παρέμεναν ομοιογενείς με την προηγούμενη.
Μετά τη  χρεοκοπία της ιστορίας της Δύσης, το τελευταίο που μπορούμε να επιθυμούμε είναι μια νέα ιστορική εποχή. Αντίθετα, θέλουμε να τελειώνουμε με τις ίδιες τις εποχές, να εξέλθουμε μια για πάντα και όχι απλώς να ξαναρχίσουμε.
Να εξέλθουμε προς τα πού;
Δεν μπορούμε να το πούμε, και αυτό είναι καλό. Η σιωπή μας είναι πολυτιμότερη από τις φλυαρίες για τα χαρακτηριστικά ενός απίθανου μέλλοντος, οι οποίες προδίδουν τη συγγένειά τους με το παρελθόν επαναλαμβάνοντας άνευρες διατυπώσεις, όπως «νέος ανθρωπισμός», «μετανθρωπισμός» ή «διανθρωπισμός».
Όπως λέει ο πίθηκος στην «Αναφορά σε μια Ακαδημία»*, έχοντας πλέον  γίνει κάτι ριζικά διαφορετικό: «Δεν ήθελα την ελευθερία· μόνο μια διέξοδο.»

 

* Πρόκειται για το διήγημα του Φραντς Κάφκα «Αναφορά σε μια Ακαδημία».

 

[Αναρτήθηκε στις 6 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Πού βρίσκονται οι δίκαιοι – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ποιοι είναι οι δίκαιοι; Τι σημαίνει να είναι κανείς δίκαιος; Ασφαλώς δεν πρόκειται για ποιότητα ενός υποκειμένου ούτε για ιδιότητα που αποδίδεται σ’ αυτόν ή εκείνον τον άνδρα, σ’ αυτήν ή εκείνη τη γυναίκα. Η δικαιοσύνη –έχει γράψει ο Μπένγιαμιν– είναι μια κατάσταση του κόσμου, είναι μια διάσταση του είναι και όχι της βούλησης ή της πρόθεσης. Δίκαια είναι τα πράγματα, έλεγε ο Σπινόζα, όταν τα βλέπεις όχι μέσα σε έναν ορισμένο χρόνο ή σε έναν ορισμένο τόπο, αλλά όταν τα βλέπεις μέσα στον Θεό. Γι’ αυτό η δικαιοσύνη είναι κάτι που δεν μπορείς ποτέ να έχεις, αλλά μόνο να ενατενίζεις. Κι όμως, όταν βλέπεις τα πράγματα όπως είναι μέσα στον Θεό, το να είναι άνθος εκείνου του άνθους, το να είναι χαμόγελο εκείνου του χαμόγελου, το να είναι αθώος –εκείνος ο αθώος–, τότε αισθάνεσαι μιαν αξίωση, την οποία δεν μπορείς να παραβλέψεις, μιαν αξίωση που ούτε σου ζητεί ούτε σου επιτάσσει τίποτε, αλλά ενεργεί μέσα σου πέρα από κάθε βούληση ή πρόθεση· καθώς έτσι είναι, και δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια κάποιας κοπέλας που ανήκε σε οργάνωση της αντίστασης σε μια χώρα υπό ναζιστική κατοχή. Είχε συλληφθεί και βασανιστεί και δεν είχε μιλήσει. Όταν απελευθερώθηκε, οι σύντροφοί της ήθελαν να την τιμήσουν πανηγυρικά ως ηρωίδα· της έλεγαν ότι, αν είχε κατορθώσει να αντέξει τα βασανιστήρια, αυτό οφειλόταν στη δύναμη των πολιτικών της πεποιθήσεων, στην αφοσίωσή της στην υπόθεση και σε παρόμοιες ανοησίες. Εκείνη όμως κουνούσε το κεφάλι και έλεγε μόνο: «Όχι, το έκανα γιατί έτσι μου άρεσε, από καπρίτσιο». Είχε δει τη δικαιοσύνη, είχε αισθανθεί μιαν αξίωση που την υπερέβαινε πανταχόθεν, αλλά δεν είχε σκεφτεί ούτε για μια στιγμή ότι ήταν η ίδια δίκαιη, ότι η δικαιοσύνη μπορούσε να αποτελεί κτήμα της. Αν είχε απλώς πιστέψει στη δίκαιη υπόθεση, αλλά δεν είχε δει τη δικαιοσύνη, θα είχε λυγίσει στα βασανιστήρια, θα είχε μιλήσει.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, οι δίκαιοι, οι τσαντικίμ, είναι κρυμμένοι μέσα στον κόσμο, κρυμμένοι προπάντων από τον ίδιο τους τον εαυτό. Και υπό το πρίσμα αυτό υπάρχει κάτι το παράδοξο στο να θέλει κανείς να ανταμείψει τους δικαίους, σαν να επρόκειτο για την άλλη όψη εκείνης της δικαιοσύνης που συνίσταται στην τιμωρία των ενόχων. Όπως η ποινή δεν μπορεί ποτέ να προέρχεται από τη δικαιοσύνη, αλλά μόνο από το δίκαιο, έτσι ούτε η ανταμοιβή ούτε η αναγνώριση ανήκουν στη δικαιοσύνη. Ο δίκαιος που αναγνωρίζεται και ανταμείβεται, ο τσαντίκ που δεν είναι πλέον κρυμμένος, δεν είναι πλέον δίκαιος.

