Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Εις Άδου κάθοδος

Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 2014

«Μήπως δεν κάναμε και εμείς τρέλες παιδιά;» θυμόταν ο πατέρας και έπιανε το μέτωπό του, για να σκουπίσει, θαρρείς τον ιδρώτα, για να διώξει την ανατριχίλα που του προκαλούσε η αναπόληση. «Ξέφραγοι, αμολημένοι τα απομεσήμερα μέχρι λίγο πριν τη δύση του ήλιου, την ώρα που οι μεγάλοι ήταν μαζεμένοι στο σπίτια και αναπαύονταν, παίζαμε στις αλάνες και τους δρόμους του χωριού,  σχεδιάζαμε και θέταμε σε εφαρμογή τις λογής λογής κουτουράδες μας...

…Ιούλιος του 1935. Ήμασταν δεν ήμασταν 10χρονών τότε. Λεπτές, φιδίσιες νεροσυρμές κατηφόριζαν αραιά και πού στα πέτρινα αυλάκια και σε κάποιες σκιερές, προφυλαγμένες στροφοδρομές, στέκονταν, λίμναζαν. Η κάψα ανυπόφορη, πού να σταθείς στον ήλιο και η αντηλιά ακόμα σε ζάλιζε, σου έφερνε λιποθυμιά. Καθισμένοι στην πεζούλα του μεγάλου πλάτανου, το είχαμε πάρει απόφαση. Ο παχύς ίσκιος του αιωνόβιου δέντρου δεν αρκούσε να κατασβήσει την επιθυμία μας για το άκρως ελκυστικό ανδραγάθημα. 

Το εγχείρημα να κατέλθουμε στο σκοτεινό και στενόμακρο λαιμό του κοινοτικού πηγαδιού ισοδυναμούσε με κάθοδο στον Άδη, καθώς η στάθμη του νερού είχε χαμηλώσει στα τρία μέτρα, ο πυθμένας του, απάτητος και μαύρος, απειλούσε να μας καταπιεί για πάντα και εμείς, με πολύ δυσκολία, κρατημένοι σφιχτά απ’ το σχοινί, βρίσκαμε πατήματα για να επιστρέψουμε στον πάνω κόσμο, σκοντάφτοντας τυφλά σε τραχιές επιφάνειες πετρωμάτων και ριζών έωλων, που έσχιζαν πανταχόθεν το κορμί μας».

Αν στο παραπάνω απόσπασμα περιέσωσα μία ή τριάντα τέσσερις ή διακόσιες δεκατέσσερις λέξεις από τη διήγηση του πατέρα, ποιό είναι το διάφορο; Σύντομα θα λησμονήσω και ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας, ο Ταΰγετος, θα θωρεί από ψηλά, όπως και σήμερα, το φρέαρ το συντετριμμένο και θα σωπαίνει. 



Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...