Ανεπίκαιρος είναι, πρωτίστως, εκείνος ο λόγος που απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο, σε καμία περίπτωση, δεν θα μπορέσει να τον δεχτεί. Όμως, ακριβώς αυτό καθορίζει την αξιολογική του κατάταξη. Αν ένα βιβλίο που απευθύνεται μόνο στους προκαθορισμένους αναγνώστες του είναι ελάχιστα ενδιαφέρον και δεν επιβιώνει πέρα από το κοινό στο οποίο προοριζόταν, η αξία ενός έργου μετριέται αντίθετα από την προκλητική τόλμη με την οποία απευθύνεται σε εκείνους που δεν θα μπορέσουν να το αποδεχτούν. Προφητεία, προορισμένη να μείνει ανήκουστη και αδιάβαστη, είναι το όνομα αυτής της ιδιαίτερης τόλμης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπολογίζει πως μιαν ημέρα – μακρινή προς το παρόν – θα αναγνωριστεί: ένα έργο παραμένει ζωντανό μόνο όσο υπάρχουν αναγνώστες που δεν μπορούν να το αποδεχτούν. Η κανονικοποίηση, που καθιστά υποχρεωτική την αποδοχή του, είναι στην πραγματικότητα η κατεξοχήν μορφή της κατάπτωσής του. Μόνο στον βαθμό που διατηρεί στο πέρασμα του χρόνου κάτι από την ανεπικαιρότητά του, το έργο μπορεί να βρει τους αυθεντικούς του αναγνώστες, δηλαδή εκείνους που θα πρέπει να υποστούν το τίμημα της αδιαφορίας ή την εχθρότητας των άλλων.
Η τέχνη της γραφής δεν συνίσταται, επομένως, μόνο – όπως έχει υποστηριχθεί – στο να συγκαλύπτει ή να αφήνει ανείπωτες τις αλήθειες που είναι πολυτιμότερες για εμάς, αλλά, πρωτίστως, στην ικανότητα να επιλέγει το κοινό που δεν θα θελήσει να τις δεχτεί. Εξυπακούεται ότι αυτή η επιλογή δεν είναι καρπός υπολογισμού ή σχεδίου, αλλά αποκλειστικά μιας γλώσσας που δεν παραχωρεί τίποτε στην επικαιρότητα – δηλαδή στους κανόνες που ορίζουν τι μπορεί να λεχθεί και με ποιον τρόπο. Είτε ξεκάθαρος και αδιαμφισβήτητος είτε, όπως συχνά συμβαίνει, σκοτεινός και δυσνόητα αρθρωμένος, προφητικός είναι πάντοτε εκείνος ο λόγος, του οποίου η δύναμη έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι παραμένει ανήκουστος.
[Αναρτήθηκε στις 13/10/2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]