Φίλοι, πιστεύω ότι είναι
καλύτερα για εμένα να πιάσω
να κατεβάζω τη βαλίτσα.
Ακόμα και αν δεν γνωρίζω καλά την ώρα
της άφιξης, και ούτε καν
γνωρίζω ποιοι σταθμοί
προηγούνται από τον δικό μου,
βέβαια σημάδια μου λένε,
απ' ό,τι φθάνει στα αυτιά μου,
περνώντας μέσα από τους τόπους αυτούς, πως εγώ
θα πρέπει σύντομα να σας αφήσω.
Συγχωρήστε μου, σας παρακαλώ,
αυτή την μικρή ενόχληση που σας προκαλώ.
Μαζί σας υπήρξα χαρούμενος
από την αρχή της αναχώρησης, και πολύ
σας είμαι ευγνώμων, πιστέψτε με,
για την άριστη συντροφιά.
Θα ήθελα να παραμείνω
για πολύ ακόμα μαζί σας. Αλλά ας είναι.
Τον τόπο της μεταφοράς μου,
τον αγνοώ. Νιώθω
όμως ότι δεν θα μπορούσα παρά να σας αναπολώ
συχνά, στη νέα έδρα,
καθώς τα μάτια μου ήδη διακρίνουν,
από το μικρό παράθυρο, πέρα απ' τον υγρό
καπνό της ομίχλης που μας τυλίγει, τον κόκκινο
δίσκο του σταθμάρχη για την αποβίβασή μου.
Ζητώ να αποχαιρετιστούμε
δίχως να μπορώ να κρύψω,
ελαφρά μέσα μου, μια θλίψη.
Ήταν τόσο όμορφο να μιλάμε
μαζί, καθισμένοι αντικριστά·
τόσο όμορφο να συγχέουμε
τα πρόσωπα (καπνίζοντας,
ανταλλάζοντας τσιγάρα),
κι όλες εκείνες τις διηγήσεις
για μας (εκείνη την εύκολη
επινόηση, καθώς μιλούσαμε στους άλλους),
ώσπου να μπορούμε να ομολογούμε, ξαφνικά,
όσα, ακόμη κι αν στριμωχνόμασταν,
ποτέ δεν θα τολμούσαμε στιγμή
(ούτε καν από λάθος) να εμπιστευτούμε.
(Συγχωρέστε με. Είναι μια βαλίτσα βαριά,
αν και δεν περιέχει κάτι σπουδαίο:
τόσο που αναρωτιέμαι γιατί
την πήρα, και ποια
βοήθεια θα μπορέσει να μου δώσει
κατόπιν, όταν θα την έχω μαζί μου.
Κι όμως οφείλω να την κουβαλώ,
έστω και μόνο για να τηρώ το έθιμο.
Αφήστε με, σας παρακαλώ, να περάσω.
Να. Τώρα που βρίσκεται
στον διάδρομο, νιώθω
πιο λυμένος. Σας παρακαλώ συγχωρήστε με).
Έλεγα, πως ήταν όμορφο να είμαστε
μαζί. Να κουβεντιάζουμε.
Είχαμε μερικά
καβγαδάκια, είναι φυσικό.
Αλληλομισηθήκαμε – κι αυτό
είναι επίσης φυσικό –
σε περισσότερα από ένα σημεία, και συγκρατηθήκαμε
μονάχα από ευγένεια.
Μα τι πειράζει. Όπως
κι αν έχει, ξαναλέω,
και με όλη μου την καρδιά : ευχαριστώ
για την άριστη συντροφιά.
Απευθύνω αποχαιρετισμό σε εσάς, κ. διδάκτορα,
και στην εύγλωττη διδασκαλία σας.
Αποχαιρετισμό σε σένα, ισχνό
κορίτσι, και στην απαλή αύρα
από δροσερή αυλή και λιβάδι
στο πρόσωπο, που γλυκόχρωμο
πράα ανασαίνει.
Αποχαιρετισμό, ω στρατιώτη,
ω ναύτη, στη στεριά,
στον ουρανό και στη θάλασσα,
στην ειρήνη και στον πόλεμο.
Και σε σας, ιερέα,
αποχαιρετισμό, που με ρωτήσατε αν
–αστειευόσασταν!– μου δόθηκε το χάρισμα
να πιστεύω στον αληθινό Θεό.
Απόλυση ζητώ από τη σοφία,
κι απόλυση από την αγάπη.
Απόλυση ακόμη και από τη θρησκεία.
Τώρα πια έφθασα στον προορισμό.
Τώρα που πιο δυνατά νιώθω
να στριγκλίζει το φρένο, σας αφήνω
αληθινά, φίλοι. Αντίο.
Για τούτο είμαι βέβαιος: εγώ
έφθασα στην ήρεμη
απελπισία, δίχως τρόμο.
Κατεβαίνω. Καλή συνέχεια.