Το αρχαίο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη, που έχει ήδη διατυπωθεί στις απαρχές της δυτικής φιλοσοφίας στο ποίημα του Παρμενίδη, αποκτά σήμερα μια νέα επικαιρότητα. Είναι, πράγματι, φανερό ότι η σαφής διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές γνώσης, η οποία για τους αρχαίους ήταν αυτονόητη, έχει σήμερα πλήρως απαλειφθεί. Υπάρχουν μόνο γνώμες, οι οποίες αξιώνουν ότι είναι αληθείς. Καθίσταται, λοιπόν, ακόμη πιο επείγον να θυμηθούμε ότι η αλήθεια και οι γνώμες τίθενται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η αλήθεια – με τη σημασία της ελληνικής λέξης ἀλήθεια, τουτέστιν μη απόκρυψη, άνοιγμα – αφορά το είναι, δηλαδή την εμπειρία ότι κάτι είναι, ότι υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα. Η γνώμη (την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν –και ακόμη σήμερα ονομάζουμε– δόξα) αφορά τα όντα, δηλαδή τη γνώση ότι τα πράγματα υπάρχουν με έναν ορισμένο τρόπο μάλλον παρά με κάποιον άλλον. Η πρώτη, δηλαδή η αλήθεια, λέει ο Παρμενίδης, είναι ακίνητη (ἀτρεμής, δηλαδή δεν τρέμει, ά-τρομη)*, στρογγυλή και έξω από τον χρόνο· η δεύτερη μπορεί να είναι ορθή ή λανθασμένη και, ως εκ τούτου, είναι μεταβλητή και αβέβαιη.
Αποφασιστικής σημασίας, ωστόσο, είναι να κατανοήσουμε τη
σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές της ανθρώπινης γνώσης. Η πρώτη δεν
εγγυάται με κανέναν τρόπο την ορθότητα των γνωμών, αλλά μας παρέχει έναν τόπο
από τον οποίο μπορούμε να τις εξετάσουμε, μέσα στον οποίο μπορούμε να
αναρωτηθούμε αν είναι ορθές ή εσφαλμένες. Όποιος παραμένει μόνο στη γνώμη θα
τείνει, αντίθετα, μοιραία να τη θεωρεί ορθή. Ενώ η αλήθεια διανοίγει τη
δυνατότητα τόσο της αληθούς όσο και της λανθασμένης γνώμης, η γνώμη μπορεί μόνο
να υποστηρίζει τη δική της αλήθεια. Όθεν το φαινομενικό παράδοξο ότι η αλήθεια
ορίζεται μέσω της δυνατότητας του λάθους, το οποίο η γνώμη οφείλει πάση θυσία
να αποκλείσει.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ένας πολιτισμός που έχει
απολέσει τη διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τη γνώμη παρήγαγε την τεχνητή
νοημοσύνη, δηλαδή μια δόξα που ισχυρίζεται τη δική της αλήθεια χωρίς να μπορεί
να έχει την εμπειρία της. Το πού αυτή η δόξα, η οποία είναι κλειστή απέναντι
στη δυνατότητα του λάθους, θα οδηγήσει
τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι τη χρησιμοποιούν, είναι ένα ερώτημα που δεν θα
έπρεπε να πάψουμε να θέτουμε στον εαυτό μας.
* Μεταφραστική σημείωση: Στο πρωτότυπο ο
Αγκάμπεν χρησιμοποιεί τη λατινική μεταγραφή atremes του ουδέτερου
ελληνικού τύπου ἀτρεμές,
παραπέμποντας στο χωρίο του Παρμενίδη «Ἀληθείης εὐκυκλέος ἀτρεμὲς ἦτορ» (Απόσπ.
1, στ. 29, έκδ. Diels–Kranz), όπου το
επίθετο ἀτρεμές
προσδιορίζει το ἦτορ Ἀληθείης,
δηλαδή την καρδιά της Αλήθειας.
[Αναρτήθηκε στις 13 Ιουλίου
2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]