Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Αλήθεια ή ψεύδος

Μετά από αναχωνέψεις ετών συνειδητοποιώ αργά αργά και παρά τη θέλησή μου ότι η αλήθεια των θεολόγων και της εκκλησίας δεν ελευθερώνει, αλλά δικάζει και κρίνει.

Οι ευαγγελικές –και όχι μόνο– διηγήσεις, που θα μπορούσαν να ανιστορούνται ως αυτό ακριβώς που είναι, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό παραβολικές και μυθικές αφηγήσεις, απαιτείται να γίνονται πιστευτές ως αντικειμενικές αλήθειες, «επειδή έτσι πρέπει να πιστεύουμε». Η πίστη, αντί για άνοιγμα καρδιάς και συμμερισμό στιγμών, μετατρέπεται σε υποχρέωση ομολογίας.

Φαίνεται πως όσοι μιλούν εξ ονόματος της Εκκλησίας δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το πώς νιώθουμε εμείς οι κοινοί άνθρωποι.

Παρακολούθησα ευφράδεις και γοητευτικούς θεολόγους της εποχής και με προβληματίζει –και με απογοητεύει βαθιά– όχι το γεγονός ότι καταφεύγουν στον μύθο και ενίοτε, ενδεχομένως, μεθούν με αυτόν, αλλά ότι επιθυμούν να τον επιβάλουν ως πίστη· μια πίστη που ζητούν να αποδεχθούμε όπως ακριβώς τη διατυπώνουν, και ίσως, να πείσουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους ότι εμφορούνται από αυτή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα πλήρους έλλειψης ενσυναίσθησης είναι αυτό που αποφαίνεται λαμπρό θεολογικό μυαλό για τις προβληματικά μακρόσυρτες ακολουθίες της Εκκλησίας, τις οποίες οι κοινοί άνθρωποι –και ιδίως οι νέοι– δυσκολεύονται να αντέξουν, παραμένοντας σε αυτές συχνά με αίσθηση αυτοβασανισμού: ότι δήθεν εισάγουν τον νου σε μια «γόνιμη απραξία». Είναι βέβαια αλήθεια ότι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να ερμηνεύσει σχεδόν τα πάντα κατά το δοκούν· γιατί να αποτελέσει εξαίρεση το μυαλό των θεολόγων; Το πρόβλημα όμως δεν θα ήταν τόσο σοβαρό, αν αυτή, όπως και πολλές άλλες, αυθαίρετες ερμηνείες δεν συνοδευόταν από την αξίωση αυθεντίας, αν ο ερμηνευτής δεν προβαλλόταν ως δάσκαλος ορθοδοξίας και ορθοπραξίας.

Αντί να αναδιηγούμαστε και να αναπλάθουμε με τη ζωή μας την όμορφη ιστορία του Χριστού, αντί να ανασυντάσσουμε και να συρράπτουμε με ζέση τις μικρές και μεγάλες ιστορίες της ζωής –εκείνες για τις οποίες όλοι διψούμε όταν καθόμαστε γύρω από την οικογενειακή εστία– απαιτείται από εμάς να πιστεύουμε ως αντικειμενικά αληθινά ακόμη και όσα λειτουργούν μόνο ως μύθοι. Και έτσι καταλήγει να μας ενδιαφέρει πρωτίστως η ομολογία της πίστης, εκεί όπου ο λόγος θα όφειλε να είναι ζεστό ψωμί για κάθε προσερχόμενο· ένας λόγος που δεν δικάζει και δεν δικάζεται, που δεν ιστορείται προκειμένου να μαρτυρήσει ή να ελεγχθεί για την απόλυτη αλήθεια ή το απόλυτο ψεύδος του, αλλά για εκείνο που αποτελεί την ουσία της ζωής μας και την αγάπη της καρδιάς μας, εκείνο που το ψηλαφούμε και το γνωρίζουμε, και που γνωρίζουμε, κυρίως, ότι παραμένει αγνώριστο.

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...