Ίσως, όταν το μυστήριο θα έχει διαρραγεί,
στο φέγγος της μνήμης μου θα φανείς σαν σκιά,
ένα τίποτα ντυμένο με πόνο.
Εσύ, όχι διαφορετική, εσύ όπως ποτέ πριν·
μόνο το τοπίο θα αλλάξει χρώμα.
Σ’ ένα σύννεφο από στάχτη και ήλιο,
η ίδια, μα έτσι σιμά στην καθαρότητα
του ουρανού θα περάσεις δίχως λόγια.
Θα σε θωρώ να υπάρχεις στην αχλύ
εσπερινών βλεμμάτων, στις αργοπορημένες
φλόγες που σβήνουν σ’ ένα πορφυρό βελόνι
από φως, που τη ματιά κάμει να τρέμει.