Είναι σχεδόν ένας αιώνας που οι φιλόσοφοι μιλούν για τον θάνατο του Θεού και, όπως συχνά συμβαίνει, αυτή η αλήθεια φαίνεται σήμερα σιωπηρά και σχεδόν ασυνείδητα αποδεκτή από τον κοινό άνθρωπο, χωρίς ωστόσο να έχουν αποτιμηθεί και κατανοηθεί οι συνέπειές της. Μία από αυτές – και ασφαλώς όχι η λιγότερο σημαντική – είναι ότι ο Θεός – ή, μάλλον, το όνομά του – ήταν η πρώτη και η έσχατη εγγύηση του δεσμού ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα. Όθεν και η καίρια σημασία του οντολογικού επιχειρήματος, που συνέδεε αδιάρρηκτα τον Θεό και τη γλώσσα, καθώς και του όρκου που εκφωνούνταν στο όνομα του Θεού, ο οποίος μας υποχρέωνε να λογοδοτούμε για την παράβαση της δέσμευσης ανάμεσα στις λέξεις μας και τα πράγματα.
Αν ο θάνατος του Θεού δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται την κατάργηση αυτής της δέσμευσης, αυτό τότε σημαίνει ότι στη δική μας κοινωνία η γλώσσα έχει καταστεί, κατά τρόπο συστατικό, ψεύδος. Χωρίς την εγγύηση του ονόματος του Θεού, κάθε λόγος, όπως και ο όρκος που διασφάλιζε την πιστότητα της αλήθειάς του, δεν είναι πλέον παρά ματαιότητα και ψευδορκία. Αυτό είναι που είδαμε να προβάλλει με πλήρη σαφήνεια τα τελευταία χρόνια, όταν κάθε λέξη που προφερόταν από τους θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης δεν ήταν παρά κενότητα και απάτη.
Εγγίζει σήμερα το έσχατο τέλος της μια σχεδόν διχιλιετής εποχή του δυτικού πολιτισμού, η οποία θεμελίωνε την αλήθεια και τις γνώσεις της στον δεσμό ανάμεσα στον Θεό και τον λόγο, ανάμεσα στο πανίερο όνομα του Θεού και στα απλά ονόματα των πραγμάτων. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι μόνο οι αλγόριθμοι και όχι η λέξη φαίνεται ακόμη να διατηρούν κάποιον δεσμό με τον κόσμο, αλλά τούτο μόνο υπό τη μορφή της πιθανότητας και της στατιστικής, επειδή και οι αριθμοί δεν μπορούν, σε τελική ανάλυση, παρά να παραπέμπουν σε έναν ομιλούντα άνθρωπο – υποδηλώνουν ακόμη κατά κάποιον τρόπο ονόματα.
Αν έχουμε χάσει την πίστη στο όνομα του Θεού, αν δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε στον Θεό του όρκου και του οντολογικού επιχειρήματος (περί της υπάρξεώς Του), δεν αποκλείεται, ωστόσο, να είναι δυνατή μια άλλη μορφή της αλήθειας, που να μην είναι απλώς η θεολογικά επιβεβλημένη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο πράγμα. Μια αλήθεια που δεν εξαντλείται στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του λόγου, αλλά διασώζει σε αυτόν την παιδικότητα του ανθρώπου και διαφυλάσσει ό,τι παραμένει ακόμη άφωνο ως το πιο μύχιο και αληθινό περιεχόμενο των λέξεών του. Μπορούμε ακόμη να πιστεύουμε σε έναν Θεό νήπιο, όπως εκείνο το βρέφος Ιησούς που, καθώς διδαχτήκαμε, οι ισχυροί ήθελαν και θέλουν πάση θυσία να φονεύσουν.
[Αναρτήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2022 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]