Ήμουν μαθητής Λυκείου όταν άκουσα στο ραδιόφωνο, στην εκπομπή του Γιώργου Χρονά «Ξενοδοχείο Βαλκάνια», τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου να διαβάζει ποιήματά του. Έκτοτε, σε ανύποπτους χρόνους, επανέρχονται στη μνήμη μου, όπως τους πρωτάκουσα στην εκπομπή εκείνη, οι στίχοι του ποιήματος «Κανένας δεν ξέρει», από την ποιητική συλλογή Ο δύσκολος θάνατος:
«Κοιταχθήκαμε
Καθρέφτες και γυαλιά
Αναλαμπές και δάκρυα
Η μέρα ακίνητη
Γαλήνη
Στα δέντρα στη θάλασσα
Κανένας δεν ξέρει
Γιατί υπάρχουμε».
Αρχικά, ασπαζόμουν το καταληκτικό «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» ως έκφραση αγνωστικισμού. Μαζί όμως με τον πρώτο στίχο, το «Κοιταχθήκαμε», αναζωπυρωνόταν μέσα μου μια συγκίνηση που απέφευγα να αναγνωρίσω, ιδίως στα χρόνια εκείνα που προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι είχα –ή όφειλα στανικά να έχω– ένα νόημα και έναν σκοπό στη ζωή αυτή.
Το ποίημα, ωστόσο, επίμονα, σταγόνα τη σταγόνα, με έπεισε να το ακούσω ξανά και ξανά με τον νου και την καρδιά μου, ώστε να μη μπορώ σήμερα παρά να ομολογήσω πως το «Κανένας δεν ξέρει γιατί υπάρχουμε» όχι μόνο δεν είναι έκφραση αγνωστικισμού, αλλά ένας από τους πιο εναγώνιους, ερωτικούς και γνωστικούς στίχους που θα μπορούσαν να γραφούν.