Όπως μου γράφει ένας φίλος επιστήμονας που έχει έξη στον στοχασμό, το θεμελιώδες γεγονός στην ιστορία του έμβιου κόσμου υπήρξε η εμφάνιση ενός μικροοργανισμού ικανού να αισθάνεται πόνο. Αυτή η θέση χρειάζεται βεβαίως να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, προτάσσοντας — ή προσθέτοντας — στη λέξη «πόνος» τη λέξη «ηδονή». Αν συσχετίσουμε αυτή τη θεμελιώδη ικανότητα του ζώντος οργανισμού με όσα γράφει ο Αριστοτέλης αναφορικά με την αντίληψη της αίσθησης του να υπάρχουμε («να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι από μόνο του γλυκό, γιατί η ζωή είναι αγαθό και είναι γλυκό να αισθανόμαστε ότι ένα τέτοιο αγαθό μάς ανήκει»)*, μπορούμε τότε να πούμε ότι η αρχέγονη μορφή της ικανότητας να αισθανόμαστε ηδονή ή πόνο αφορά στο ίδιο το γεγονός της ύπαρξής μας, στο αίσθημα ότι ζούμε. Στην αίσθηση της ηδύτητας του ζην αντιστοιχεί, πράγματι, η συμμετρικά αντίθετή της, κατά την οποία, για κάποιο λόγο –ή ακόμη και χωρίς καμία εμφανή αιτία– το να αισθανόμαστε ότι ζούμε είναι οδυνηρό.
Η φράση του Αριστοτέλη που παραθέσαμε αποτελεί μέρος της πραγματείας για τη φιλία, η οποία καταλαμβάνει το όγδοο και το ένατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων. Αφού ορίσει την ηδύτητα της αίσθησης του ζην, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι την ίδια ηδύτητα αισθανόμαστε και για την ύπαρξη του φίλου και ότι η φιλία είναι ακριβώς αυτή η αποδοχή και συν–αίσθηση (το συναισθάνεσθαι) της ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται «έτερος εαυτός» (ἕτερος αὐτός)**. Δεν υπάρχει μόνο μια αίσθηση της ύπαρξης, μια αίσθηση ότι ζούμε, αλλά αυτή η αίσθηση είναι ήδη από την αρχή αίσθηση συμμερισμού· είναι εξαρχής και πάντοτε συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου· και η φιλία είναι η έκφανση αυτής της συν–αίσθησης της ύπαρξης του φίλου μέσα στην ίδια την αίσθηση της δικής μας ύπαρξης.
Θα είναι λοιπόν δυνατό να αναπτύξουμε αυτή τη θέση σε σχέση με τον άλλο πόλο της αίσθησης της ύπαρξης, όπου αυτή δεν εμφανίζεται πλέον ως χαροποιός, αλλά ως οδυνηρή. Στη συν–αίσθηση της ύπαρξης του φίλου αντιστοιχεί τώρα η συν–αίσθηση της ύπαρξης του εχθρού. Και αν το ζεύγος φίλος–εχθρός ορίζει, κατά τον Schmitt***, την πολιτική, τότε στο θεμέλιο της πολιτικής βρίσκονται η ηδονή και ο πόνος, που καθορίζουν την ανθρώπινη αίσθηση της ύπαρξης, καθώς και την αποδοχή και συν–αίσθηση της ύπαρξης του άλλου, η οποία είναι σύμφυτη με αυτήν. Φιλία και έχθρα, αγάπη και μίσος, το φιλείν του φίλος και το εχθαίρειν του εχθρός δεν παραπέμπουν σε μια θεωρία των παθών, αλλά αποτελούν πρωτίστως δύο θεμελιώδεις οντολογικοπολιτικές κατηγορίες. Αν βιώνουμε την αίσθηση του ζην ως ηδεία, τότε βρισκόμαστε στη φιλία και στην ειρήνη· αν, αντίθετα, τη βιώνουμε ως μισητή, περιπίπτουμε στον πόλεμο και στην έχθρα. Για μία ακόμη φορά, στη βάση της σχέσης μας με τους άλλους βρίσκεται η σχέση μας με τον εαυτό μας· ο τρόπος με τον οποίο αποδεχόμαστε και συν–αισθανόμαστε την ύπαρξή μας καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε μέσα στον κόσμο. Ο πρώτος φίλος και ο πρώτος εχθρός είμαστε εμείς οι ίδιοι.
* Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 9, 1170b3–5: «τὸ δ᾽ αἰσθάνεσθαι ὅτι ζῇ, τῶν ἡδέων καθ᾽ αὑτό· φύσει γὰρ ἀγαθὸν ζωή, τὸ δ᾽ ἀγαθὸν ὑπάρχον ἐν ἑαυτῷ αἰσθάνεσθαι ἡδύ.»
** Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια Θ΄ 4, 1166a31–32: «ἕτερος γὰρ αὐτὸς ὁ φίλος ἐστίν.»
*** Carl Schmitt, Η έννοια του πολιτικού (Der Begriff des Politischen, 1932)
Σχόλιο του μεταφραστή: Στο κείμενο διακρίνεται μια αντιστροφή της συνήθους προβληματικής περί ανθρωπογένεσης, η οποία εστιάζει στο ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα όντα. Η δυνατότητα της ηδονής και του πόνου παρουσιάζεται, αντιθέτως, ως θεμελιώδες γεγονός της ιστορίας του έμβιου τουλάχιστον κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτό, μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε και το παύλειο χωρίο «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. 8,22).
[Αναρτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]