Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα,
έρχεται απ’ τα βουνά μες στη νύχτα τη βαθιά.
Πόσο κουρασμένη! Την κυκλώνουν
χιόνι, παγωνιά και τραμουντάνα.
Έρχεται, έρχεται η Μπεφάνα.
Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος,
κάπα το χιόνι, τον πάγο φόρεμα,
και τον άνεμο φωνή.
Έχει τα χέρια σταυρωτά στο στήθος.
Και ζυγώνει σιγά σιγά
στ’ αρχοντικό, στο φτωχικό,
να δει, ν’ ακούσει,
πότε από πιο κοντά, πότε από πιο μακριά.
Σιγά σιγά, σιγά σιγά.
Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;
Ένα αμυδρό σύρσιμο.
Όλα είναι σιωπηλά, και σκοτεινά.
Ένα κερί περνά και τρεμοφέγγει.
Τι έχει μέσα αυτό το αρχοντικό;
Κοιτά και ξανακοιτά… τρία κρεβατάκια
με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.
Κοιτά και ξανακοιτά… στα προσκέφαλα
τρεις κάλτσες μακριές και λεπτές.
Αχ! τρεις κάλτσες και τρία κρεβατάκια…
Το κερί τρεμοφέγγει και κατεβαίνει,
και τρίζουν οι σκάλες·
το κερί τρεμοφέγγει και ανεβαίνει,
και πάλλονται οι κουρτίνες.
Ποιος ανεβαίνει; ποιος κατεβαίνει;
Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε,
ανεβαίνει με το χαμόγελό της.
Το κερί τής φλογίζει το πρόσωπο
σαν καντήλι εκκλησίας.
Με τα δώρα της η μάνα κατέβηκε.
Η Μπεφάνα στο παράθυρο
ακούει και βλέπει, κι απομακρύνεται.
Περνά με τραμουντάνα,
περνά απ’ τον κύριο δρόμο,
τρέμει κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο.
Και τι έχει μέσα το φτωχικό;
Ένας στεναγμός μακρύς κι αχνός.
Πυγολαμπίδες φωτιάς
αναπηδούν ακόμη απ’ το τζάκι.
Μα τι έχει μέσα το φτωχικό;
Κοιτά και ξανακοιτά… τρία αχυροστρώματα
με τρία παιδιά νανουρισμένα, φρόνιμα.
Μες στις στάχτες και στα κάρβουνα
τρία φαγωμένα ξυλοπάπουτσα.
Αχ! τρία παπούτσια και τρία αχυροστρώματα…
Κι η μάνα αγρυπνά και γνέθει,
με στεναγμούς και με λυγμούς πνιγμένους,
και σηκώνει πότε πότε τη ματιά
αχ! σε εκείνα τα τρία στη σειρά…
Αγρυπνά και κλαίει, κλαίει και γνέθει.
Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει·
φεύγει στο βουνό – χαράζει.
Η άλλη μάνα ακόμη κλαίει
για ’κείνα τα παιδιά που τίποτα δεν έχουν.
Η Μπεφάνα βλέπει κι ακούει.
Η Μπεφάνα στέκει στο βουνό.
Ό,τι βλέπει είναι ό,τι είδε:
άλλοι κλαίνε, άλλοι γελούν·
σύννεφα ζώνουν το μέτωπό της,
καθώς στέκει στο λευκό βουνό.
Σημείωση:
Η Μπεφάνα είναι μορφή της ιταλικής λαϊκής παράδοσης: μια ηλικιωμένη γυναίκα που, σύμφωνα με το έθιμο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Ιανουαρίου, πετώντας πάνω στη φθαρμένη σκούπα της, περνά από τα σπίτια και αφήνει δώρα ή γλυκίσματα στα καλά παιδιά, κάρβουνα και σκόρδο στα άτακτα. Η εορτή της Μπεφάνας συμπίπτει με τα Θεοφάνια (Epifania), δηλαδή την ημέρα των Επιφανείων που εορτάζει η Καθολική Εκκλησία και συνδέεται με την προσκύνηση των Τριών Μάγων, καθώς και με παλαιότερες αγροτικές και προχριστιανικές παραδόσεις.