Το μυστήριο του δικαίου, δηλαδή το μυστήριο της ενοχής και της ποινής, δεν πρέπει να συγχέεται με το μυστήριο της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό, ίσως, είναι σωστό να τιμωρούνται οι ένοχοι, δεν είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι οι δίκαιοι πρέπει να ανταμείβονται. Περιδιαβαίνουν τον κόσμο χωρίς να αναγνωρίζονται έως της συντελείας του αιώνος και μόνο έτσι, λέει ο θρύλος, σώζουν τον κόσμο.

 

[Αναρτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Άνθρωποι και τουρίστες – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Η λέξη «τουρίστας» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιταλική γλώσσα το 1837 (ενώ η λέξη «τουρισμός» μόλις το 1907). Η ετυμολογία της είναι σαφής: το tour (το grand tour) είναι το μορφωτικό ταξίδι που πραγματοποιούν από τον 18ο αιώνα οι Ευρωπαίοι αριστοκράτες και διανοούμενοι, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της τέχνης, τους τρόπους ζωής και τον πολιτισμό της. Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που αρχικά αποτελούσε προνόμιο μιας ελίτ μετατράπηκε, με την πάροδο του χρόνου, σε μαζικό φαινόμενο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόδρομός του  υπήρξαν ασφαλώς τα προσκυνηματικά ταξίδια, που οι πιστοί επιχειρούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τους ιερούς τόπους της θρησκείας τους. Και οι τουρίστες, όπως και οι προσκυνητές, είναι peregrini, δηλαδή, σύμφωνα με τη σημασία της λατινικής λέξης, ξένοι πάνω στη γη. Ο τουρισμός αποτελεί το σημάδι μιας κοσμοϊστορικής μεταβολής στη σχέση των ανθρώπων με τη γη που κατοικούν: όπου κι αν βρίσκονται, είναι ξένοι και αλλότριοι (extranei), απ’ έξω και εκτός (extra), πρωτίστως μέσα στην ίδια την πόλη όπου ζουν. Θυμάμαι πολύ καλά την έκπληξη που ένιωσα όταν, πριν από πολλά χρόνια, ζώντας στη Βενετία, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να διακρίνει κανείς τους Βενετούς από τους τουρίστες.

Ωστόσο, δεν έχει αλλάξει μόνο η σχέση των κατοίκων με την πόλη τους· έχει αλλάξει συγχρόνως και η ίδια η πόλη. Οι άνθρωποι έγιναν τουρίστες, δηλαδή ξένοι, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που τόπος ξενιτείας και περιπλάνησης είναι πλέον η γη που κατοικούν — ή, μάλλον, κατοικούσαν άλλοτε.

Αν διαβάσει κανείς, όπως μου έτυχε αυτές τις ημέρες, την εξαίσια περιγραφή που κάνει ο Joseph Roth για τη Μασσαλία το φθινόπωρο του 1925, με τα πυκνά και γεμάτα περιπέτεια σοκάκια της, όπου σε  μια έκταση λίγων μόλις χιλιομέτρων συνωστίζονταν ζωντανές όλες οι εποχές της ιστορίας και κανείς δεν ήταν ξένος, δύσκολα μπορεί να αποφύγει την πικρή και αδυσώπητη διαπίστωση ότι οι πόλεις δεν υπάρχουν πλέον σήμερα. Ο τουρισμός μπόρεσε να τις καταστρέψει, επειδή είχαν ήδη πάψει να είναι ζωντανές.

Ο υπερτουρισμός δεν προέρχεται έξωθεν· άρχισε μέσα μας, μέσα στις ίδιες τις συνοικίες και τις γειτονιές που μας ήταν οικείες και τις οποίες δεν είμαστε πλέον ικανοί να κατοικήσουμε. Το «abitare» (κατοικείν) αποτελεί την επιτατική μορφή του ρήματος «habeo» (έχω) και σημαίνει έναν ορισμένο τρόπο να διαμένει και να ζει κανείς, να έχει το ενδιαίτημα, τα ενδύματα και τις συνήθειές του. Και αν το ελληνικό ήθος δηλώνει τη συνήθη κατοικία, τότε το κατοικείν αποτελεί την πρωταρχική μορφή της ηθικής. Το γεγονός ότι γίναμε τουρίστες, ότι απωλέσαμε την ικανότητα να κατοικούμε, ότι είμαστε παντού ξένοι και παρεπίδημοι, μας υποχρεώνει να ξανασκεφθούμε από την αρχή μια δυνατή ηθική, να επανεφεύρουμε εκ βάθρων την ικανότητα του κατοικείν. Έργο ασφαλώς όχι εύκολο, το οποίο όμως ίσως μας προσφέρει τη μοναδική οδό για να εξέλθουμε από τον τουρισμό και να καταστήσουμε εκ νέου κατοικήσιμη τη γη μας και τις πόλεις μας.

 

[Αναρτήθηκε την 1η  Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες;

Συχνά, όταν τίθεται το ερώτημα γιατί την Ανάσταση του Χριστού είδαν ελάχιστοι και έκτοτε κανείς, δίνεται η απάντηση ότι ο Θεός δεν θέλησε να...